Πώς δείχνεις ότι έχεις καλή ανατροφή
Αρχίζοντας: Μην πιάνεις το κουτάλι με τ’ αριστερό.
Μη βάζεις τους αγκώνες στο τραπέζι.
Διπλώνεις καλά τη χαρτοπετσέτα σου.
Συνεχίζοντας: Πες μου την τετραγωνική ρίζα του τρεις χιλιάδες τριακόσια δεκατρία.
Που είναι η Τανγκανίκα; Πότε γεννήθηκε ο Θερβάντες;
Θα σου βάλω διαγωγή κακή αν μιλάς με τον συμμαθητή σου.
Ζώντας: Μα σας φαίνεται πρέπον να γράφει στίχους ένας μηχανολόγος;
Η κουλτούρα είναι διάκοσμος καί η δουλειά δουλειά.
Αν εξακολουθήσεις μ’ αυτή την κοπέλα, θα σου κλείσουν οι πόρτες.
Τέλος: Μην κάνεις τρέλες. Να συμπεριφέρεσαι σωστά.
Να δείχνεις καλή ανατροφή.
Μην πίνεις. Μην καπνίζεις. Μη βήχεις.
Μην αναπνέεις.
Α, ναι, μην αναπνέεις! Πες όχι σ’ όλα τα «όχι» και ξεκουράσου. Πέθανε.
«Οι απώλειες έχουν θετικό πρόσημο»
Οι απώλειες είναι κάτι θετικό. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να το πιστέψεις, αλλά οι απώλειες είναι κάτι θετικό. Πρέπει να μάθουμε να χάνουμε. Θα πρέπει να ξέρεις ότι αργά ή γρήγορα όλα όσα κερδίζεις θα τα χάσεις.
Στο νοσοκομείο μάς μάθαιναν να αποδεχόμαστε την απώλεια, χωρίς όμως να δίνουν έμφαση στη λέξη «αποδοχή», αλλά στην «απώλεια». Κι αφού η αποδοχή είναι ζήτημα χρόνου, η απώλεια είναι ζήτημα αρχών.
Χρόνια πριν, όταν κάποιος πέθαινε, οι πιο κοντινοί συγγενείς του περνούσαν κάποιο διάστημα πενθώντας: Φορούσαν μαύρα, υπέφεραν, δεν έβγαιναν από το σπίτι. Το πένθος ήταν ο απαραίτητος χρόνος για να σκεφτούν και να βιώσουν αυτή την απώλεια.
Περάσαμε από το πένθος στο απόλυτο τίποτα. Τώρα κάποιος πεθαίνει και στο γραφείο κηδειών σού λένε πως πρέπει να το ξεπεράσεις. Χωρίζεις με το ταίρι σου κι ο κόσμος θέλει να βγαίνεις με άλλο σε δύο βδομάδες. Και το πένθος; Πού είναι το πένθος, ο συλλογισμός της απώλειας, του τι σημαίνει απώλεια;
Ο καρκίνος μού πήρε πολλά. Ένα πνευμόνι, ένα πόδι, τμήμα του συκωτιού μου, κινητικότητα, εμπειρίες, χρόνια από το σχολείο... Η απώλεια που ίσως βίωσα περισσότερο όμως ήταν αυτή του ποδιού μου. Θυμάμαι ότι, την προηγούμενη μέρα που θα μου το έκοβαν, ο γιατρός μού είπε: «Κάνε αποχαιρετιστήριο πάρτι στο πόδι σου.
Κάλεσε όλους όσους έχουν μια κάποια σχέση μαζί του και αποχαιρέτησέ το με όλες τις τιμές. Δε σε στήριξε όλη σου τη ζωή; Ε λοιπόν στήριξέ το κι εσύ τώρα που φεύγει».
Ήμουν δεκαπέντε χρονών και δεν οργάνωσα ένα εφηβικό πάρτι απώλειας της παρθενίας μου (όπως θα ήθελα να κάνω), αλλά του ποδιού μου. Θυμάμαι σαν να ήταν χτες-που κάλεσα ανθρώπους που σχετίζονταν με το πόδι μου (με δυσκόλεψε κάμποσο, δεν ήταν εύκολο να το κάνω).
Κι αφού το είχα σκεφτεί χίλιες φορές κι είχα μιλήσει για χίλια πράγματα, τους είπα τελικά: «Σας καλώ στο πάρτι της απώλειας του ποδιού μου, μη φέρετε τίποτα. Κι αν θέλετε, ελάτε ποδαράτα».
Ο τελευταίος χορός με τα δύο πόδια
Σ’ εκείνο το τόσο παράξενο πάρτι κάλεσα τους ανθρώπους που σχετίζονταν με το πόδι μου - έναν τερματοφύλακα που του είχα βάλει σαράντα πέντε γκολ σε ένα παιχνίδι (εντάξει, εντάξει, ένα έβαλα, αλλά τον κάλεσα), μια κοπέλα με την οποία ακουμπούσαμε τα πόδια μας κάτω από το τραπέζι, έναν τύπο με τον οποίο κάναμε μαζί εκδρομές. Επίσης κάλεσα έναν φίλο μου που είχε έναν σκύλο που με δάγκωσε όταν ήμουν δέκα ετών. Το περίεργο είναι ότι ήρθε και το σκυλί και προσπάθησε να με ξαναδαγκώσει.
Όταν τελείωνε η νύχτα και άρχιζε να ξημερώνει, λίγες ώρες πριν μπω στο χειρουργείο σκέφτηκα και το δοξαστικό φινάλε - ένας τελευταίος χορός και με τα δυο μου πόδια. Το πρότεινα σε μια νοσοκόμα και δέχτηκε.
Εγώ δεν είχα μουσική, αλλά το παιδί με το οποίο μοιραζόμουν το δωμάτιο του νοσοκομείου είχε πολλά σιντί του Ματσίν (ήταν φαν του Ματσίν, ο ίδιος ονόμαζε τον εαυτό του Μανισέρο). Έβαλα τη μουσική που μου δάνεισε και ακούστηκε το «Περίμενέ με στον ουρανό». Δεν υπήρχε πιο κατάλληλο τραγούδι για κείνη τη στιγμή, για κείνο το φινάλε.
Την επόμενη ημέρα μου έκοψαν το πόδι. Δεν ήμουν λυπημένος όμως, το είχα αποχαιρετήσει, είχα κλάψει, είχα γελάσει. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, είχα περάσει το πρώτο μου πένθος, είχα μιλήσει χωρίς προσκόμματα για την απώλεια και την είχα μετατρέψει σε κέρδος.
Η λέξη πόνος δεν υπάρχει
Ο πόνος δεν υπάρχει. Αυτή ήταν η φράση που άκουσα να επαναλαμβάνεται περισσότερο από τους Μαλλιάδες τα χρόνια του νοσοκομείου. Μαλλιάδες ήταν το παρατσούκλι που μας έδωσαν κάποιοι γιατροί και νοσοκόμες, κι είχε να κάνει με το γεγονός ότι δεν είχαμε μαλλιά, παρότι Μαλλιά λέμε αυτόν που έχει πάρα πολλά μαλλιά.
Αυτό που υπάρχει είναι το αποκαλούμενο κατώφλι του πόνου, η στιγμή που αρχίζεις να νιώθεις ότι πονάς. Είναι το προ-χολ του πόνου, η στιγμή που ο νους σου σκέφτεται πως κάτι θ’ αρχίσει να πονάει. Το κατώφλι του πόνου βρίσκεται σε απόσταση μισού πόντου από τον πόνο.
Ναι, μπορώ να το μετρήσω. Νομίζω πως, επειδή σπούδασα μηχανολόγος, χρησιμοποιώ τα νούμερα για να ποσοτικοποιήσω συναισθήματα, πόνους και πρόσωπα. Καμιά φορά έχω την αίσθηση ότι η ανάμειξη μηχανικής και καρκίνου παράγει αυτό το φαινόμενο.
Σιγά σιγά σταματάμε να δίνουμε προσοχή στον πόνο. Στην αρχή ήταν οι πόνοι από τα τρυπήματα της χημειοθεραπείας. Πάντα όταν σου κάνουν ένεση πονάς. Ανακαλύψαμε όμως ότι ο πόνος προέρχεται από τη σκέψη ότι υπάρχει πόνος.
Αμφισβητώντας την ύπαρξη του πόνου
Μια μέρα όμως σε κάποια από τις χημειοθεραπείες (κι έκανα πάνω από ογδόντα τρεις) αποφάσισα να πιστέψω αυτό που μου είχε πει. Κοίταξα την ένεση, κοίταξα τη σάρκα μου και δεν έβαλα στην εξίσωση τον τρίτο παράγοντα. Ο πόνος δεν πήρε μέρος, δε σκέφτηκα ότι έπρεπε να πονέσω. Ήταν μονάχα μια βελόνα που θα έμπαινε στο δέρμα μου για να τραβήξει αίμα. Σαν ένα χάδι, ένα περίεργο, διαφορετικό χάδι. Ένα χάδι ανάμεσα στο μέταλλο και τη σάρκα.
Κι έτσι έγινε, μυστηριωδώς: Για πρώτη φορά δεν ένιωσα πόνο, παρά μονάχα αυτό το παράξενο χάδι. Εκείνη τη μέρα η νοσοκόμα χρειάστηκε δώδεκα τσιμπήματα για να βρει τη φλέβα, αφού με τη χημειοθεραπεία εξαφανίζονται σιγά σιγά και είναι όλο και πιο δύσκολο να τις βρεις. Δεν παραπονέθηκα ούτε μία φορά γιατί ήταν μαγικό, σχεδόν ποιητικό, να σκέφτομαι αυτή την αίσθηση. Δεν ήταν πόνος, στην πραγματικότητα ήταν κάτι που δεν είχε όνομα, αλλά που δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον πόνο.
Τα επόμενα επτά χρόνια του καρκίνου δεν ένιωσα ποτέ πόνο, επειδή ο καρκίνος στις περισσότερες περιπτώσεις (εκτός από ένα 10 ή 12%) δεν πονάει. Οι ταινίες είναι που τον έχουν μετατρέψει σε κάτι επώδυνο. Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ κάποια ταινία όπου κάποιος που έχει καρκίνο δεν κλαίει από τον πόνο, δεν κάνει εμετό, δεν πεθαίνει ή δεν παίρνει μεγάλη ποσότητα μορφίνης. Πάντα δείχνουν το ίδιο - πόνο και θάνατο.
Ο πόνος έξω από το Νοσοκομείο
Όταν θεραπεύτηκα, πίστεψα πως θα ξεχνούσα αυτό το μάθημα, αλλά ήταν το πρώτο που θυμήθηκα. Υπάρχει πολύς πόνος έξω από το νοσοκομείο, έξω από τη ζωή του νοσοκομείου, που δεν είναι ιατρικός πόνος, δεν έχει να κάνει με ενέσεις ή με χειρουργικές επεμβάσεις. Έχει να κάνει με άλλους ανθρώπους, κάποιους ανθρώπους που προκαλούν πόνο, άθελά τους ή μη.
Κι ήταν σ’ εκείνη τη χωρίς καρκίνο ζωή μου που ένιωσα πραγματικά να πονάω. Από έρωτα, από θλίψη, από περηφάνια, στη δουλειά. Τότε ήταν που θυμήθηκα πως ο πόνος δεν υπάρχει. Η λέξη πόνος δεν υπάρχει. Τότε ήταν που σκέφτηκα και πάλι τι πραγματικά αισθανόμουν όταν μου συνέβαιναν όλα αυτά τα πράγματα, και τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα πολλές φορές επρόκειτο \ για νοσταλγία, άλλες για αδυναμία άμυνας, άλλες για απογοήτευση ή μοναξιά. Αλλά δεν ήταν πόνος.
Όταν ήμουν μικρός, όταν έμαθα στο νοσοκομείο πως δεν υπάρχει ο πόνος, ένιωσα, στα δεκατέσσερά μου, σαν ένας υπερήρωας που είχε την υπερδύναμη να μη νιώθει πόνο. Είχα έναν συμμαθητή στο σχολείο που μου έλεγε: «Είσαι φτιαγμένος από σίδερο, δεν καταλαβαίνεις τα τσιμπήματα». Τώρα, μεγάλος πια, συνειδητοποιώ ότι στην πραγματικότητα εξακολουθούμε να δεχόμαστε τσιμπήματα. Πολλές φορές δυο τρία μαζεμένα σε διαφορετικά μέρη, καμιά φορά μονάχα ένα κατευθείαν στην καρδιά. Το μυστικό δεν είναι να είσαι φτιαγμένος από σίδερο ή αναίσθητος, αλλά να αφήνεσαι να σε διαπεράσουν, να σε ακουμπήσουν και να δώσεις όνομα σ’ αυτό που αισθάνεσαι.
Πες μου πώς περπατάς και θα σου πω τι γέλιο έχεις
Γεννιόμαστε με ελλείψεις, πολλές, ποικίλες. Με τον καιρό τις καλύπτουμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Μερικές φορές με τον σωστό τρόπο, κάποιες άλλες όπως όπως. Επίσης μπορεί και να μη γνωρίζουμε ότι τις έχουμε. Ο εγκέφαλος είναι τόσο έξυπνος, που καμιά φορά μάς κρύβει τις πιο βασικές πληροφορίες για μας τους ίδιους.
Δεν ξέρουμε να περπατάμε, αλλά σιγά σιγά βρίσκουμε το βήμα μας. Εγώ είχα την τύχη να περπατήσω με τέσσερις τρόπους.
- Τα πρώτα μου βήματα έγιναν λίγα χρόνια αφότου γεννήθηκα. Περπατούσα γοργά, τόσο που, όταν έφτασα στην εφηβεία, είχα αποκτήσει έναν σκανταλιάρικο αέρα. Ένα περπάτημα που μ’ έκανε να γελάω πολύ, παράξενα γέλια αυτά και διαφορετικά.
- Χρόνια αργότερα έκανα τα δεύτερα «πρώτα» μου βήματα, όταν μου έβαλαν το πρώτο μου μηχανικό πόδι. Ήταν ένα περπάτημα πιο άκαμπτο, τύπου πατερίτσα. Ένα περπάτημα που καθόρισε την ύπαρξή μου, που έκανε να μην αισθάνομαι καθόλου άνετα και εξαφάνισε το γέλιο.
- Αργότερα το άλλαξα μ’ ένα υδραυλικό πόδι. Εκείνο το περπάτημα ήταν ένα περπάτημα πιο χαρούμενο, πιο τραγουδιστό, πιο μουσικό. Μ’ έκανε να νιώσω καλύτερα κι άρχισα να γελάω πολύ και κοφτά, αλλά μαλακά. Τότε συνειδητοποίησα ότι το γέλιο συνδεόταν με το περπάτημα. Πες μου πώς περπατάς και θα σου πω τι γέλιο έχεις. Υπάρχει κάτι στον τρόπο που περπατάμε που μας οδηγεί ως το γέλιο, ως το χιούμορ.
- Τώρα έχω ένα ηλεκτρονικό πόδι και το περπάτημα και το γέλιο μοιάζουν αλληλένδετα. Το πιο παράξενο είναι ότι το βράδυ πρέπει να φορτίζω την μπαταρία. Μερικές φορές δεν ξέρω αν έβαλα στην πρίζα το κινητό, τον υπολογιστή ή το πόδι. Έχω όμως την εντύπωση πως είναι πολυτέλεια αυτή η σκέψη.
Η αναπνοή κινεί τα πόδια
Διότι το ουσιώδες βρίσκεται στο περπάτημα. Οι άνθρωποι δε νοιάζονται πλέον για το περπάτημα. «Έτσι περπατάω, πάντα έτσι περπατούσα». Νομίζουν πως δεν πρόκειται να αλλάξει. Αφού έτσι περπατάνε τριάντα, σαράντα χρόνια τώρα, γιατί ν’ αλλάξει;
Αυτό που δε συνειδητοποιούν όμως είναι πως η αλλαγή είναι εφικτή. Όλα εξαρτώνται από την αναπνοή, από την εξάσκηση της αναπνοής, να βρεις ποια σου πάει καλύτερα. Ν’ αφιερώσεις λίγο χρόνο για να νιώσεις πώς μπαίνει και πώς βγαίνει ο αέρας μέσα σου. Από τη στιγμή που θα βρεις την αναπνοή σου, θα πρέπει να σκεφτείς πώς αυτή η αναπνοή μπορεί να κινήσει τα πόδια σου. Αναπνοή και κίνηση σχετίζονται απολύτως.
Σιγά σιγά θα βρεις το βήμα σου. Θα είναι διαφορετικό απ’ αυτό που είχες, θα είναι ένα βήμα με τη δυναμική του τρόπου που θα εισπνέεις και θα εκπνέεις αέρα. Πολλές φορές θα είναι ένα βήμα τόσο διαφορετικό, ώστε δε θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου όταν τον βλέπεις στον καθρέφτη, τόσο παράξενο ώστε θα νομίζεις πως δεν είσαι εσύ που περπατάς αλλά κάποιος άλλος. Σιγά σιγά, αν θέλεις, μεταμόρφωσε αυτό τον καινούριο βηματισμό σε τρέξιμο. Αν κι αυτό είναι για τους πολύ μυημένους.
Στο τέλος θα διαπιστώσεις ότι, περπατώντας διαφορετικά, πατώντας στο έδαφος μ’ έναν διαφορετικό τρόπο, γεννιέται κάτι μέσα σου. Ένα είδος συναισθήματος, κάτι που μοιάζει με χαρά. Αυτό είναι και ο σπόρος του γέλιου. Αυτό το συναίσθημα, αυτή την αίσθηση είναι που πρέπει να μετατρέψεις σε γέλιο.
Λίγο λίγο εξωτερίκευε, βγάζε αυτό το γέλιο που σου γεννάει το καινούριο περπάτημα. Δοκίμασε το γέλιο που σου ταιριάζει καλύτερα. Άκουσέ το, πρώτα στο σπίτι, μόνος σου. Κι όταν θα έχεις αποφασίσει, δείξ’ το στους δικούς σου, γέλα μαζί τους, άφοβα, χωρίς να ντρέπεσαι. Άφησε τον εαυτό σου να παρασυρθεί.
Αυτό είναι το γέλιο σου. Το μόνο που πρέπει να κάνεις εσύ είναι να το εξωτερικεύσεις στον μέγιστο βαθμό και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, αυτό το γέλιο θα μεταβάλει την ύπαρξή σου, τον τρόπο να απολαμβάνεις τη ζωή σου.
Άρχισε να μετράς από το έξι και μετά
Μου έκαναν τρεις αξονικές τομογραφίες. Πρέπει να παραμένεις εντελώς ακίνητος. Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τίποτα προσωπικό, φοβόμουν μήπως το απεικονίσει το μηχάνημα. Ξέρω ότι αυτά τα μηχανήματα δεν απεικονίζουν τέτοια πράγματα, αλλά έχω την αίσθηση ότι όλα καταγράφονται, κι έτσι δε σκεφτόμουν τίποτα.
Εκεί βρισκόταν ένας κύριος που με κοιτούσε. Ήταν ένας κύριος με πολύ μικρά ματάκια. Φορούσε μια γαλάζια πιτζάμα, όπως εγώ. Αρχίσαμε να μιλάμε αμέσως. Πώς αργούσαν! Για αξονική; Κουβέντες που φέρνουν κοντά τους ανθρώπους σε μια αίθουσα αναμονής.
Πλησιάσαμε ο ένας στον άλλον. Κανείς μας δεν πήγε εκεί που βρισκόταν ο άλλος, αλλά σ’ ένα καινούριο σημείο. Μου είπε πως ήταν νευρολόγος. Και η κουβέντα επικεντρώθηκε στον εγκέφαλο, στο περίφημο 10% που χρησιμοποιούμε. Αυτό ήταν πάντοτε κάτι που με προβλημάτιζε, περιμένω με λαχτάρα να φτάσουν οι απόγονοί μας στο σημείο να χρησιμοποιούν το 30 ή το 40%. Στο κάτω κάτω θα μας θυμούνται ως αυτούς που χρησιμοποιούσαν το 10%: Υπήρξαν οι άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν ξύλα, άλλοι πέτρες, κι εμείς αυτοί που χρησιμοποιούσαν το 10% του εγκεφάλου τους. Έχουμε προοδεύσει πολύ. Αλλά γι’ αυτούς του 30% θα είμαστε ό,τι είναι για μας τώρα οι πρωτόγονοι άνθρωποι.
Για μεγαλύτερες δυνατότητες του εγκεφάλου
Ο νευρολόγος μού είπε πως, για να αποκτήσει μεγαλύτερες δυνατότητες ο εγκέφαλός μου, το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να τον βάλω να δουλέψει.
Μου μίλησε για νούμερα. Ήταν ένα απλό παράδειγμα. Μου έδειξε τέσσερα αντικείμενα. Σ’ εκείνη την περίπτωση ήταν τέσσερα περιοδικά. Μου ζήτησε να τα μετρήσω. Του είπα πως ήταν τέσσερα. Με ρώτησε: «Χρειάστηκε να σκεφτείς;». Απάντησα πως όχι, ήταν απλό.
Άρχισα να αμφιβάλλω ότι ήταν νευρολόγος, έμοιαζε περισσότερο με ασθενή του ογδόου (της ψυχιατρικής). Μου έδειξε πέντε περιοδικά και μου είπε να τα μετρήσω. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως το μυαλό μου είχε ξεκινήσει να δουλεύει. Μετρούσα, δεν μπορούσα να το κάνω αυτόματα. Μου χαμογέλασε, τα μάτια του στένεψαν ακόμη περισσότερο. «Μετράς, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξα έκθαμβος.
Μου εξήγησε ότι από το πέντε και πάνω εκείνο το 10% του εγκεφάλου μας αρχίζει να μετράει. Ο τρόπος να τον σπρώξουμε στην άσκηση είναι ν’ αρχίσουμε να μετράμε από το επτά και πάνω. Κατόπιν από το οκτώ και πάνω. Έτσι τον υποχρεώνουμε να διευρύνει τις δυνατότητές του, βάζοντας να δουλεύουν ταυτόχρονα όσο περισσότεροι νευρώνες μπορούμε. Βάλ’ τον να δουλέψει λιγουλάκι για να μην τεμπελιάζει, ώσπου να πάψεις να αντιλαμβάνεσαι πότε αρχίζει να δουλεύει.
Ήθελα να μάθω περισσότερα. Μου είπε ότι, όταν βλέπουμε εννέα ανθρώπους, τότε είναι που αποκτά με αίσθηση της ομάδας. Έως το οκτώ δεν το αξιολογεί, αλλά από το εννέα και μετά ο εγκέφαλός μας το αναγνωρίζει ως ένα μικρό πλήθος. Τρόποι να βάλεις τον εγκέφαλό σου να δουλέψει - να αρχίσει να σκέφτεται ως πλήθος από δεκαπέντε ή είκοσι άτομα και πάνω.
Πηγή: «Κίτρινος κόσμος» Άλμπερτ Εσπινόζα
Εκδόσεις Πατάκη
