Α. Αποστασιοποιημένοι
Ο άνθρωπος αυτός επιθυμεί να είναι, όσο το δυνατό περισσότερο, ανεξάρτητος και αυτάρκης. Του είναι πολύ σημαντικό να μη χρειάζεται κανένα, να μην υποχρεώνεται σε κανένα. Γι' αυτό απομακρύνεται από τους συνανθρώπους του, αποστασιοποιείται απ' αυτούς, δεν τους επιτρέπει να τον πλησιάσουν πολύ και συναλλάσσεται περιορισμένα μαζί τους. Όταν η απόσταση μικραίνει, αισθάνεται να απειλείται ο χώρος του, να κινδυνεύει η ανάγκη του για ανεξαρτησία και ακεραιότητα και αμύνεται όσο μπορεί. Αναπτύσσει έτσι τον τυπικό γι' αυτόν φόβο, το φόβο να πλησιάσει τον άλλο. Γι' αυτό ψάχνει τρόπους προστασίας, πίσω από τους οποίους να μπορεί να καλύπτεται.
Το αποστασιοποιημένο άτομο προβληματίζεται κυρίως στα μεταβατικά στάδια της εξέλιξης του, που έχουν σχέση με τη συναναστροφή του με τους άλλους ανθρώπους. Όπως, για παράδειγμα, κατά την είσοδο του στο νηπιαγωγείο, στο σχολείο, κατά την εφηβεία, τη συνάντηση του με το άλλο φύλο και γενικά τις φιλικές σχέσεις και δεσμούς. Εφόσον κάθε προσέγγιση του προκαλεί φόβο, είναι αναγκασμένος όσο περισσότερο πλησιάζει κάποιον, τόσο να αποτραβιέται, κυρίως όταν διαισθάνεται τον κίνδυνο ότι μπορεί να αγαπήσει ή να αγαπηθεί, κάτι που το φαντάζεται μόνο ως εξάρτηση και παράδοση.
Το μόνο που ανήκει στον αποστασιοποιημένο άνθρωπο και του είναι κάπως οικείο, είναι ο εαυτός του. Γι' αυτό άλλωστε είναι ευαίσθητος απέναντι σε κάθε εξωτερική παρέμβαση, που πραγματικά ή υποθετικά επηρεάζει την ακεραιότητα του ή την απόσταση που χρειάζεται για να μη χάσει την αυτοκυριαρχία του. Είναι φυσικό λοιπόν η συμπεριφορά αυτή να μην επιτρέπει τη δημιουργία ατμόσφαιρας τρυφερότητας και εμπιστοσύνης. Οι δεσμοί γι' αυτόν έχουν χαρακτήρα καταναγκαστικό, διότι αισθάνεται ότι πρέπει να δώσει πολλά από τον εαυτό του και ιδιαίτερα, όταν οι ανάγκες του συντρόφου του για συμπάθεια και οικειότητα είναι αυξημένες.
Σε συνειδητό επίπεδο, ο φόβος της αφοσίωσης των αποστασιοποιημένων ατόμων βιώνεται συνήθως μόνο ως φόβος δέσμευσης. Η ανάγκη για αφοσίωση, που και αυτή ανήκει στην ύπαρξη μας, συσσωρεύεται λόγω της καταπίεσης και μεγεθύνει το φόβο, οπότε αφοσίωση σημαίνει μόνο παράδοση, απώλεια του Εγώ και καταβρόχθιση από το Εσύ. Ο σύντροφος παίρνει τη μορφή του δαίμονα, γίνεται το κακό αντικείμενο, το οποίο με τη σειρά του πάλι αυξάνει το φόβο. Κατ' αυτόν τον τρόπο κατανοούμε την όποια περίεργη συμπεριφορά των σχιζοειδών ατόμων, κυρίως το ξαφνικό μίσος τους, που προέρχεται από το συναίσθημα απειλής ενός πανίσχυρου Εσύ, δίχως να αναγνωρίζουν ότι είναι η δική τους προβολή που δίνει τέτοια δύναμη στον άλλο.
Ο αποστασιοποιημένος άνθρωπος δυσκολεύεται να τολμήσει μια διαρκή συναισθηματική σχέση. Έχει την τάση να δημιουργεί σύντομες, έντονες, αλλά ευμετάβλητες σχέσεις. Ο γάμος είναι γι' αυτόν ένας θεσμός με όλες τις ατέλειες της ανθρώπινης κοινωνίας, γι' αυτό μπορεί να διαλυθεί, όταν πλέον δε βιώνεται ικανοποιητικά. Θα πρέπει ο γάμος να ανταποκρίνεται στις ανθρώπινες ανάγκες και να προσαρμόζεται σ' αυτές. Η απιστία είναι, κατά τη γνώμη του, αναπόφευκτη σε μια συνεχή σχέση.
Καμιά φορά κάνει μακροχρόνιες σχέσεις, αλλά φοβούμενος τη νομιμοποίησή τους προτιμά να συζεί με κάποιον, παρά να μπει στη διαδικασία του γάμου.
Β. Εξαρτημένος
Η επιθυμία στενής επαφής, η ανάγκη να αγαπάμε και να μας αγαπούν, ανήκουν στην ύπαρξη μας και είναι από τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Αγαπώντας, θέλουμε να κάνουμε τον άλλο ευτυχισμένο, να τον νιώθουμε και να μαντεύουμε τις επιθυμίες του. Τον σκεπτόμαστε περισσότερο από μας και, «ξεχνώντας» τον εαυτό μας, μπορούμε να βιώνουμε την ευτυχία του δούναι και λαβείν, σε ένα «εμείς» που καταργεί, έστω και στιγμιαία, την αίσθηση ότι είμαστε ξεχωριστά άτομα. Η πρωταρχική εικόνα μιας τέτοιας αγάπης είναι η σχέση μητέρας-παιδιού και ίσως ο καθένας μας να προσπαθεί να ξαναβρεί και να επαναφέρει αυτό που έζησε στην πρώιμη ηλικία.
Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος χρειάζεται τόσο πολύ έναν' άλλο, προσπαθεί να μικραίνει όσο το δυνατό περισσότερο τη μεταξύ τους απόσταση. Δεν αντέχει το διαχωριστικό κενό μεταξύ του Εγώ και του Εσύ, θέλει να είναι και να παραμείνει όσο το δυνατό πιο κοντά στον άλλο. Όσο λιγότερο έχει αναπτυχτεί η «περιστροφή γύρω από τον εαυτό» (η αυτονομία του δηλαδή), με τόσο περισσότερο φόβο βιώνει το χωρισμό και την απόσταση και προσπαθεί να τα αποφύγει. Η απόσταση σημαίνει γι' αυτόν μοναξιά και εγκατάλειψη που μπορεί να τον οδηγήσει σε βαθιά κατάθλιψη και απόγνωση.
Ο φόβος που κυριαρχεί στις εξαρτημένες προσωπικότητες είναι ο φόβος της απώλειας στις διάφορες μορφές του, όπως είναι ο φόβος της απόστασης, του αποχωρισμού, της μοναξιάς και της εγκατάλειψης.
Ο εξαρτημένος τύπος εξιδανικεύει τους ανθρώπους, κυρίως τους πλέον οικείους, τους αθωώνει, συγχωρώντας τις αδυναμίες τους ή παραβλέποντας τις αρνητικές τους πλευρές. Αρνείται να αντιληφθεί σ' αυτούς κάτι κακό ή ανησυχητικό, διότι αυτό θα έθετε σε κίνδυνο τη σχέση που έχει ανάγκη να εμπιστεύεται. Κατά συνέπεια αδυνατεί να φαντάζεται το κακό στον άνθρωπο γενικά: ούτε στον εαυτό του ούτε και στον άλλο. Εξιδανικεύει τον άλλο και γενικά θεωρεί όλους τους ανθρώπους πολύ καλούς, πράγμα που έχει ως συνέπεια πολλές φορές να τον εκμεταλλεύονται. Η στάση του αυτή συνοδεύεται επίσης και από μια αθωότητα και παιδικότητα, που διατηρείται στη ζωή του για πολλά χρόνια. Έτσι ασκεί την πολιτική του στρουθοκαμηλισμού και κρύβει το κεφάλι του μέσα στην άμμο, για να μη «δει» ακόμα και φανερούς ή και μεγάλους κινδύνους, εμμένοντας στην άποψη του ότι ο άνθρωπος είναι καλός.
Το σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή για τον εξαρτημένο άνθρωπο είναι η αγάπη, η επιθυμία να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Με βάση αυτά τα συναισθήματα καλλιεργεί τις καλύτερες πλευρές του, αλλά και εξαιτίας αυτών έχει συγχρόνως τα μεγαλύτερα προβλήματα. Οι εντάσεις, οι φιλονικίες, οι συγκρούσεις στους δεσμούς του τον τυραννούν, του είναι αφόρητες και τον απασχολούν πολύ περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται, διότι κινητοποιούν το φόβο της απώλειας που έχει.
Η ικανότητα του να ταυτίζεται με τον άλλο, να αισθάνεται τρυφερότητα και αγάπη για μια άλλη ύπαρξη και να συμμετέχει σε ό,τι την αφορά, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του εξαρτημένου ατόμου και από τις ωραιότερες ιδιότητες του. Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο κάθε μορφής αγάπης, κάθε μορφής ανθρωπιάς. Η ετοιμότητα ταύτισης με τον άλλο φτάνει σε πολύ ψηλά επίπεδα, όπου χάνονται πλέον τα όρια μεταξύ του Εγώ και του Εσύ;
Ο υγιής άνθρωπος που έχει αυτά τα στοιχεία έχει μεγάλη ικανότητα για αγάπη, αφοσίωση και θυσία, όπως και ικανότητα να βοηθά το σύντροφο του να ξεπερνούν μαζί τις δυσκολίες της ζωής. Μπορεί να προσφέρει τρυφερότητα και ασφάλεια δίχως προϋποθέσεις.
Οι φόβοι και οι συγκρούσεις αυτών των ατόμων έχουν κάτι που ισχύει γενικότερα: όσο βαθύτερα αγαπάμε, τόσο περισσότερα μπορούμε να χάσουμε και οι κίνδυνοι της ζωής μας οδηγούν στην αναζήτηση κάποιας ασφάλειας, που πιο πολύ ελπίζουμε να τη βρούμε στην αγάπη. Η συντροφικότητα χρειάζεται οπωσδήποτε μια δημιουργική απόσταση, ώστε να επιτρέπει την ατομική εξέλιξη και στους δύο συντρόφους. Ουσιαστικά δυνατός είναι ένας δεσμός, όταν δεν υπάρχει εξάρτηση μεταξύ των δύο συντρόφων, όταν ο ένας δε γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης του άλλου. Όποιος δεν τολμά να είναι αυτόνομος σύντροφος, απειλείται ακριβώς γι' αυτό με το φόβο της απώλειας.
Γ. Αδύναμος
Το βασικό πρόβλημα των αδυνάμων ατόμων είναι η υπερβολική τους ανάγκη για προστασία και σιγουριά. Η επιφύλαξη, η πρόβλεψη, ο μακροχρόνιος προγραμματισμός της ζωής τους και γενικότερα η προσπάθεια τους για διάρκεια σχετίζονται με το πρόβλημα αυτό. Όσον αφορά το είδος του φόβου που διακατέχει τα άτομα αυτά, θα μπορούσαμε να τον περιγράψουμε ως φόβο για το ρίσκο, τη μεταβολή και την παροδικότητα. Μπορούμε να παραλληλίσουμε την κατάσταση των ατόμων αυτών με την περίπτωση εκείνου του ανθρώπου που δεν μπαίνει στο νερό, αν δεν έχει μάθει πρώτα να κολυμπάει.
Ορισμένα άτομα, ενώ έχουν τις ντουλάπες τους γεμάτες με ρούχα, φοράνε τα παλιά τους μόνο, για να έχουν «αποθέματα». Πονάει η καρδιά τους όταν είναι αναγκασμένοι να φορέσουν κάτι καινούριο. Προτιμούν να διακινδυνέψουν να περάσει η μόδα του ή να το φάει ο σκόρος παρά να το φορέσουν κάποια φορά. Το να χρησιμοποιήσεις κάτι καινούριο σημαίνει να το εκθέσεις στο χρόνο και επομένως στην παροδικότητα και στη φθορά που θα φέρει το τέλος του. Καθετί που φτάνει στο τέλος όμως, θυμίζει το εφήμερο της ζωής και άρα το θάνατο.
Όλοι μας βέβαια έχουμε αυτό το φόβο μέσα μας, καθώς και την επιθυμία για διάρκεια και αθανασία. Όλοι μας ψάχνουμε κάτι το άφθαρτο και συνεχές μέσα στο χρόνο και αισθανόμαστε βαθιά ικανοποίηση, όταν ορισμένα πράγματα τα βρίσκουμε με τον καιρό, όπως τα είχαμε αφήσει κάποτε. Αυτό εξηγεί επίσης και την τάση μας να συλλέγουμε διάφορα αντικείμενα. Ό,τι και αν συλλέγει κανείς, είτε αυτά είναι γραμματόσημα είτε νομίσματα ή πορσελάνες, ένα είναι συνήθως το ασυνείδητο κίνητρο· η επιθυμία να αποκτήσει κανείς ένα κομμάτι αιωνιότητας.
Πίσω λοιπόν από κάθε συνήθεια, κάθε δόγμα και φανατισμό υπάρχει πάντα ένας φόβος, ο φόβος για την αλλαγή και την παροδικότητα, ο φόβος του θανάτου τελικά. Γι’ αυτό αυτά τα άτομα δύσκολα μπορούν να δεχτούν να ξεφύγει κάτι ή κάποιος από την εξουσία τους, να μην υποτάσσεται στη θέληση τους. Επιθυμούν να αναγκάσουν τον καθένα και το καθετί να είναι έτσι, όπως κατά τη γνώμη τους θα έπρεπε να είναι. Για το λόγο αυτό όμως αποτυγχάνουν διαρκώς στη ζωή τους· ο εξαναγκασμός που ασκούν προς τα έξω γίνεται μπούμερανγκ. Όταν προσπαθεί κανείς να εξαναγκάσει κάτι το έμψυχο, όταν δεν μπορεί να αφεθεί, διότι θέλει να ορίζει ο ίδιος τα πάντα, τότε αναγκάζεται όλο και περισσότερο να εντείνει την προσοχή του, ώστε να μην αλλάξει τίποτα, να μην «ξεφύγει» τίποτα από τη δική του τη θέληση. Με έναν εντυπωσιακό τρόπο λοιπόν ο εξαναγκάζων γίνεται εξαναγκαζόμενος, πράγμα που μας οδηγεί εκ νέου στην διαπίστωση ότι, όταν υπάρχουν μονόπλευρες τάσεις, επιστρατεύονται εξισορροπητικές δυνάμεις από την ίδια τη ζωή.
Όταν κανείς κυριαρχείται από τα πρέπει, τότε η ζωντανή τάξη μεταβάλλεται σε σχολαστική τυπικότητα, η αναγκαία, σταθερότητα σε απόλυτη δυσκαμψία, η συνετή οικονομία σε φιλαργυρία και η υγιής προσωπική θέληση σε πείσμα και δεσποτεία.
Όλοι αυτοί οι διάφοροι καταναγκασμοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έκφραση του φόβου για την τόλμη και τον αυθορμητισμό. Αιτία της δημιουργίας του είναι η προσπάθεια να αποφύγει κανείς κάτι, κάτι το καινούριο και άγνωστο, κάτι το απαγορευμένο, μια κατάσταση που τον βάζει σε πειρασμό ή μια παρέκκλιση από το συνηθισμένο. Όταν όλα μένουν αμετάβλητα: τα αντικείμενα πάνω στο γραφείο σε απόλυτη τάξη, μια αταλάντευτη άποψη για κάποιο θέμα, μια οριστική ηθική καταδίκη, μια θεωρία που δε δέχεται κανένα άλλο ισχυρισμό, μια φανατική πίστη, τότε είναι σαν να σταματά ο χρόνος. Τότε όλα μπορούν να προβλεφτούν, ο κόσμος δεν αλλάζει πια και η ζωή κυλάει στον ίδιο γνώριμο ρυθμό· μόνο που χάνει όμως τη ζωντάνια της και γίνεται τελικά ανιαρή και μονότονη.
Δ. Ανυπότακτος
Η μαγεία του καινούριου, η περιέργεια να γνωρίσουμε το άγνωστο, η ικανοποίηση του να τολμάμε είναι πράγματα που ανήκουν στην ύπαρξή μας, όπως και η επιθυμία για διάρκεια και ασφάλεια.
Αναζητούμε γνωριμίες με νέους ανθρώπους, αισθανόμαστε την ανάγκη να γνωρίσουμε και να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες της ύπαρξής μας, να εξελιχτούμε, να ωριμάσουμε και να ολοκληρωθούμε.
Αυτός ο τύπος της προσωπικότητας αναζητεί την αλλαγή και την ελευθερία, ενθουσιάζεται με κάθε καινοτομία και του αρέσει να ρισκάρει. Το μέλλον, με όλες τις προσφερόμενες δυνατότητες και όλους τους συνδυασμούς πιθανοτήτων, που ανοίγεται μπροστά του, αποτελεί γι’ αυτόν μια μεγάλη πρόκληση.
Η στάση του ανυπότακτου τύπου απέναντι στην πραγματικότητα είναι υπερφίαλη. Την αμφισβητεί, την παραβλέπει, την υποτιμά, προσπαθεί να την ξεπεράσει, να την αποφύγει, να την παρακάμψει με κάθε τρόπο για να μην την αποδεχτεί. Αποκτά λοιπόν μια φαινομενική ελευθερία, η οποία με την πάροδο του χρόνου γίνεται όλο και περισσότερο επικίνδυνη, διότι καταλήγει να ζει σε ένα κόσμο φανταστικό και ψεύτικο, όπου υπάρχουν η φαντασία, οι δυνατότητες και οι επιθυμίες μονάχα, ενώ η πραγματικότητα με τους περιορισμούς της απουσιάζει. Έτσι ζει κανείς όλο και περισσότερο σε μια ψευδοπραγματικότητα, σε μια «ψεύτικη αλήθεια».
Το ανυπότακτο άτομο αρνείται να υποταχτεί στους νόμους της φύσης· θέλει να παραμείνει παιδί, όσο το δυνατό περισσότερο ή τουλάχιστον να μείνει νέος, διότι τότε οι άλλοι θα συνεχίσουν να τον κρίνουν με επιείκεια και επιπρόσθετα δε θα χρειάζεται να αναλαμβάνει εξολοκλήρου την ευθύνη του εαυτού του. Είσαι τόσο χρονών όσο αισθάνεσαι. Άλλωστε δε χρειάζεται να αποκαλύπτουμε στον καθένα την πραγματική μας ηλικία. Όταν μάλιστα αποφεύγεις οτιδήποτε τονίζει την ηλικία σου, μπορείς να διατηρείς την ψευδαίσθηση της αιώνιας νεότητας. Αρχίζοντας από την ενδυμασία, με την οποία μπορεί κανείς να φανεί νεότερος, υπάρχουν και άλλες πολλές δυνατότητες μέσω των καλλυντικών, καθώς και η πλαστική χειρουργική, που μπορούν να βοηθήσουν σ' αυτό.
Το ανυπότακτο άτομο αγαπά την αγάπη. Την αγαπά, όπως αγαπά καθετί που θα μπορούσε να αυξήσει την αυτοεκτίμησή του, όπως είναι η έκσταση, η μέθη, το πάθος.
Στις ερωτικές του σχέσεις εκδηλώνεται έντονα, καταλαμβάνεται από πάθος και είναι απαιτητικό. Αποζητά κυρίως την επιβεβαίωση του εαυτού του και επιθυμεί να ενθουσιάζεται με την αγάπη του και με την αγάπη του συντρόφου του, προσμένοντας μέσα απ’ αυτό να φτάσει στο αποκορύφωμα της ζωής.
Ο ανυπότακτος τύπος χρειάζεται το σύντροφό του, όχι επειδή δε θα μπορούσε να ζήσει δίχως αυτόν, αλλά σαν ένα καθρέφτη για να βλέπει τον εαυτό του αξιαγάπητο και να αυξάνει τη ευάλωτη αυτοεκτίμησή του. Ο ναρκισσισμός του χρειάζεται συνεχή επικύρωση, γι' αυτό επηρεάζεται εύκολα απ' τα κομπλιμέντα που τα πιστεύει με ευχαρίστηση. Χρειάζεται λοιπόν ένα σύντροφο για να του επιβεβαιώνει τη γοητεία του, την ομορφιά του, την αξία του και όλα του τα προτερήματα. Αυτός είναι ο λόγος άλλωστε που τείνει στην επιλογή ναρκισσιστικού συντρόφου. Όχι όμως από το φόβο του «τελείως διαφορετικού» του άλλου φύλου, αλλά επειδή αναζητά στο σύντροφο του κάτι παρόμοιο με τον εαυτό του, επειδή επιθυμεί στο σύντροφο του να βρίσκει και να αγαπά τον ίδιο τον εαυτό του.
Οι σχέσεις, όμως, που βασίζονται στην ανάγκη επιβεβαίωσης, δεν είναι φυσικά ανθεκτικές, γιατί ο σύντροφος δεν μπορεί να τις καλύπτει πάντα ικανοποιητικά. Οπότε ψάχνει κανείς για νέο σύντροφο, όπου επαναλαμβάνεται το ίδιο παιχνίδι. Οι τυπικοί γυναικοκατακτητές και οι γυναίκες που αλλάζουν διαρκώς συντρόφους ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία, εφόσον η αυτοεκτίμησή τους εξαρτάται από τον αριθμό των θυμάτων και ο έρωτας είναι για κείνους ένα παιχνίδι, στο οποίο θέλουν να είναι πάντα νικητές.
Το σημαντικότερο πρόβλημα που έχουν τα ανυπότακτα άτομα, όσον αφορά την αγάπη και τη συντροφικότητα, είναι οι απατηλές προσδοκίες τους από τη ζωή, την αγάπη, το γάμο και το άλλο φύλο.
