ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Μικρό παιδάκι ήσουν. Έμαθες να ζεις με απαγορεύσεις, με προτροπές, με συμβουλές και με περιορισμούς. Χωρίς να ξέρεις γιατί. Απλά έπρεπε να το κάνεις γιατί το έλεγαν οι μεγάλοι. Επειδή δεν ήταν σωστό, επειδή κάποιοι σε ρωτούσαν: «τι θα πει ο κόσμος;». Πολύς ο κόσμος και διαφορετικός, εσύ μικρός και άμαθος, η κοινωνία σκληρή με τα λάθη σου και μια μόνιμη σπάθη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι σου. Πολλές οι απαγορεύσεις, περισσότερα τα «όχι», αμέτρητα τα «δεν», χιλιάδες οι αρνήσεις. Χωρίς εναλλακτική, χωρίς άλλο δρόμο για να πάρεις. Μόνο μην πάς εκεί. Κι όταν σταματούσες και άλλαζες κατεύθυνση απλά περίμενες την επόμενη απαγόρευση, την καινούρια άρνηση. Κι έτσι ανεπαίσθητα οι δρόμοι έκλειναν σιγά-σιγά, μεθοδικά, με πρόγραμμα και τάξη. Μην μιλάς, μην κινείσαι, μην αυθαδιάζεις, μη διαμαρτύρεσαι. Μείνε εκεί ασφαλής, άβουλος, ακίνητος και κανένας δεν θα σε πειράξει.
Τι κι αν ήσουν υπάκουος και ακίνητος; Τι κι αν εκτελούσες τις διαταγές κατά γράμμα; O κόσμος έλεγε. πολλά και διάφορα, ξεστόμιζε μισές αλήθειες και ξέρναγε ολόκληρα ψέματα. Βοούσαν τα σοκάκια, τα καφενεία και τα στενά στις βεγγέρες από τα κουτσομπολιά των «αναμάρτητων». Λίγο φαγητό και πολλή σάλτσα, πολύ λάδι και καθόλου ψωμί, αρκετή κακεντρέχεια και ελάχιστη κατανόηση, πολλή ζήλια και περισσότερη περιφρόνηση, αρκετές πέτρες και πολύ νερό ανακατεμένο με χώμα, τόσο που γινόταν λάσπη. Ναι, ο κόσμος έλεγε, εσύ άκουγες και δεν μίλαγες, κάποια στιγμή άρχισες κι εσύ να πιστεύεις τα όσα σου καταμαρτυρούσαν και στο τέλος χάθηκες. Στις έριδες των άλλων, στις συμβουλές των μεγάλων, στις προτροπές των υποκριτών και στις αλήθειες των εύκολων κριτών, στον εαυτό σου που δεν ήξερες και στα απωθημένα σου που έγιναν κόμποι στο λαιμό και σε βάραιναν. Τα όνειρά σου είχαν πια ξεθωριάσει, τα σχέδια σου ολοένα και απομακρυνόταν, τα οράματά σου όσο πήγαινε και ξεμάκραιναν.
Κι έτσι τα χρόνια περνούσαν, κυλούσαν σαν νεράκι στο αυλάκι της ζωής σου. Αποστήθισες τα στερεότυπα και τις απαγορεύσεις, τα έκανες στοιχείο του εαυτού σου κι ας μην τα πίστεψες ποτέ. Σου έμαθαν μια καινούρια περπατησιά από την οποία δεν μπορούσες να ξεστρατίσεις στην αρχή και δεν ήθελες να αποκλίνεις στο τέλος. Κουράστηκες να υπακούς και δεν είχες πια τη δύναμη να επαναστατήσεις. Μάθαινες πράγματα για τον εαυτό σου από τους άλλους που κι εσύ ο ίδιος αγνοούσες. Κατάλαβες πως η αλήθεια και το δίκιο δεν είναι πάντα εύκολες κατακτήσεις, ένιωσες την αδικία αλλά δεν λύγισες, άκουσες την κακία να εκφράζεται σε φθόγγους και σε διφθόγγους αλλά δεν σταμάτησες. Προχώρησες χαμογελώντας πικρά.
Δεν κάνει. Να θέλεις εκεί που δεν μπορείς. Να μπορείς εκεί που δεν κάνει. Να μιλάς σε ξένους. Να εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους. Να ξύνεις πληγές. Να λες αλήθειες. Να κοιτάς τον άλλον κατάματα. Να βολτάρεις τα χαράματα. Να ανακατεύεσαι στις ξένες υποθέσεις. Να μπερδεύεσαι στα πόδια των άλλων. Να μιλάς στις συζητήσεις των μεγάλων. Ναι, δεν κάνει. Να παίρνεις πρωτοβουλίες χωρίς να ρωτάς. Να βάζεις το μάτι σου στην τρύπα της κλειδαριάς και να κοιτάς. Να κάθεσαι στο τραπέζι πριν από τους καλεσμένους. Να μην φιλεύεις τους ξένους. Να φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν. Να αγγίζεις τα πράγματα των άλλων. Να επιθυμείς τη γυναίκα του πλησίον σου. Να τινάζεις με το παραμικρό στον αέρα τη συζήτηση. Να προκαλείς την παρεξήγηση. Και στο τέλος, να μην νιώθεις την ανάγκη να δώσεις -έστω κάποια γελοία- εξήγηση. Ανέχτηκες -χρόνια τώρα- να σε θίγουν, να σε μειώνουν, να σε ταπεινώνουν με την πρώτη ευκαιρία. Δεν σε πείραξε ιδιαίτερα η συκοφαντία. Ίσως γιατί βαθιά μέσα σου ήξερες πως υπήρχε κάτι ακόμα χειρότερο από αυτή. Η αλήθεια…
