Kαλή μου, μητέρα, χθες με συνέλαβε η Aστυνομία,
χθες βράδυ, μητέρα, κοντά στη γνώριμη πλατεία,
σε μια στιγμή, που το πάθος συγκλόνιζε το κορμί μου
και ξέρεις γιατί... άκου το λόγο, άκου και κρίνε...
Nαι, καλή μου, γιατί έκλεψα μια γριούλα,
για λίγα χρήματα, μητέρα, για το αντίτιμο της δόσης,
αυτό το εξαγόρασμα της ψυχής μου.
Kρίνε με, λοιπόν, μητέρα, σε παρακαλώ κρίνε με
και έλεγξε τις πράξεις της κόρης σου,
της ατίθασης και υπεροπτικής ελαφίνας σου
και μάλωσέ με, για να επιστρέψω στη ζωή,
στα πρώτα αγνά, τα ανέμελα παιδικά χρόνια,
σ’ αυτά τα χρόνια της Άνοιξης,
στα χρόνια της ελπίδας, μητέρα!

Και το βράδυ, μητέρα, έμεινα μόνη ,
ολομόναχη στα κρατητήρια της Aστυνομίας,
σ’ ένα μικρό κελί τεσσάρων τοίχων,
εκεί στο ημίφως των περισκέψεων και των γιατί...
και το μικρό σπουργιτάκι σου, μητέρα,
η κόρη των ονείρων σου, έτρεξε και κούρνιασε στη γωνιά,
εκεί δίπλα στο ολομόναχο στρώμα,
κοντά στη βαριά σιδερόπορτα της πραγματικότητας,
κάτω από τη σιωπή και των πιο απόμακρων ήχων.
Kι αυτή τη νύχτα, γλυκιά μου, αυτές τις στιγμές,
σ’ αυτή τη σκληρή κάμαρα της θλίψης,
έκλαψα, μητέρα, έκλαψα ξανά και ξανά
και σκούπισα με δάκρυα νιότης,
όλα τα λάθη, όλα τα άπλανα ναι...
και προσευχήθηκα κι έδωσα όρκους
και υπενθύμισα υποσχέσεις παλιές στον εαυτό μου,
για μια νέα αρχή, μητέρα, για νέους δρόμους...
Απόσπασμα από το βιβλίο μου :Γράφοντας στη μητέρα !
Ένα αφιέρωμα ελπίδας ,για τα παιδιά που καθημερινά δίνουν
τη δροσιά της νιότης τους στα ναρκωτικά.
