ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Στο κατώφλι του πόνου του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Πώς δείχνεις ότι έχεις καλή ανατροφή

Αρχίζοντας: Μην πιάνεις το κουτάλι με τ’ αριστερό.

Μη βάζεις τους αγκώνες στο τραπέζι.

Διπλώνεις καλά τη χαρτοπετσέτα σου.

Συνεχίζοντας: Πες μου την τετραγωνική ρίζα του τρεις χιλιάδες τριακόσια δεκατρία.

Που είναι η Τανγκανίκα; Πότε γεννήθηκε ο Θερβάντες;

Θα σου βάλω διαγωγή κακή αν μιλάς με τον συμμαθητή σου.

Ζώντας: Μα σας φαίνεται πρέπον να γράφει στίχους ένας μηχανολόγος;

Η κουλτούρα είναι διάκοσμος καί η δουλειά δουλειά.

Αν εξακολουθήσεις μ’ αυτή την κοπέλα, θα σου κλείσουν οι πόρτες.

Τέλος: Μην κάνεις τρέλες. Να συμπεριφέρεσαι σωστά.

Να δείχνεις καλή ανατροφή.

Μην πίνεις. Μην καπνίζεις. Μη βήχεις.

Μην αναπνέεις.

Α, ναι, μην αναπνέεις! Πες όχι σ’ όλα τα «όχι» και ξεκουράσου. Πέθανε.

 

«Οι απώλειες έχουν θετικό πρόσημο»

Οι απώλειες είναι κάτι θετικό. Ξέρω ότι είναι δύ­σκολο να το πιστέψεις, αλλά οι απώλειες είναι κάτι θετικό. Πρέπει να μάθουμε να χάνουμε. Θα πρέπει να ξέρεις ότι αργά ή γρήγορα όλα όσα κερδίζεις θα τα χάσεις.

Στο νοσοκομείο μάς μάθαιναν να αποδεχόμαστε την απώλεια, χωρίς όμως να δίνουν έμφαση στη λέξη «αποδοχή», αλλά στην «απώλεια». Κι αφού η απο­δοχή είναι ζήτημα χρόνου, η απώλεια είναι ζήτημα αρχών.

Χρόνια πριν, όταν κάποιος πέθαινε, οι πιο κοντι­νοί συγγενείς του περνούσαν κάποιο διάστημα πεν­θώντας: Φορούσαν μαύρα, υπέφεραν, δεν έβγαιναν από το σπίτι. Το πένθος ήταν ο απαραίτητος χρόνος για να σκεφτούν και να βιώσουν αυτή την απώλεια.

Περάσαμε από το πένθος στο απόλυτο τίποτα. Τώρα κάποιος πεθαίνει και στο γραφείο κηδειών σού λένε πως πρέπει να το ξεπεράσεις. Χωρίζεις με το ταίρι σου κι ο κόσμος θέλει να βγαίνεις με άλλο σε δύο βδομάδες. Και το πένθος; Πού είναι το πέν­θος, ο συλλογισμός της απώλειας, του τι σημαίνει απώλεια;

Ο καρκίνος μού πήρε πολλά. Ένα πνευμόνι, ένα πόδι, τμήμα του συκωτιού μου, κινητικότητα, εμπει­ρίες, χρόνια από το σχολείο... Η απώλεια που ίσως βίωσα περισσότερο όμως ήταν αυτή του ποδιού μου. Θυμάμαι ότι, την προηγούμενη μέρα που θα μου το έκοβαν, ο γιατρός μού είπε: «Κάνε αποχαιρετιστή­ριο πάρτι στο πόδι σου.

Κάλεσε όλους όσους έχουν μια κάποια σχέση μαζί του και αποχαιρέτησέ το με όλες τις τιμές. Δε σε στήριξε όλη σου τη ζωή; Ε λοι­πόν στήριξέ το κι εσύ τώρα που φεύγει».

Ήμουν δεκαπέντε χρονών και δεν οργάνωσα ένα εφηβικό πάρτι απώλειας της παρθενίας μου (όπως θα ήθελα να κάνω), αλλά του ποδιού μου. Θυμάμαι σαν να ήταν χτες-που κάλεσα ανθρώπους που σχε­τίζονταν με το πόδι μου (με δυσκόλεψε κάμποσο, δεν ήταν εύκολο να το κάνω).

Κι αφού το είχα σκεφτεί χίλιες φορές κι είχα μιλήσει για χίλια πράγμα­τα, τους είπα τελικά: «Σας καλώ στο πάρτι της απώλειας του ποδιού μου, μη φέρετε τίποτα. Κι αν θέλετε, ελάτε ποδαράτα».

Ο τελευταίος χορός με τα δύο πόδια

Σ’ εκείνο το τόσο παράξενο πάρτι κάλεσα τους ανθρώπους που σχετίζονταν με το πόδι μου - έναν τερματοφύλακα που του είχα βάλει σαράντα πέντε γκολ σε ένα παιχνίδι (εντάξει, εντάξει, ένα έβαλα, αλλά τον κάλεσα), μια κοπέλα με την οποία ακουμπούσαμε τα πόδια μας κάτω από το τραπέζι, έναν τύπο με τον οποίο κάναμε μαζί εκδρομές. Επίσης κάλεσα έναν φίλο μου που είχε έναν σκύλο που με δάγκωσε όταν ήμουν δέκα ετών. Το περίεργο είναι ότι ήρθε και το σκυλί και προσπάθησε να με ξαναδαγκώσει.

Όταν τελείωνε η νύχτα και άρχιζε να ξημερώνει, λίγες ώρες πριν μπω στο χειρουργείο σκέφτηκα και το δοξαστικό φινάλε - ένας τελευταίος χορός και με τα δυο μου πόδια. Το πρότεινα σε μια νοσοκόμα και δέχτηκε.

Εγώ δεν είχα μουσική, αλλά το παιδί με το οποίο μοιραζόμουν το δωμάτιο του νοσοκομείου εί­χε πολλά σιντί του Ματσίν (ήταν φαν του Ματσίν, ο ίδιος ονόμαζε τον εαυτό του Μανισέρο). Έβαλα τη μουσική που μου δάνεισε και ακούστηκε το «Περίμενέ με στον ουρανό». Δεν υπήρχε πιο κατάλληλο τραγούδι για κείνη τη στιγμή, για κείνο το φινάλε.

Την επόμενη ημέρα μου έκοψαν το πόδι. Δεν ήμουν λυπημένος όμως, το είχα αποχαιρετήσει, είχα κλάψει, είχα γελάσει. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, είχα περάσει το πρώτο μου πένθος, είχα μιλήσει χω­ρίς προσκόμματα για την απώλεια και την είχα με­τατρέψει σε κέρδος.

Η λέξη πόνος δεν υπάρχει

Ο πόνος δεν υπάρχει. Αυτή ήταν η φράση που άκουσα να επαναλαμβάνεται περισσότερο από τους Μαλλιάδες τα χρόνια του νοσοκομείου. Μαλλιάδες ήταν το παρατσούκλι που μας έδωσαν κάποιοι γιατροί και νοσοκόμες, κι είχε να κάνει με το γεγονός ότι δεν εί­χαμε μαλλιά, παρότι Μαλλιά λέμε αυτόν που έχει πάρα πολλά μαλλιά.

Αυτό που υπάρχει είναι το αποκαλούμενο κατώ­φλι του πόνου, η στιγμή που αρχίζεις να νιώθεις ότι πονάς. Είναι το προ-χολ του πόνου, η στιγμή που ο νους σου σκέφτεται πως κάτι θ’ αρχίσει να πονάει. Το κατώφλι του πόνου βρίσκεται σε απόσταση μι­σού πόντου από τον πόνο.

Ναι, μπορώ να το μετρή­σω. Νομίζω πως, επειδή σπούδασα μηχανολόγος, χρησιμοποιώ τα νούμερα για να ποσοτικοποιήσω συναισθήματα, πόνους και πρόσωπα. Καμιά φορά έχω την αίσθηση ότι η ανάμειξη μηχανικής και καρ­κίνου παράγει αυτό το φαινόμενο.

Σιγά σιγά σταματάμε να δίνουμε προσοχή στον πόνο. Στην αρχή ήταν οι πόνοι από τα τρυπήματα της χημειοθεραπείας. Πάντα όταν σου κάνουν ένεση πονάς. Ανακαλύψαμε όμως ότι ο πόνος προέρχεται από τη σκέψη ότι υπάρχει πόνος.

Αμφισβητώντας την ύπαρξη του πόνου

Μια μέρα όμως σε κάποια από τις χημειοθερα­πείες (κι έκανα πάνω από ογδόντα τρεις) αποφάσι­σα να πιστέψω αυτό που μου είχε πει. Κοίταξα την ένεση, κοίταξα τη σάρκα μου και δεν έβαλα στην εξίσωση τον τρίτο παράγοντα. Ο πόνος δεν πήρε μέ­ρος, δε σκέφτηκα ότι έπρεπε να πονέσω. Ήταν μο­νάχα μια βελόνα που θα έμπαινε στο δέρμα μου για να τραβήξει αίμα. Σαν ένα χάδι, ένα περίεργο, δια­φορετικό χάδι. Ένα χάδι ανάμεσα στο μέταλλο και τη σάρκα.

Κι έτσι έγινε, μυστηριωδώς: Για πρώτη φορά δεν ένιωσα πόνο, παρά μονάχα αυτό το παράξενο χάδι. Εκείνη τη μέρα η νοσοκόμα χρειάστηκε δώδεκα τσι­μπήματα για να βρει τη φλέβα, αφού με τη χημειο­θεραπεία εξαφανίζονται σιγά σιγά και είναι όλο και πιο δύσκολο να τις βρεις. Δεν παραπονέθηκα ούτε μία φορά γιατί ήταν μαγικό, σχεδόν ποιητικό, να σκέφτομαι αυτή την αίσθηση. Δεν ήταν πόνος, στην πραγματικότητα ήταν κάτι που δεν είχε όνομα, αλ­λά που δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον πόνο.

Τα επόμενα επτά χρόνια του καρκίνου δεν ένιωσα ποτέ πόνο, επειδή ο καρκίνος στις περισσότερες περιπτώσεις (εκτός από ένα 10 ή 12%) δεν πονάει. Οι ταινίες είναι που τον έχουν μετατρέψει σε κάτι επώδυνο. Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ κάποια ταινία όπου κάποιος που έχει καρκίνο δεν κλαίει από τον πόνο, δεν κάνει εμετό, δεν πεθαίνει ή δεν παίρνει μεγάλη ποσότητα μορφίνης. Πάντα δείχνουν το ίδιο - πόνο και θάνατο.

Ο πόνος έξω από το Νοσοκομείο

Όταν θεραπεύτηκα, πίστεψα πως θα ξεχνούσα αυτό το μάθημα, αλλά ήταν το πρώτο που θυμήθη­κα. Υπάρχει πολύς πόνος έξω από το νοσοκομείο, έξω από τη ζωή του νοσοκομείου, που δεν είναι ια­τρικός πόνος, δεν έχει να κάνει με ενέσεις ή με χει­ρουργικές επεμβάσεις. Έχει να κάνει με άλλους αν­θρώπους, κάποιους ανθρώπους που προκαλούν πό­νο, άθελά τους ή μη.

Κι ήταν σ’ εκείνη τη χωρίς καρκίνο ζωή μου που ένιωσα πραγματικά να πονάω. Από έρωτα, από θλί­ψη, από περηφάνια, στη δουλειά. Τότε ήταν που θυμήθηκα πως ο πόνος δεν υπάρχει. Η λέξη πόνος δεν υπάρχει. Τότε ήταν που σκέφτηκα και πάλι τι πραγματικά αισθανόμουν όταν μου συνέβαιναν όλα αυτά τα πράγματα, και τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα πολλές φορές επρόκειτο \ για νοσταλγία, άλλες για αδυναμία άμυνας, άλλες για απογοήτευση ή μοναξιά. Αλλά δεν ήταν πόνος.

Όταν ήμουν μικρός, όταν έμαθα στο νοσοκομείο πως δεν υπάρχει ο πόνος, ένιωσα, στα δεκατέσσερά μου, σαν ένας υπερήρωας που είχε την υπερδύναμη να μη νιώθει πόνο. Είχα έναν συμμαθητή στο σχο­λείο που μου έλεγε: «Είσαι φτιαγμένος από σίδερο, δεν καταλαβαίνεις τα τσιμπήματα». Τώρα, μεγάλος πια, συνειδητοποιώ ότι στην πραγματικότητα εξακολουθούμε να δεχόμαστε τσιμπήματα. Πολλές φορές δυο τρία μαζεμένα σε διαφορετικά μέρη, καμιά φορά μονάχα ένα κατευθείαν στην καρδιά. Το μυστικό δεν είναι να είσαι φτιαγμένος από σίδερο ή αναίσθητος, αλλά να αφήνεσαι να σε διαπεράσουν, να σε ακουμπήσουν και να δώσεις όνομα σ’ αυτό που αισθάνεσαι.

Πες μου πώς περπατάς και θα σου πω τι γέλιο έχεις

Γεννιόμαστε με ελλείψεις, πολλές, ποικίλες. Με τον καιρό τις καλύπτουμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Μερικές φορές με τον σωστό τρόπο, κάποιες άλλες όπως όπως. Επίσης μπορεί και να μη γνωρίζουμε ότι τις έχουμε. Ο εγκέφαλος είναι τόσο έξυπνος, που καμιά φορά μάς κρύβει τις πιο βασικές πληροφορίες για μας τους ίδιους.

Δεν ξέρουμε να περπατάμε, αλλά σιγά σιγά βρί­σκουμε το βήμα μας. Εγώ είχα την τύχη να περπατή­σω με τέσσερις τρόπους.

  1. Τα πρώτα μου βήματα έγιναν λίγα χρόνια αφότου γεννήθηκα. Περπατούσα γοργά, τόσο που, όταν έφτασα στην εφηβεία, είχα αποκτήσει έναν σκαντα­λιάρικο αέρα. Ένα περπάτημα που μ’ έκανε να γε­λάω πολύ, παράξενα γέλια αυτά και διαφορετικά.
  2. Χρόνια αργότερα έκανα τα δεύτερα «πρώτα» μου βήματα, όταν μου έβαλαν το πρώτο μου μηχανικό πόδι. Ήταν ένα περπάτημα πιο άκαμπτο, τύπου πατερίτσα. Ένα περπάτημα που καθόρισε την ύπαρξή μου, που έκανε να μην αισθάνομαι καθό­λου άνετα και εξαφάνισε το γέλιο.
  3. Αργότερα το άλλαξα μ’ ένα υδραυλικό πόδι. Εκεί­νο το περπάτημα ήταν ένα περπάτημα πιο χαρού­μενο, πιο τραγουδιστό, πιο μουσικό. Μ’ έκανε να νιώσω καλύτερα κι άρχισα να γελάω πολύ και κο­φτά, αλλά μαλακά. Τότε συνειδητοποίησα ότι το γέλιο συνδεόταν με το περπάτημα. Πες μου πώς περπατάς και θα σου πω τι γέλιο έχεις. Υπάρχει κάτι στον τρόπο που περπατάμε που μας οδηγεί ως το γέλιο, ως το χιούμορ.
  4. Τώρα έχω ένα ηλεκτρονικό πόδι και το περπάτη­μα και το γέλιο μοιάζουν αλληλένδετα. Το πιο πα­ράξενο είναι ότι το βράδυ πρέπει να φορτίζω την μπαταρία. Μερικές φορές δεν ξέρω αν έβαλα στην πρίζα το κινητό, τον υπολογιστή ή το πόδι. Έχω όμως την εντύπωση πως είναι πολυτέλεια αυτή η σκέψη.

Η αναπνοή κινεί τα πόδια

Διότι το ουσιώδες βρίσκεται στο περπάτημα. Οι άνθρωποι δε νοιάζονται πλέον για το περπάτημα. «Έτσι περπατάω, πάντα έτσι περπατούσα». Νομί­ζουν πως δεν πρόκειται να αλλάξει. Αφού έτσι περ­πατάνε τριάντα, σαράντα χρόνια τώρα, γιατί ν’ αλλά­ξει;

Αυτό που δε συνειδητοποιούν όμως είναι πως η αλλαγή είναι εφικτή. Όλα εξαρτώνται από την ανα­πνοή, από την εξάσκηση της αναπνοής, να βρεις ποια σου πάει καλύτερα. Ν’ αφιερώσεις λίγο χρόνο για να νιώσεις πώς μπαίνει και πώς βγαίνει ο αέρας μέσα σου. Από τη στιγμή που θα βρεις την αναπνοή σου, θα πρέπει να σκεφτείς πώς αυτή η αναπνοή μπορεί να κινήσει τα πόδια σου. Αναπνοή και κίνη­ση σχετίζονται απολύτως.

Σιγά σιγά θα βρεις το βήμα σου. Θα είναι διαφο­ρετικό απ’ αυτό που είχες, θα είναι ένα βήμα με τη δυναμική του τρόπου που θα εισπνέεις και θα εκ­πνέεις αέρα. Πολλές φορές θα είναι ένα βήμα τόσο διαφορετικό, ώστε δε θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου όταν τον βλέπεις στον καθρέφτη, τόσο παράξε­νο ώστε θα νομίζεις πως δεν είσαι εσύ που περπα­τάς αλλά κάποιος άλλος. Σιγά σιγά, αν θέλεις, με­ταμόρφωσε αυτό τον καινούριο βηματισμό σε τρέ­ξιμο. Αν κι αυτό είναι για τους πολύ μυημένους.

Στο τέλος θα διαπιστώσεις ότι, περπατώντας δια­φορετικά, πατώντας στο έδαφος μ’ έναν διαφορετικό τρόπο, γεννιέται κάτι μέσα σου. Ένα είδος συναισθήματος, κάτι που μοιάζει με χαρά. Αυτό είναι και ο σπόρος του γέλιου. Αυτό το συναίσθημα, αυτή την αίσθηση είναι που πρέπει να μετατρέψεις σε γέλιο.

Λίγο λίγο εξωτερίκευε, βγάζε αυτό το γέλιο που σου γεννάει το καινούριο περπάτημα. Δοκίμασε το γέλιο που σου ταιριάζει καλύτερα. Άκουσέ το, πρώτα στο σπίτι, μόνος σου. Κι όταν θα έχεις αποφασίσει, δείξ’ το στους δικούς σου, γέλα μαζί τους, άφοβα, χωρίς να ντρέπεσαι. Άφησε τον εαυτό σου να παρα­συρθεί.

Αυτό είναι το γέλιο σου. Το μόνο που πρέπει να κάνεις εσύ είναι να το εξωτερικεύσεις στον μέγιστο βαθμό και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, αυτό το γέλιο θα μεταβάλει την ύπαρξή σου, τον τρόπο να απολαμβάνεις τη ζωή σου.

Άρχισε να μετράς από το έξι και μετά

Μου έκαναν τρεις αξονικές τομογραφίες. Πρέπει να παραμένεις εντελώς ακίνητος. Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τίποτα προσωπικό, φοβόμουν μήπως το απεικονίσει το μηχάνημα. Ξέρω ότι αυτά τα μηχα­νήματα δεν απεικονίζουν τέτοια πράγματα, αλλά έχω την αίσθηση ότι όλα καταγράφονται, κι έτσι δε σκεφτόμουν τίποτα.

Εκεί βρισκόταν ένας κύριος που με κοιτούσε. Ήταν ένας κύριος με πολύ μικρά ματάκια. Φορούσε μια γαλάζια πιτζάμα, όπως εγώ. Αρχίσαμε να μιλά­με αμέσως. Πώς αργούσαν! Για αξονική; Κουβέντες που φέρνουν κοντά τους ανθρώπους σε μια αίθουσα αναμονής.

Πλησιάσαμε ο ένας στον άλλον. Κανείς μας δεν πήγε εκεί που βρισκόταν ο άλλος, αλλά σ’ ένα και­νούριο σημείο. Μου είπε πως ήταν νευρολόγος. Και η κουβέντα επικεντρώθηκε στον εγκέφαλο, στο πε­ρίφημο 10% που χρησιμοποιούμε. Αυτό ήταν πάντο­τε κάτι που με προβλημάτιζε, περιμένω με λαχτάρα να φτάσουν οι απόγονοί μας στο σημείο να χρησι­μοποιούν το 30 ή το 40%. Στο κάτω κάτω θα μας θυ­μούνται ως αυτούς που χρησιμοποιούσαν το 10%: Υπήρξαν οι άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν ξύλα, άλλοι πέτρες, κι εμείς αυτοί που χρησιμοποιούσαν το 10% του εγκεφάλου τους. Έχουμε προοδεύσει πολύ. Αλλά γι’ αυτούς του 30% θα είμαστε ό,τι είναι για μας τώρα οι πρωτόγονοι άνθρωποι.

Για μεγαλύτερες δυνατότητες του εγκεφάλου

Ο νευρολόγος μού είπε πως, για να αποκτήσει μεγαλύτερες δυνατότητες ο εγκέφαλός μου, το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να τον βάλω να δουλέ­ψει.

Μου μίλησε για νούμερα. Ήταν ένα απλό παρά­δειγμα. Μου έδειξε τέσσερα αντικείμενα. Σ’ εκείνη την περίπτωση ήταν τέσσερα περιοδικά. Μου ζήτη­σε να τα μετρήσω. Του είπα πως ήταν τέσσερα. Με ρώτησε: «Χρειάστηκε να σκεφτείς;». Απάντησα πως όχι, ήταν απλό.

Άρχισα να αμφιβάλλω ότι ήταν νευρολόγος, έμοιαζε περισσότερο με ασθενή του ογ­δόου (της ψυχιατρικής). Μου έδειξε πέντε περιοδι­κά και μου είπε να τα μετρήσω. Ξαφνικά συνειδη­τοποίησα πως το μυαλό μου είχε ξεκινήσει να δου­λεύει. Μετρούσα, δεν μπορούσα να το κάνω αυτόμα­τα. Μου χαμογέλασε, τα μάτια του στένεψαν ακόμη περισσότερο. «Μετράς, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξα έκθαμβος.

Μου εξήγησε ότι από το πέντε και πάνω εκείνο το 10% του εγκεφάλου μας αρχίζει να μετράει. Ο τρόπος να τον σπρώξουμε στην άσκηση είναι ν’ αρχίσουμε να μετράμε από το επτά και πάνω. Κατόπιν από το οκτώ και πάνω. Έτσι τον υποχρεώνουμε να διευρύνει τις δυνατότητές του, βάζοντας να δουλεύουν ταυτό­χρονα όσο περισσότεροι νευρώνες μπορούμε. Βάλ’ τον να δουλέψει λιγουλάκι για να μην τεμπελιάζει, ώσπου να πάψεις να αντιλαμβάνεσαι πότε αρχίζει να δουλεύει.

Ήθελα να μάθω περισσότερα. Μου είπε ότι, όταν βλέπουμε εννέα ανθρώπους, τότε είναι που αποκτά με αίσθηση της ομάδας. Έως το οκτώ δεν το αξιολογεί, αλλά από το εννέα και μετά ο εγκέφαλός μας το αναγνωρίζει ως ένα μικρό πλήθος. Τρόποι να βά­λεις τον εγκέφαλό σου να δουλέψει - να αρχίσει να σκέφτεται ως πλήθος από δεκαπέντε ή είκοσι άτομα και πάνω.

 

Πηγή: «Κίτρινος κόσμος» Άλμπερτ Εσπινόζα

Εκδόσεις Πατάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Στο κατώφλι του πόνου του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ