Οι ασφυκτικές διακομματικές πιέσεις που ασκήθηκαν στη βρετανική κυβέρνηση, χθες, στη Βουλή των Λόρδων, υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο στην Ελλάδα, ανέδειξαν, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, τη δυναμική του ελληνικού αιτήματος του επαναπατρισμού τους, την ακαταλληλότητα της πρότασης περί δανεισμού αλλά και τα «παραθυράκια» του νόμου, που αν υπάρξει η πολιτική συναίνεση να ανοίξουν, θα λυθεί οριστικά ένα μακροχρόνιο, παγκόσμιας εμβέλειας πολιτιστικό και ηθικό ζήτημα.
Γιατί μπορεί, όπως συμβαίνει επανειλημμένα όλα αυτά τα χρόνια, η υφυπουργός Πολιτισμού της Βρετανίας, βαρόνη Τουάικρος, να επικαλέστηκε, χθες, τον περίφημο νόμο του 1963, που απαγορεύει τη μόνιμη απομάκρυνση εκθεμάτων από τα εθνικά μουσεία της χώρας, εξαιρέσεις όμως υπάρχουν και μάλιστα προβλέπονται από μεταγενέστερες διατάξεις
Μια ανάλογη εξαίρεση θα μπορούσε να δώσει λύση και στο φλέγον ζήτημα του επαναπατρισμού των Παρθενώνιων Γλυπτών, μέσω μιας όχι ριζικής αλλά περιορισμένης τροποποίησης του ισχύοντος νόμου, όπως πρότεινε χθες στη βρετανική Βουλή ο ανεξάρτητος κόμης του Κλάνκαρτι, ο κατά κόσμον καλλιτέχνης και συγγραφέας Nicholas Trench, η οποία θα επιτρέπει στο Βρετανικό Μουσείο να αποφασίσει το ίδιο για την τύχη τους. Μια τέτοια στοχευμένη λύση, μάλιστα, θα διαφύλασσε το μουσείο από το ενδεχόμενο σωρείας άλλων αιτημάτων για επιστροφή πολιτιστικών αγαθών στους τόπους από τους οποίους προέρχονται, επιχείρημα που συχνά – πυκνά διατυπώνεται από τη βρετανική πλευρά ως ανασταλτικός παράγοντας για μια συμφωνία με την Ελλάδα.
Γλυπτά του Παρθενώνα: Πώς μπορεί να επιτευχθεί ο επαναπατρισμός τους, τα «παραθυράκια» στη βρετανική νομοθεσία
Οι εξαιρέσεις του νόμου
Οι αρχικές εξαιρέσεις του νόμου του 1963 περί απαγόρευσης στους επιτρόπους του Βρετανικού Μουσείου να πωλούν, να ανταλλάσσουν, να χαρίζουν ή να διαθέτουν με άλλον τρόπο οποιοδήποτε αντικείμενο που έχει περιέλθει στην κατοχή τους και αποτελεί μέρος της Συλλογής ήταν τέσσερις: το αντικείμενο να αποτελεί αντίγραφο άλλου αντικειμένου που περιλαμβάνεται στη Συλλογή, το αντικείμενο έχει κατασκευαστεί κατά την κρίση των Επιτρόπων όχι νωρίτερα από το 1850, το αντικείμενο να είναι κατά την άποψη των Επιτρόπων ακατάλληλο για διατήρηση στη Συλλογή και να μπορεί να απομακρυνθεί χωρίς να θίγονται τα συμφέροντα των σπουδαστών και το αντικείμενο να έχει καταστεί άχρηστο για τους σκοπούς του Μουσείου λόγω ζημιάς, φυσικής φθοράς ή προσβολής από καταστροφικούς οργανισμούς.
Στην πορεία των χρόνων, όμως, και ανταποκρινόμενο στις σύγχρονες διεθνείς αρχές για τον σεβασμό στους λαούς και την πολιτική κληρονομιά τους θεσπίστηκαν κάποιες επιπλέον περιπτώσεις – εξαιρέσεις στις οποίες επιτρέπεται η μετακίνηση και ο επαναπατρισμός εκθεμάτων από τα Εθνικά Μουσεία του Ηνωμένου Βασιλείου στις χώρες προέλευσής τους.
Συγκεκριμένα, το 2009 ψηφίστηκε νόμος σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται σε συγκεκριμένα εθνικά μουσεία και ιδρύματα να επιστρέφουν νομίμως πολιτιστικά αγαθά που λεηλατήθηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο (1933–1945), κατόπιν συστάσεων από ειδική συμβουλευτική επιτροπή.
Ειδική νομοθεσία ψηφίστηκε και το 2004 για την αφαίρεση από τις συλλογές και την απομάκρυνση ή τον τον επαναπατρισμό ανθρώπινων καταλοίπων, υπό συγκεκριμένα χρονικά και νομικά κριτήρια.
Πιο πρόσφατη και εξαιρετικά σημαντική νομοθετική αλλαγή αποτελεί ο νόμος του 2022 περί Φιλανθρωπικών Οργανώσεων, οι διατάξεις του οποίου θα τεθούν σε εφαρμογή από τα τέλη Νοεμβρίου, που επιτρέπει τις μεταβιβάσεις«ex gratia», δηλαδή την επιστροφή από τα εθνικά βρετανικά μουσεία στους τόπους προέλευσής τους αντικειμένων για την εκπλήρωση επιτακτικών ηθικών ή δεοντολογικών υποχρεώσεων.
Κι ενώ αυτή η νομοθετική ρύθμιση ήταν ιδανική για την επίλυση του ζητήματος των Γλυπτών του Παρθενώνα, καθώς ο επαναπατρισμός τους αποτελεί πρωτίστως ηθικό ζήτημα, η βρετανική κυβέρνηση έσπευσε, στοχευμένα, να εξαιρέσει από τις νέες διατάξεις 16 μουσεία που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο Πολιτισμού, με πρώτο και καλύτερο το Βρετανικό Μουσείο!
Η στάση αυτή, σε συνδυασμό με την επιμονή της πολιτικής ηγεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου στη λύση του δανεισμού, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτή από την ελληνική πλευρά καθώς ισοδυναμεί με αναγνώριση βρετανικής κυριότητας, αποδεικνύει περίτρανα πως νομοθετικός δρόμος για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών υπάρχει, και το μόνο που μένει είναι η πολιτική βούληση η οποία, τουλάχιστον μέχρι χθες, δεν υπήρχε.
protothema.gr
