ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
«Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει. Το γερτό παντζούρι εσύ κι ο αέρας που το ανοίγει εγώ. Επειδή σ΄αγαπώ και σ΄αγαπώ. Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει: Πουθενά δεν πάω, μ΄ακούς; Ή κανείς ή κι οι δυό μαζί, μ’ ακούς; (Άλλωστε) έτσι σε έχω κοιτάξει που μου αρκεί. (Έτσι που) να ‘χει όλος ο χρόνος αθωωθεί».
«Οδυσσέας Ελύτης «Το Μονόγραμμα-1971».
Μην μιλάς. Δεν είναι και πολύ απαραίτητο. Δεν χρειάζεται να ξοδεύεις σάλιο και φαιά ουσία. Είναι κουραστικό να σηκώνεις τηλέφωνα, να απαντάς σε μηνύματα, το καταλαβαίνω. Είναι ενοχλητικό να σου εύχονται για κάτι πολύ σημαντικό και να είσαι «υποχρεωμένη» να απαντήσεις έτσι για τον τύπο, για να λες πως έχεις κρατήσει τα προσχήματα. Που και που να στέλνεις ένα μήνυμα επειδή δεν θέλεις ζωντανή επικοινωνία, επειδή δεν θέλεις να μιλήσεις. Απόλυτα κατανοητό, τελείως ανθρώπινο, εντελώς συνηθισμένο. Δεν γίνεται να σηκώνεις όλα τα τηλέφωνα, να λαμβάνεις και να απαντάς σε όλα τα e-mails, να διαχειρίζεσαι facebooks, twitters, vibers και ένα σωρό άλλες διαδικτυακές εφαρμογές. Να τα διαγράφεις απλά από υπολογιστές και μυαλά, να πατάς «delete», να δείχνεις την αδιαφορία σου σε κάθε τόνο, με κάθε τρόπο, σε κάθε ευκαιρία. Μπράβο σου και ζήτω σου, συγχαρητήρια και με υγεία, πάντα τέτοια.
Όταν είσαι χαρούμενη οι φίλοι σου ξέρουν ποια είσαι. Όταν είσαι στις κλειστές σου, ξέρεις ποιοι είναι οι φίλοι σου. Όταν θέλεις να απέχεις κάποιοι το σέβονται, το κατανοούν, συμβαίνει και στους ίδιους πολλές φορές ξέρεις. Κάποιοι έμαθαν να αφήνουν χώρο, κάποιοι ξέρουν να δίνουν χρόνο. Δεν κάνει να πιέζεις όταν ό φίλος σου έχει στυλώσει τα πόδια και αντιστέκεται, δεν είναι σωστό να επιμένεις όταν ο άλλος έχει «κλειδώσει». Απλά φύγε κι ας σε πληγώνει η συμπεριφορά, ας σε πειράζει ο τρόπος. Έτσι είναι όμως φίλε μου οι άνθρωποι, ειδικά εκείνοι που η ζωή δεν τους φέρθηκε και πολύ ευγενικά. Κλείνονται, εξαφανίζονται, απέχουν, χάνονται. Το ξέρω πως αυτές οι σιωπές είναι δύσκολες, το γνωρίζω πως εκείνα τα διαστήματα της αδιαφορίας κάνουν το χειρότερο θόρυβο μέσα στο μυαλό. Τι να κάνεις όμως; Υπομονή; Πόση άραγε; Kαι τι θα βγει στο τέλος;
Ποτέ δεν υποσχέθηκα κι ούτε είπα πως θα είναι εύκολο. Ποτέ δεν θεώρησα πως είσαι για τα εύκολα εσύ, πάντα ήξερα πως απεχθανόσουν τα φτηνά πράγματα και τους ψεύτικους ανθρώπους. Εγώ απλά έλεγα ότι αξίζει τον κόπο, εγώ πίστευα πως μπορούν όλα τα εμπόδια να ξεπεραστούν. Το ήξερα από την αρχή πως τα όνειρα ήταν πολλά και μεγάλα και πως η νύχτα ήταν βαθιά σκοτεινή και απελπιστικά λίγη. Επέμενα όμως. Ακόμα επιμένω. Περνάω μια φάση διαρκούς άρνησης, ζω σε ένα κόσμο που έχω την εντύπωση πως πρέπει να πιστεύεις και να εμπιστεύεσαι, που θεωρώ ότι αξίζει να δίνεσαι, να μοιράζεσαι, να σκορπίζεσαι αν αγαπάς, να σπας αν πιστεύεις πως αξίζει να υπάρχεις για ένα όνειρο. Έμαθες πια να σε τσουρουφλίζει η φωτιά του κάθε μέρα. Στο κάτω-κάτω χίλιες φορές καλύτερα είναι να πιστεύεις πως μπορεί να γίνει κάτι, από το να συμβιβαστείς σε μια ζωή χλιαρή και νερόβραστη. Τουλάχιστον με την πρώτη επιλογή θα ζήσεις στιγμές μοναδικές κι ας είναι μόνο στα όνειρα.
Αφιλοκερδώς. Ανιδιοτελώς. Απροσποίητα. Μοναδικά. Υπέροχα. Τα εισιτήρια στο χέρι, ένα κουτί νηστίσιμα γλυκά και δυο σοκολάτες. Μια επίσκεψη που ενώ ήθελες να ήταν εκεί, ανακουφίστηκες που απουσίαζε και γλύτωσες από εκείνη την αμήχανη στιγμή της συνάντησης που εσύ αναιδώς και απροειδοποίητα εκβίασες. Σαν εκείνη την ηρεμία ενός σώματος άψυχου, ενός πνιγμένου στα παγωμένα νερά του Αιγαίου. Ναι, έτσι είσαι πλέον. Άκεφος, άτονος, χλιαρός, κακόκεφος. Σαν κουφάρι που η πιο κοντινή σου στεριά είναι ο βυθός της θάλασσας…
