ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Υπάρχουν εκείνοι οι άνθρωποι. Αυτοί που τους συμπαθείς από την πρώτη στιγμή, εκείνοι που χωρίς να τους ξέρεις νιώθεις πως τους γνωρίζεις. Αυτοί οι φωτεινοί τύποι που βλέπεις στα μάτια τους την γνησιότητα, εκείνα τα ξεχωριστά παιδιά που όσο κι αν μεγάλωσαν δεν έπαψαν να παίζουν με τους φίλους τους, με τους συγγενείς τους, με τις παρέες τους, με τη ζωή την ίδια. Είναι εκείνα τα βρέφη που γεννήθηκαν καλοκαίρι, είναι εκείνα τα μωρά που χαμογελάνε πάντα, είναι εκείνα τα παιδιά που έμαθαν να πασαλείβονται με το παγωτό τους στα σοκάκια που παίζουν, είναι τελικά εκείνοι οι μεγάλοι που αγάπησαν τη φύση και το καλοκαίρι κι έδιωξαν καθετί κρύο από μέσα τους. Αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν να αγαπάνε στη θάλασσα, να ξενυχτάνε στα παράθυρα για να βολτάρουν με τον έρωτά τους, να ρίχνουν μπουγέλα ο ένας στον άλλο και να λάμπουν τα μάτια τους σε κάθε όμορφο τοπίο που συναντούν. Ναι είναι εκείνα τα παιδιά που δεν ξέχασαν ποτέ την αγκαλιά της μάνας τους κι όταν μεγάλωσαν βρήκαν μια άλλη αγκαλιά και φυλακίστηκαν μέσα της.
Αυτού του είδους οι υπάρξεις πάντα ρέπουν προς την υπερβολή. Μεγαλώνουν και εκτείνουν τα πράγματα, σπάνε τα οδοφράγματα, μετράνε βαρύτερα τα πράγματα και δεν μουτρώνουν στα πειράγματα. Ο χειμώνας απείχε ένα τρίμηνο τουλάχιστον από τα γενέθλιά τους, ο ήλιος έμεινε πάντα πάνω από το κεφάλι τους, το αστείο και η πειραχτική διάθεση δεν χάθηκαν ποτέ από τον ψυχισμό τους, ο αυτοσαρκασμός δεν έλειψε ποτέ από τα λόγια τους, η μετριοφροσύνη τους ήταν πάντα αληθινή και η αγάπη τους για τον άνθρωπο κατοικούσε πάντα μέσα στην καρδιά τους. Έπαιρναν πάντα φόρα για να περάσουν απέναντι, αγαπούσαν με πάθος, λάτρευαν την ομορφιά και τίναζαν τους ώμους τους κάθε φορά που ήθελαν να απέχουν από κατινιές και μικροπρέπειες. Κι όταν έκαναν λάθος, το έκαναν ωραία, έπεφταν κάτω όρθιοι, δεν λύγιζαν, δεν μυξόκλαιγαν και δεν παρακαλούσαν. Η πτώση τους ήταν θεαματική, εντυπωσιακή, παράξενη και προπάντων ένδοξη.
Έτρεφαν βαθιά αισθήματα για τους ανθρώπους που «πήγαιναν». Άφηναν την ψυχή τους πίσω όταν απομακρυνόταν χωρίς τη θέλησή τους. Αγαπούσαν τα μέρη που μεγάλωσαν. Άναβαν τα καντήλια και λιβάνιζαν τους τάφους των παππούδων τους και των γονιών τους. Πήγαιναν σε όλες τις χαρές των συγγενών τους. Συμπαραστάθηκαν στα πένθη των οικείων τους. Δεν έκαναν ποτέ μόστρα τα προτερήματά τους. Πάντα αναπολούσαν την Ιθάκη τους, πάντα υπήρχε μια σπίθα αναμμένη στην εστία τους, πάντα υπήρχε ένα γέρικο σκυλί, ένας «Αργος» που τους περίμενε στην αυλή τους. Ξενιτεύτηκαν, έλειψαν χρόνια πολλά, γνώρισαν τόπους πολλών ανθρώπων κι επέστρεψαν στη δύση του βίου τους για να πεθάνουν στον τόπο τους.
Βαθιά αισθήματα. Ένα βαρύγδουπο επίθετο για ένα μεγαλειώδες ουσιαστικό. Για όλους εκείνους που δεν έμαθαν να κρύβονται ποτέ. Ούτε από τους άλλους, ούτε από τη συνείδησή τους, ούτε καν από τον εαυτό τους. Πολλή φροντίδα, περισσότερη στοργή, περίσσια αγάπη, συγκινητικό νιάσιμο. Να πονάει ο άλλος και να ματώνεις εσύ. Να κλαίει ο άλλος και να τρέχουν δάκρυα στο δικό σου πρόσωπο. Να κάνει λάθος ο άλλος και να παίρνεις εσύ πάνω σου το φταίξιμο. Να μην αφήνεις τον ήλιο να τον πειράξει, να μην αφήνεις το νερό να τον μουσκέψει, να μην επιτρέπεις στη σκόνη να τον αγγίξει. Όλα καλά, όλα όμορφα, όλα ωραία. Βαθιά αισθήματα για ξεχωριστούς ανθρώπους, για εκλεκτούς, για λίγους. Για ανθρώπους που μυρίζουν αξιοπρέπεια. Καλά να είμαστε κι εμείς, κι εσείς κι εκείνοι και οι άλλοι.
