Βάκιλλος πανούκλας: Κατά τη διάρκεια της υποχώρησης προς το κέντρο του Βερολίνου, τα εκτελεστικά αποσπάσματα των SS συνέχισαν το έργο του δήμιου με αυξημένη βιασύνη και ψυχρό φανατισμό. Γύρω από το Kurfürstendamm, τα αποσπάσματα των SS μπήκαν σε όσα σπίτια είχαν κρεμάσει λευκές σημαίες και εκτέλεσαν κάθε αρσενικό. Ο Γκαίμπελς, τρομοκρατημένος από την ταχύτητα της κατάρρευσης, περιέγραψε αυτά τα σημάδια παράδοσης ως «βάκιλο πανούκλας».
Προκειμένου να διατηρήσει ζωντανή την αντίσταση, ο Μπόρμαν, όπως και οι Γκαίμπελς και Ρίμπεντροπ, διέδωσε ψεύτικες φήμες ότι είχαν έρθει σε συμβιβασμό με τους Δυτικούς Συμμάχους.
Παρ’ όλα αυτά, μια αόριστη υποψία προδοσίας βασάνιζε τον Μπόρμαν. Το βράδυ της Παρασκευής 27 Απριλίου έγραψε στο ημερολόγιό του: «Ο Χίμλερ και ο Γιόντλ σταμάτησαν τις μεραρχίες που ρίχναμε στη μάχη. Εμείς θα πολεμήσουμε και θα πεθάνουμε με το Φύρερ μας, στον οποίο θα παραμείνουμε πιστοί μέχρι τον τάφο.
Νωρίς το απόγευμα, στις 28ης Απριλίου, ο Χίτλερ έμαθε για μια εκπομπή του ραδιοφώνου της Στοκχόλμης, σύμφωνα με την οποία ο Χίμλερ είχε έρθει σε επαφή με του Συμμάχους. Όλες οι μέχρι τότε πικρίες και υποψίες του Χίτλερ ξέσπασαν. Έγινε άσπρος από θυμό και ταραχή. Θεώρησε ότι ο σύγγαμπρος του στρατηγός Fegelein, που είχε παντρευτεί την αδελφή της Εύας Μπράουν, συνεργάστηκε με τον Χίμλερ και διέταξε την εκτέλεσή του.
Εις σάρκαν μίαν: Η νύχτα της 28ης Απριλίου 1945, η γεμάτη επεισόδια στο καταφύγιο του Φύρερ δεν είχε ακόμα τελειώσει. Επεφύλασσε, μάλιστα, μια ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη. Ο Αδόλφος Χίτλερ 56 χρονών παντρεύτηκε την κουνιάδα του ανθρώπου που μόλις είχε εκτελέσει. Ο Γκαίμπελς είχε φέρει στο ιδιαίτερο σαλόνι του Χίτλερ κάποιον κύριο Walter Wagner, ένα αξιωματούχο του Gau του Βερολίνου, ο οποίος είχε τη δικαιοδοσία να τελεί πολιτικούς γάμους.
Ο Wanger, χαμένος σε σκέψεις και καταπτοημένος από τις ευθύνες του, είχε έρθει κατευθείαν από τη σκοπιά που φύλαγε φορώντας την καφέ στολή του Ναζιστικού Κόμματος και το περιβραχιόνιο της Volkssturm. Ο Χίτλερ φορούσε το σύνηθες χιτώνιό του. Η Εύα Μπράουν φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα από μεταξωτό ταφτά, για το οποίο είχε δεχτεί τις φιλοφρονήσεις του Χίτλερ. Το χρώμα ταίριαζε απόλυτα στην περίσταση. Ο εξαιρετικά ταραγμένος Wanger ρώτησε τον Φύρερ και τη φροϋλάιν Μπράουν αν η καταγωγή τους ήταν άρια και δεν έπασχαν από κληρονομικές ασθένειες.
Η διαδικασία δεν κράτησε περισσότερο από δύο λεπτά, λόγω των απλών, εξαιτίας του πολέμου, διαδικασιών που έπρεπε να ακολουθήσουν. Στη συνέχεια, υπογράφηκε το γαμήλιο συμβόλαιο, μάρτυρες του οποίου υπήρξαν ο Γκαίμπελς και ο Μπόρμαν. Η Εύα Μπράουν, αν και άρχισε να γράφει το σύνηθες όνομά της, σταμάτησε, διέγραψε το αρχικό «Β» του επωνύμου της κα υπέγραψε ως «Eva Hitler, geb(orene). Braun». Η υπογραφή του Χίτλερ ήταν απολύτως δυσανάγνωστη, το χέρι του έτρεμε υπερβολικά.
Το νιόπαντρο ζευγάρι πέρασε στον προθάλαμο, ο οποίος χρησιμοποιούνταν ως αίθουσα συσκέψεων του καταφυγίου. Οι στρατηγοί και οι γραμματείς τούς συνεχάρησαν. Στη συνέχεια, αποσύρθηκαν στο μικρό καθιστικό για ένα γαμήλιο πρωινό με σαμπάνια για τη νέα κυρία Χίτλερ, όπως επέμενε πλέον να την αποκαλούν οι υπηρέτες. Είχε πλέον ανταμειφθεί για την αφοσίωσή της μέσα σε έναν κόσμο προδοσίας.
Μέχρι θανάτου: Στο καταφύγιο του Φύρερ, το πρωινό της μέρας που θα πέθαινε ο δικτάτορας ήταν «όπως όλα τα άλλα, με αξιωματικούς να πηγαινοέρχονται». Παρ’ όλα αυτά, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και συναισθηματικά φορτισμένη.
Ο Χίτλερ, φοβούμενος μήπως δε δράσει το δηλητήριο, είχε επιμείνει την προηγούμενη μέρα να δοκιμάσουν μι από τις κάψουλες κυανίου του δρ. Stumpfegger. Ο πιο πρόχειρος υποψήφιος ήταν η Blondi, το αγαπημένο λυκόσκυλο του Χίτλερ. Το πάθος του Χίτλερ για τη ράτσα των γερμανικών ποιμενικών είχε ξεκινήσει το 1921, όταν ήταν πολύ φτωχός και κάποιος του είχε χαρίσει ένα παρόμοιο σκυλί.
Επειδή όμως δεν είχε αρκετό χώρο στο σπίτι του για να το κρατήσει, είχε αναγκαστεί να του βρει στέγη κάπου αλλού. Το ζώο δραπέτευσε και επέστρεψε σε εκείνον. Το περιστατικό φαίνεται να συνέβαλε πολύ στην εμμονή του Χίτλερ στην άνευ όρων αφοσίωση. Η αφοσίωση της Blondi όμως δεν υπήρξε αρκετή για να σώσει την ίδια και τα τέσσερα κουτάβια της τα οποία μεταφέρθηκαν στον κήπο της Καγκελαρίας και πυροβολήθηκαν. Κάποιος, ίσως, θα τα είχε δει να παίζουν λίγο νωρίτερα, με τα παιδιά των Γκαίμπελς.
Εκτός από την προδοσία του Χίμλερ, αυτό που βασάνιζε το Χίτλερ ήταν μήπως έπεφτε ζωντανός στα χέρια των Ρώσων. Όλοι στην Καγκελαρία είχαν μάθει για την εκτέλεση του Μουσολίνι από τους αντάρτες και πώς το πτώμα του Ντούτσε και της ερωμένης του, Κλάρας Πετάτσι, είχαν κρεμαστεί ανάποδα στο Μιλάνο. Το κείμενο της σχετικής εκπομπής που είχε μεταδοθεί από το ραδιόφωνο είχε φτάσει στα χέρια του, τυπωμένο με μεγάλα γράμματα –στη «γραμματοσειρά Φύρερ» όπως ήταν γνωστή- ώστε να μη χρειάζεται να φορά γυαλιά για να τη διαβάσει. Η φράση «κρεμάστηκαν ανάποδα» υπογραμμίστηκε, πιθανόν από τον ίδιο.
Παρ’ όλο που ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να αποτεφρωθεί το πτώμα του, προκειμένου να μη μεταφερθεί στη Μόσχα και εκτεθεί εκεί σαν του Μουσολίνι, δεν έπαυε να προβληματίζεται έντονα για την υστεροφημία του. Η σύζυγος του ήταν πρόθυμη να αυτοκτονήσει στο πλευρό του, αλλά ακόμα και αν δεν ήταν, δεν επρόκειτο να την αφήσει ζωντανή γιατί θα ανακρινόταν από τους εχθρούς του. Ο θάνατος ήταν ένας απαράβατος όρος του μεταξύ τους συμβολαίου.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο Στρατάρχης Κάιτελ επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πλέον καμία ελπίδα βοήθειας. Το ίδιο πρωί, ο Brigadeführer Mohnke τους προειδοποίησε ότι δεδομένου του έντονου βομβαρδισμού του πυροβολικού στην περιοχή όπου ήταν συγκεντρωμένα τα κυβερνητικά κτίρια, δε θα άντεχαν περισσότερες από δυο μέρες.
Ο Στρατηγός Weidling, ο οποίος αργότερα το ίδιο πρωί, υπολόγισε ότι η αντίσταση θα κατέρρεε το ίδιο βράδυ λόγω της έλλειψης πυρομαχικών. Ζήτησε εκ νέου άδεια να επιχειρήσει διάσπαση των εχθρικών γραμμών. Ο Χίτλερ δεν απάντησε αμέσως.
Στην αιωνιότητα: Την ίδια ώρα που ο Weidling βρισκόταν με το Χίτλερ, η Εύα Μπράουν ζήτησε από την Traudl Junge να τη συνοδεύσει στο δωμάτιό της. Εκεί της έδωσε την κάπα της από ρενάρ αρζαντέ, την οποία δε θα μπορούσε προφανώς να ξαναφορέσει.
Η Traudl Junge αναρωτήθηκε τι συζητούσαν ο Χίτλερ και η σύζυγός του όταν έμεναν μόνοι τους. Τα προβλήματά τους δεν ήταν αυτά τον συνηθισμένων νιόπαντρων ζευγαριών. Αναρωτήθηκε επίσης πώς θα δραπέτευε από το Βερολίνο φορώντας μια κάπα από ρενάρ αρζαντέ.
Πριν το μεσημεριανό γεύμα, της 30ης Απριλίου ο Χίτλερ κάλεσε τον προσωπικό του υπασπιστή, Sturmbanführer των SS Otto Günsche, και του εξήγησε προσεκτικά τι ακριβώς έπρεπε να γίνει με το πτώμα της γυναίκας του και το δικό του. Στη συνέχεια ο Χίτλερ γευμάτισε με τη διαιτολόγο του, Constanze Manzialy, και τις δυο γραμματείς του, Traudl Junge και Gerda Cristian. Η Εύα Χίτλερ, η οποία είχε προφανώς χάσει την όρεξή της, δεν τους συντρόφευσε. Παρ’ όλο που ο Χίτλερ έμοιαζε εξαιρετικά ήρεμος, οι κουβέντες στο τραπέζι ήταν λιγοστές.
Μετά το γεύμα συνάντησε τη σύζυγό του στο υπνοδωμάτιό της. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκαν και πάλι στο διάδρομο του προθαλάμου, όπου ο Günsche είχε συγκεντρώσει το στενό τους περιβάλλον. Οι Γκαίμπελς και Μπόρμαν, οι Στρατηγοί Krebs και Burgdorf και ο δύο γραμματείς τούς αποχαιρέτησαν για ύστατη φορά. Η Μάγδα Γκαίμπελς, η οποία ήταν προφανώς αναστατωμένη, παρέμεινε στο δωμάτιο της. Ο Χίτλερ φορούσε τη συνήθη περιβολή του, που αποτελούνταν από «μαύρο παντελόνι και ένα γκριζοπράσινο στρατιωτικό χιτώνιο», με άσπρο πουκάμισο και μαύρη γραβάτα, τα οποία τον έκανε να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ηγέτες του Ναζιστικού Κόμματος. Η Εύα Χίτλερ φορούσε ένα σκούρο φόρεμα με «ροζ λουλούδια μπροστά».
Χάιλ Χίτλερ: Κανείς δεν άκουσε τον πυροβολισμό. Λίγο μετά τις 3:15΄ το μεσημέρι, ο προσωπικός του υπηρέτης, Heinz Linge, ακολουθούμενος από τους Günsche, Γκαίμπελς, Μπόρμαν και τον Axmann που μόλις είχε φτάσει, μπήκε στο καθιστικό του Χίτλερ. Κάποιοι επιχείρησαν να ρίξουν μια κλεφτή ματιά προτού τους κλείσουν την πόρτα καταπρόσωπο.
Ο Günsche και ο Linge τύλιξαν το πτώμα του Χίτλερ σε μια κουβέρτα της Βέρμαχτ, το έβγαλαν στο διάδρομο και το ανέβασαν από τη σκάλα που οδηγούσε στον κήπο της Καγκελαρίας. Κάποια στιγμή ο Linge κατάφερε να πάρει το ρολόι του κυρίου του, παρ’ όλο που θα του ήταν τελείως άχρηστο, αφού θα έπρεπε να το ξεφορτωθεί πριν τον συλλάβουν οι Σοβιετικοί στρατιώτες.
Το πτώμα της Εύας Χίτλερ μεταφέρθηκε επίσης και τοποθετήθηκε πλάι στο Χίτλερ, όχι πολύ μακριά από την έξοδο του καταφυγίου. Τα χείλη της είχαν σουρώσει από το δηλητήριο. Τα δυο σώματα περιλούστηκαν με βενζίνη από τα μεταλλικά δοχεία. Ο Γκαίμπελς, ο Μπόρμαν, ο Krebs και ο Burgdorf απέτισαν τα ύστατα σέβη τους. Την ώρα που ένας αναμμένος δαυλός από χαρτιά ή στουπιά άναψε τη φωτιά, εκείνοι ύψωσαν τα χέρια τους χαιρετώντας χιτλερικά τον αρχηγό τους.
Το έγκλημα των Γκαίμπελς: Τα έξι παιδιά των Γκαίμπελς δεν αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της ορφάνιας. Οι γονείς τους σκόπευαν να τα πάρουν μαζί τους στον άλλο κόσμο ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, να τα στείλουν πρώτα.
Τα παιδιά έδειχναν να απολαμβάνουν την πρωτόγνωρη γι’ αυτά ζωή στο καταφύγιο. Κάθε φορά που μια έκρηξη έκανε τα πάντα να σείονται, το αγόρι, ο Helmuth, συνήθιζε να φωνάζει, σαν να επρόκειτο για κάποιο υπέροχο παιχνίδι.
Ο «θείος Adolf» τα είχε καλομάθει με σάντουιτς και κέικ, σερβιρισμένα πάντοτε σε ένα ειδικό τραπεζάκι του τσαγιού με κολλαριστό τραπεζομάντηλο που έφερε το μονόγραμμά του. Τους είχε μάλιστα επιτραπεί να χρησιμοποιούν το προσωπικό του μπάνιο, το μοναδικό που υπήρχε στο καταφύγιο. Οι γονείς τους όμως είχαν ήδη αποφασίσει ποια θα ήταν η μοίρα τους. Το βράδυ, στις 27 Απριλίου, η Μάγδα Γκαίμπελς το συζήτησε με τον γιατρό των SS, Helmuth Kunz.
Η Μάγδα Γκαίμπελς μετά τον θάνατο Χίτλερ οδήγησε τον Kunz στο υπνοδωμάτιό τους και πήρε μια σύριγγα γεμάτη με μορφίνη από ένα ράφι. Έπειτα πήγαν στο δωμάτιο των παιδιών. Τα πέντε κορίτσια και το ένα αγόρι βρίσκονταν ήδη στο κρεβάτι με τα νυκτικά τους, αλλά δεν είχαν κοιμηθεί ακόμη. «Μην ανησυχείτε, παιδιά», τους είπε. «Ο γιατρός θα σας κάνει ένα εμβόλιο που πρέπει να κάνουν τα παιδιά και οι στρατιώτες».
Ο γιατρός έμεινε και άρχισε να τους κάνει τις ενέσεις. Ύστερα βγήκε από το δωμάτιο. «Έπειτα από αυτό», είπε ο γιατρός στους ανακριτές της SMERSH, «πήγα ξανά στο μπροστινό δωμάτιο και είπε στην κυρία Γκαίμπελς ότι έπρεπε να περιμένουμε περίπου δέκα λεπτά μέχρι να κοιμηθούν τα παιδιά. Κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι ήταν 8:40΄».
Ο Kunz είπε ότι δεν άντεχε να δώσει δηλητήριο στα παιδιά που κοιμούνταν. Η Μάγδα Γκαίμπελς του είπε να βρει τον προσωπικό γιατρό του Χίτλερ. Μαζί με το Stumpfegger, άνοιξε τα στόματα των παιδιών, έβαλε μια αμπούλα με δηλητήριο ανάμεσα στα δόντια τους και πίεσε τα σαγόνια τους. Η μεγαλύτερη κόρη, Helga, βρέθηκε αργότερα με έντονες μελανιές στο πρόσωπο. Αυτό δείχνει ότι η μορφίνη μπορεί να μην επέδρασε πολύ καλά και ότι ίσως να πάλεψε με τους δύο ενήλικες που προσπαθούσαν να της ανοίξουν το στόμα. Αφού τελείωσαν όλα, ο Stumpfegger έφυγε και ο Kunz κατέβηκε στο γραφείο του Γκαίμπελς με τη Μάγδα Γκαίμπελς. Ο Γκαίμπελς βημάτιζε πάνω κάτω νευρικός.
Στο πυρ το εξώτερον: «Όλα τέλειωσαν με τα παιδιά», του είπε εκείνη. «Τώρα πρέπει να σκεφτούμε τους εαυτούς μας». Ο Γκαίμπελς και η γυναίκα του ανέβηκαν στον κήπο, συνοδευόμενοι από τον υπασπιστή τους. Πήραν μαζί τους δύο πιστόλια Walther. Ο Γιόζεφ και η Μάγδα Γκαίμπελς στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον, λίγα μέτρα δίπλα από το σημείο όπου είχαν καεί τα σώματα του Χίτλερ και της συζύγου του, και είχαν θαφτεί μέσα σε έναν κρατήρα που είχε ανοίξει μια οβίδα.
Δάγκωσαν δυο γυάλινες αμπούλες με υδροκυάνιο κι έπειτα είτε αυτοπυροβολήθηκαν με τα πιστόλα την ίδια στιγμή είτε ο Schwaegermann τους πυροβόλησε αμέσως, ως μια προληπτική χαριστική βολή. Τα δύο πιστόλια αφέθηκαν με τα πτώματα, τα οποία ο Schwaegermann περιέλουσε με τη βενζίνη από δύο μπιτόνια, όπως είχε υποσχεθεί. Έπειτα άναψε την τελευταία νεκρική πυρά του Τρίτου Ράιχ.
Αναζήτηση τεκμηρίων: Εν τω μεταξύ, στο Βερολίνο, η αναζήτηση για το πτώμα του Χίτλερ συνεχιζόταν χωρίς επιτυχία. Τα πτώματα των έξι παιδιών του Γκαίμπελς ανακαλύφθηκαν μόλις στις 3 Μαΐου, κάτω από κουβέρτες στις κουκέτες τους. Το υδροκυάνιο είχε δώσει στα πρόσωπά τους ένα σκούρο κόκκινο χρώμα, κάνοντάς τα να φαίνονται σαν να είναι ακόμη ζωντανά και να κοιμούνται.
Η διερμηνέας Rzhevskaya, γράφοντας για την απόλυτη μυστικότητα που επικρατούσε σχετικά με την αναγνώριση του πτώματος του Χίτλερ, τόνισε ότι «το σύστημα του Στάλιν είχε ανάγκη από την παρουσία τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών εχθρών, και εκείνος δεν ήθελε τη μείωση της έντασης».
Ακόμη και όταν βρέθηκε το πραγματικό πτώμα του Χίτλερ, την επόμενη κιόλας ημέρα, έφθασαν αμέσως διαταγές από το Κρεμλίνο να μην πει κανείς το παραμικρό για το θέμα. Ήταν εμφανές ότι η στρατηγική του Στάλιν ήταν να συνδέσει τη Δύση με το Ναζισμό, προσποιούμενος ότι οι Βρετανοί ή οι Αμερικανοί έκρυβαν το Χίτλερ.
Μετά από πολλές ανακρίσεις βρέθηκαν τελικά, μόλις στις 5 Μαΐου, τα πτώματα του Χίτλερ και της Εύας Μπράουν. Πραγματοποιήθηκε μια νέα και πιο εντατική έρευνα στον κήπο της Καγκελαρίας. Ένας στρατιώτης εντόπισε την άκρη μιας γκρίζας κουβέρτας στο βάθος ενός κρατήρα από οβίδα. Ξεθάφτηκαν δυο καρβουνιασμένα πτώματα. Τα πτώματα ενός γερμανικού λυκόσκυλου και ενός κουταβιού βρέθηκαν στον ίδιο λάκκο.
Πριν από την αυγή της επομένης ημέρας, ο λοχαγός Deryabin και ένας οδηγός τύλιξαν τα πτώματα του Χίτλερ και της Εύας Μπράουν σε σεντόνια και τα έβγαλαν κρυφά έξω από το μπλόκο του Berzarin. Μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητο, στη βορειοανατολική άκρη του Βερολίνου. Εκεί, σε μια μικρή κλινική χτισμένη από τούβλα, ο δρ. Φάουστ, ο συνταγματάρχης Kraevsky και οι άλλοι γιατροί που είχαν κληθεί για να εξετάσουν το πτώμα του Γκαίμπελς, άρχισαν να ερευνούν τα πιο σημαντικά κατάλοιπα του Τρίτου Ράιχ. Σύμφωνα με τη Rzjevskaya, οι εγκληματολόγοι αναστατώθηκαν όταν τους διέταξαν να τηρήσουν απόλυτη και παντοτινή μυστικότητα σχετικά με την εργασία τους στο πτώμα του Χίτλερ.
Ταυτοποίηση εγκληματία: Προκειμένου να είναι απόλυτα σίγουροι ότι είχαν στα χέρια τους το αληθινό πτώμα, έκαναν περαιτέρω έρευνες προτού ενημερώσουν τους Μπέρια και Στάλιν. Οι άνδρες τους ανακάλυψαν τη βοηθό του οδοντιάτρου του Χίτλερ. Εκείνη εξέτασε τις γνάθους του κρανίου του Χίτλερ και επιβεβαίωσε ότι ανήκαν στο Φύρερ. Αναγνώρισε τη γέφυρα.
Οι γνάθοι είχαν αποκολληθεί ειδικά για αυτό το λόγο και φυλάσσονταν σε ένα κουτί με επένδυση σατέν- «το είδος του κουτιού που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη φθηνών κοσμημάτων», παρατήρησε η Rzhevskaya.
Το 1970, το Κρεμλίνο αποφάσισε τελικά να ξεφορτωθεί το πτώμα κάτω από συνθήκες απόλυτης μυστικότητας. Η γνάθος και το κρανίο του Χίτλερ φυλάσσονταν από τις μυστικές υπηρεσίες. Τα λείψανα αυτά ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στα αρχεία της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Το υπόλοιπο σώμα, το οποίο είχαν κρύψει κάτω από ένα χώρο παρελάσεων του σοβιετικού στρατού στο Μαγδεμβούργο, εκταφιάσθηκε νύχτα και αποτεφρώθηκε. Η τέφρα ρίχτηκε στο αποχετευτικό δίκτυο της πόλης.
Επίλογος: Το πτώμα του Χίτλερ δεν ήταν το μόνο που δεν έλαβε αναγνωρίσιμο τάφο. Αμέτρητα θύματα των μαχών –στρατιώτες και από τις δυο πλευρές, καθώς και πολίτες- είχαν θαφτεί από βόμβες και βλήματα. Από το 1945 ανακαλύπτονται στην περιοχή των Υψωμάτων Seelow, στα σιωπηλά πευκοδάση που βρίσκονται στα νότια της πόλης και σε εργοτάξια της νέας πρωτεύουσας της επανενωμένης Γερμανίας περίπου 1.000 πτώματα κάθε χρόνο.
Η άσκοπη σφαγή που προκάλεσε η εξωφρενική ματαιοδοξία του Χίτλερ διέψευσε απόλυτα την άποψη του Speer ότι η Ιστορία δεν έπρεπε να δίνει έμφαση στα «οριστικά γεγονότα». Η ανικανότητα, η πεισματική άρνηση αποδοχής της πραγματικότητας και η απανθρωπιά του ναζιστικού καθεστώτος αποκαλύφθηκαν με το τέλος του.
Πηγή: «Βερολίνο» Antony Beevor,
Εκδόσεις: Γκοβότση
