ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
Δεν στα έφερε η ζωή όπως ήθελες. Τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή, δεν εξελίχθηκαν με τον τρόπο που επιθυμούσες. Στο μυαλό σου κυριαρχούσε ο πανικός, μια θολούρα σκέπαζε το βλέμμα σου. Δεν μπορούσες να δεις καθαρά, δεν άκουγες κανέναν, δεν είχες καν επαφή με το περιβάλλον. Οι γύρω σου έμοιαζαν αλλοπρόσαλλοι, παράξενοι, παράταιροι, παράφωνοι, τρελοί. Αποφάσισες να αποδράσεις. Από τα προβλήματα, από τις σκοτούρες, από το άγχος, από τη ζωή την ίδια. Και σήμερα ήταν η μέρα σου. Η δική σου παράσταση, το δικό σου μονόπρακτο. Φόρεσες τα καλά σου, μίλησες αινιγματικά σε κάνα δυο δικούς σου ανθρώπους, έκανες κάποιες διφορούμενες προβλέψεις για το μέλλον και άφησες μια αόριστη αίσθηση αποχαιρετισμού να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, ο καιρός αίθριος, η ατμόσφαιρα είχε κάποια στοιχεία χαρμολύπης. Κι έτσι σκέφτηκες «να την κάνεις», επέλεξες να δραπετεύσεις, αποφάσισες τελικά να λείπεις. Γύρισες το κλειδί στην πόρτα, πήρες από το συρτάρι τα παλιά και καλά φυλαγμένα γράμματά σου, τα διάβασες ήσυχα, χαμογέλασες πικρά, έγραψες εκείνο το σύντομο, απλό, βαθύ, γεμάτο αδιαφορία και συγχώρεση σημείωμα, κοίταξες την ώρα στο ρολόι του τοίχου που είχε σταματήσει κι έσυρες για τελευταία φορά (;) τα βήματά σου στη στενάχωρή σου κάμαρα.
Και το ήπιες το δηλητήριο. Το κατάπιες μέχρι που το ποτήρι στέγνωσε, δεν άφησες ούτε σταγόνα. Πάει, κατέβηκε στο στομάχι. Παράξενη αίσθηση, δεν είσαι τόσο θαρραλέος όσο νόμιζες ότι ήσουν. Αρχίζει να σε καίει, σφαδάζεις, διπλώνεις, πονάς αφόρητα. Αν εκτελούσαν τους ιδανικούς αυτόχειρες εσύ θα πήγαινες τσάμπα, πίστεψέ με. Ξεκλειδώνεις, φωνάζεις βοήθεια, ψάχνεις για αντίδοτα, προσπαθείς να κάνεις εμετό, σε μεταφέρουν στο σανατόριο και τελικά θα τη σκαπουλάρεις βρε μπαγάσα. Μάλλον δεν είχε έρθει η ώρα σου, προφανώς στο καντήλι σου υπάρχει λίγο ακόμα λάδι. Τι κι αν τα οικονομικά σου άγχη γίνονται δυσθεώρητα σε απόλυτη αρμονία με τις επιστολές των τραπεζών που σκίζεις χωρίς να διαβάσεις; Τι κι αν υπάρχουν άνθρωποι γύρω σου που σε αγαπάνε; Ακόμα κι η πιο δυνατή αγάπη εκνευρίζεται, γίνεται ιδιαιτέρως ευερέθιστη και ξεσπαθώνει με το παραμικρό. Κι αν δεν ξεσπάσεις στον εαυτό σου και στους δικούς σου ανθρώπους σε ποιόν θα ξεσπάσεις; Θα βγεις μήπως στο δρόμο και θα αρχίσεις να τραβάς σφαλιάρες στους περαστικούς;
Θα ντρεπόταν και οι «Ιδανικοί Αυτόχειρες» του Καρυωτάκη για σένα. Ξεκίνησες μια «δουλειά» και δεν ήσουν άξιος να την τελειώσεις. Μόνο η ξευτίλα και η ντροπή σου έμεινε. Και τώρα περπατάς στο δρόμο και όλοι βάζουν στοίχημα για το πότε θα κάνεις την επόμενη απόπειρα. Σε κοιτάζουν περίεργα και απορούν που ζεις. Σε χλευάζουν επειδή έζησες και μάλλον απορούν που δεν πέθανες ακόμη. Γυρνάς τώρα στο σπίτι, βάζεις τα καλά σου, βάζεις μουσική, κερνάς τον εαυτό σου ένα ποτό από το στερνό σου το μπουκάλι , κάθεσαι ρομαντικά στο παράθυρο και χαζεύεις το ηλιοβασίλεμα. Μεθάς και πέφτεις χυμένος στο κρεβάτι σαν ασπόνδυλο που προσαρμόζεται εύκολα σε πάσης φύσεως επιφάνειες. Στο ταβάνι μια τηλεόραση Led να παίζει ένα μουσικό πρόγραμμα και να προβάλλει της ζωής σου τις διαφάνειες.
Θα φύγεις κι εσύ κάποια στιγμή, όπως θα φύγουμε όλοι. Μη βιάζεσαι, κοίτα τον καθρέφτη, κοίτα την ώρα και μην αναρωτιέσαι αν είναι τρέλα ή λάθος. Δεν τελείωσαν όλα όμως ακόμη. Και την επόμενη φορά θα αναβάλλεις, να είσαι σίγουρος για αυτό. Κανείς δεν θα κλάψει πλέον καθώς θα διαβάζει τον αποχαιρετισμό σου. Χαμογέλα τώρα με εκείνο το ηλίθιο πράσινο χαμόγελο, ναι αυτό του τέτανου. Η ζωή είναι ωραία αλλά εσύ ποτέ σου δεν την εκτίμησες. Από τότε που βγήκαν τα αντίδοτα γέμισε ο κόσμος τσάμπα ήρωες. Χαμένος κόπος, χαμένα χρόνια, ατυχείς απόπειρες ζωής και αποτυχημένα διαβήματα θανάτου. Δεν είσαι στα καλά σου μου φαίνεται. Μαζέψου λίγο, δεν σε παίρνει άλλο, εκτίθεσαι..
