Περισσότερο από τη βία, το ψέμα είναι εκείνο που σαν Άτλας σηκώνει τα συμφέροντα. Γιατί στην βία τ’ αλλουνού μπορεί ν’ αντιτάξεις την δική σου βία, στο ψέμα όμως μνέσκεις καταευχαριστημένος και ηλίθιος. Στο σώμα του λαού επικάθεται αυτή η άθλια κρούστα των ………. τάξεων, των πλέων ασυνείδητων του κόσμου, οι ιστορικοί, οι ταγοί, οι πνευματικοί, οι φαρδομάνικοι, οι υψηλοκάπελοι Ηγέτες και οι απαστράφτουσες …….
Το ξόδι του «Σπασμένου Καραβιού». Πλοίαρχέ μου! Τι λες! Εορτάζεται ο Θάνατος; Άκουσε: Οι κηδείες κινέζικα είναι μια υπόθεση φάρσας μπριόζικης, που παίζει ο χαρίης Θεός, ο πάντα καλοκάθιστος, χαμογελαστός – σ’ αυτούς – Βούδας των…
Ήταν μια ωραία κηδεία
Και να η ώρα της φάρσας του έφτασε. Η μέρα κρίνος μουχρός, στ’ ανθογιάλι του Κόσμου, μαραινόταν κι ευωδίαζε.
Κι αρίφνητα πλήθη περπατούσαν αργά τον ανήφορο, που ‘βγαινε στην κορφή του Κανήθου, περνώντας αμίλητα, της Σιγής του τα τόξα. Λαός ήταν, πολύς: Άρχοι, Δημάρχοι, Κοινοτάρχοι, Υπουργοί, Προφεσσόροι και λαμπρά… συνδικάτα, π’ ακλουθούσαν – εν πομπή – την κηδεία του.
Κι αντι-ήρωες μπροστά, άσημα παιδιά του λαού του, κρατούσαν ψηλά, τη φτωχούλα του κάσα.
Χειμώνας είναι… το πέτυχε! Μα, δεν βρέχει. Είδες, χειμώνας και δεν βρέχει!!! Μόνο η μέρα μυρίζει γαρύφαλλο. Κι ο Ουρανός ολάνθιστη τριανταφυλλιά και βιολέτα.
Λοιπόν, όπως τα είχε από καιρούς προμαντεύσει: Ήταν μια ωραία κηδεία! Αχ, τι κηδεία, με «πομπέ» και βελάδα αχνή κι ολοκόκκινη, μα με δίχως ομπρέλα, γιατί σ’ όλα, δεν είχε προφτάσει, να συν-κηδευτεί… με τον παλιό λαμπρό εαυτό του.
Όμως, τι πεθαμός και τι κήδειος, επιτάφιος, τι αφανισμός της αρχής και του τέλους, μέσα στο χρόνο! Τι ανύπαρκτη αρχή, μέσα στη Σιωπή! Και τι φοβερή ένωση του Πόνου και της Θλίψης… Τι ανταμοιβή, όνειρο και ύπαρξη ανύπαρκτη – Καιρός, που περιμένει μέσα στη λησμονιά και μεις τον βρίσκουμε στη Σιωπή…
Κι ο νεκρός έξω από τόπους και καιρούς, έξω απ’ τα νεκροταφεία των πολλών, να προσμένει τη θύμησή μας, κατάμονος στο μοναξιασμένο του αλσύλιο, ανάμεσα σε δύο κυπαρίσσια, που να γέρνουν και να σταυροφιλιούνται στον άνεμο.
Κι έφτασε η στιγμή της μεγάλης συγκίνησης
«Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά – έτσι να ‘μια
με δίχως κατάρτια, με δίχως πανιά – να κοιμάμαι…».
Έπειτα άρχισε η ταφή του από το στιλίστ κηδειών και κλείσαν τι σαν σπασμένο μικρό πλοίο του – φέρετρο. Το κάρφωσαν και το κατέβασαν στη Γης. Τέλος, βιαστικά πέσαν χούφτες πολλές τα χαλίκια, πάνω στο σκέπαστρο, της ξύλινης κάσας. Και σε μιας δουλέψανε όλα τα πτύα και χωμάτισαν το φτωχό, σεμνό και απέριττο μνήμα.
Ω, τι κηδεία, σωστή «ατραξιόν» - θα ‘λεγε κείνος, που μήτε στ’ όνειρό της, δεν είχε ιδωμένα, ποτές, η Χαλκίδα! Και μια τέτοια οκαζιόν θανάτου, που θα την – ένα σπασμένο καράβι – την εύρισκε, καθώς το «Πνεύμα» του σταματούσε και τέλειωσε, πάνω στα εγκόσμια πράγματα, αμμουδιάς πεθαμένης…
- Αν ήταν ετούτος ο χαροκόπος της πόλης μας, και πάλι μαζί μας, ξέρετε – σε μας – τι θα έλεγε;
- …Κρίμα… που δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στην κηδεία μου, κατασπαστώ το νεκρό μου εαυτούλη!

Ο σαββατογεννημένος και η σκούφια του. «Έτσι κι εγώ έχω φυλάξει… τη σκούφια μου. Είναι – κόλλησα ένα σημείωμα πάνω της – η σκούφια, που φοράει μετά τα φτερνίσματά του, ο σαββατογεννημένος παρδαλομάτης Σκαρίμπας.
»Των βιογράφων μου μη τους ξεφύγει αυτό. Επίσης η μακαρίτισσα η μάνα μου, καφεμαντέψαντας το κατοπινό μεγαλείο μου, έχει τις φασκές μου φυλάξει. Τους βιογράφους μου και λοιπούς γραμματολόγους μου παρακαλώ το παρόμοιο… Τώρα, από πού εμπνεύστηκα εγώ το «Θείο Τραγί» μου; Μα από κάτι τέτοιους ατσήδες… που τους αρέσει ο Μπραμς».
Ένας νέος Δον Κιχώτης. Πως με είπατε κύριε; Ζητιάνο; Και νομίσατε ότι με βρίσατε έτσι; Μπρος στη θυρίδα αυτή της ζητιανιάς υπάρχει τόσος συνωστισμός, που να γίνεται αντικείμενο φθόνου ο καθ-άπαξ ως εκεί και τσεπώνων… την ύβριν.
Εμένα η υπηρεσία μου στο τελωνείον ήτον… Εμένα η υπηρεσία μου στο τελωνείον ήτον διασαφήσεις το ιστορώ· για εν κιβώτιον ότι «εκ ξύλου – ήτανε – κοινού» μ’ «εν τούτοις και ουχ ήτον».
Καϋμοί τελωνοσταθμαρχεύοντος εν Ερετρία. «Σκεφτόμουν ότι η φυσιογνωμία δεν είναι παρά η σκοτεινή ετυμηγορία του ενστίχτου τουτ’ αυτό το ξεσκέπασμα του ολόγυμνου εαυτού μας. Όταν κλαίμε κρύβουμε τα μούτρα μας. Σκεπάζουμε με τις παλάμες μας το πρόσωπο όταν η μοίρα μας κτυπάει».
Ο Μεσοπόλεμος. «Η γενιά του ’30» δεν υπήρξε (ποτέ) γενιά, ούτε το 30. Ήταν το «άνθος» του κακού κήπου, μιας τεράστιας καταστροφής της μεγαλύτερης ίσως στην Ιστορία του μακραίωνου Έθνους μας. Αυτή ανάστειλε – προσωρινά – την τροχάζουσα λογοτεχνική μας πορεία. Αναστάτωσε τα διαφέροντά μας, καθώς κι όλες τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις μας – «ντε φάκτο» - θέσασα για μίαν ακόμη φορά ζήτημα εθνικής μας επιβίωσης…».
Ένας θάνατος. Στην ελληνική επαρχία τα πράγματα θα συμβαίνουν για πολύ καιρό, κατά τον τρόπο που τα θέλησε (μέσα σε μια ποιητική κακεντρέχεια) ο αλησμόνητος ποιητής της «Πρεβέζης την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα Παίρνω ένα βιβλιάριο Τραπέζης πρώτη κατάθεση δραχμάς τριάντα».
Στο μέτωπο. Ω! δεν ήθελα να πολεμήσω, δεν ήθελα. Μ’ άρεσε να μ’ αφήνανε να ‘φευγα που ήμουν Σαββατογεννημένος και ρούσος. Αντίστατο η ψυχή μου στο Θάνατο. Οι άλλοι… τι μ’ έγνοιαζε; Αυτοί πεθαίνουνε εύκολα. Πονάν χωρίς κόπο… Αφού ξεψυχάν κι ο κόσμος δεν χάνεται, παρά τραβάει τη δουλειά του, αφού παύουν να μιλάν ν’ ανασαίνουνε χωρίς ο ήλιος να σβήσει….
Μια συνομιλία. Η αρμονία αρχίζει απ’ τη σιωπή… Η μουσική της σιγής είναι η γλυκύτερη απ’ όλες. Γι’ αυτό και κατόπι ποτές μου δεν έπαιξα οκαρίνα στην ύπαιθρο…
Αφιέρωμα. «Κι εκείνος τι να κάνει διαμαρτύρεται σαρκάζοντας το μόνο όπλο που του μένει… «Κύριε ότι ενί εποιήσατε παντί – ημίν – εποιήσατε». Τον Σκαρίμπα που, επί μίαν πεντηκονταετίαν και πλέον, εσυγκίνησε με τον καλλιτεχνικόν του λόγο τα νειάτα, που ενέπνευσε, οιστρηλάτησε σύξυλες τις εφηβικές κληρουχίες μας, τον διηγηματογράφο, τον μυθιστορηματογράφο, τον ποιητή, τον δημιουργό και τον άνθρωπο συ – γραφιά- τον αγνόησες, ιστορία έκαμες ή λογοτεχνική ωραιϊστεία;».
Εντός των πυλών. Οι άνθρωποι αυτοί, και πανίσχυροι είναι και δαφνοστεφείς και χαμένοι… Εγώ, το επαρχιωτάκι, ο εξόρκιστος τους διασκέλισα τις Άλπεις. Στην περίπτωση του Ιστορικού Καρχηδόνιου, οι χήνες του Καπιτώλιου εφρύαξαν. Στη δική μου, ι δικές τους ελούφαξαν… Άγγελος Σιωπής, με σα χείλη του κατακορύφως τον «δείχτη» τους υπονοεί πως: Σιωπή: «Όχι προ – αλλά – εντός των Πυλών!».
Δικαιοσύνη. Όλοι οι Έλληνες… κι οι Ελληνίδες – το είπαμε είμαστε όλοι ποιητές και μάλιστα λυρικοί. Αν λοιπόν όλοι εμείς… αλληλομαχαιρωνόμασταν όλοι, δεν θα υπήρχε «αδίκημα», αφού όλοι «αδικήσαμεν». –Βλέπε Ενζεχάιμερ «Γενικαί τινες απόψεις δικαίου».
Και μόνον οι τυχόν εξαιρέσεις – όσοι ακριβώς δεν μαχαίρωσαν – αυτοί μπορεί… να βρουν το μπελά τους.
Ένα γράμμα. «Ο άνθρωπος είχε τιναχθεί και με κοίταζε. Τόσο πολύ είχε χαθεί μέσα στα τέτοια. Του ήταν σα μια χρυσή αποκάλυψη. Και το λοιπόν εξακολούθησα: «ως νυν γνωστόν σοι (και δεν ξέρω γιατί άρχισα εκειδά καθαρεύουσα) ο σουρρεαλισμός είναι επίγραμμα τέχνη συνειρμική, δηλόν δη και αντλεί εξ ενστίκτου».
Φυγή προς τα εμπρός …Προχτές πάλι τη γλύτωσα χάρη στον τρελό τον πανικό μου… Αν δύναμαν για προς τα πίσω ούτε ο διάολος θα μ’ άφτανε… Μα δεν είχε για λάκισμα απλάδα δεν είχε πλοίο ούτε οδό. Ο πίσω από τις πλάτες μας «τοίχος» ήταν ούλος φωλιές πολυβόλων, ενώ ακόμα πιο πίσω του θα σάρωναν τον ανοιχτό χώρο μυδράλια. Ο οπισθοχωρών θα θερίζονταν. Η μόνη οδός για φευγιό ήταν… η φυγή προς τα εμπρός, έστω κι αν έφτανες πιλαλώντας… στη Σόφια.
Συνειρμικές σκηνοθεσίες. Το σουρρεαλιστικό – πως – νοούμενο και τρίτο μάτι λεγόμενο – το ένστιχτο - αναστραφέν απ’ την ανθρώπινη σύμβαση δεν θεωρεί πια προς τα έξω. Κλειστό – ξύπνιοι όντας μας – ανοίγει – κοιμηστοί – προς τα εντός μας και βλέπει… Είναι καταπληκτικοί – εν τοις μπερδέμασε η φλεβική φωτιχυσία του 0 αυτοί - οι σαν τεράστιου φακού – σημαντικοί κατοπτρισμοί του, οι συνειρμικές σκηνοθεσίες του – από το ουραίο ως τον τερατάνθρωπο κι απ’ αυτόν μέχρι το πνεύμα – αντί όπως θα λέγαμε επί πτερύγων ανέμου αυτές μετριούνται μονάχα σε έτη φωτός κι εμείς το λέμε τούτο «Όνειρα».
Ουλαλούμ. «Μόνο εγώ, μόνο εγώ, ποτέ δεν ήμουν πλοίο μήτε αέρινο όνειρο, μήτε πουλί σε ανθό ήρθα στον κόσμο με πλατύ μέτωπο ορθό και λείο μόνο δυο στίχους μου σκληρούς να πω και να χαθώ».
Τα χειρόγραφα. Ω ναι, το καλύτερό μου έργο θα ‘ταν αυτό που δεν θα ‘γραφα. Και ιδανικότερη μου ερωμένη, αυτή που ποτές μου δεν είδα…
Κομιστής γλαύκας. Πόσοι τάχα «φτασμένοι» παλιάνθρωποι δεν «σεμνύονται» για τον σαλταδωρισμό τους στο βίο. Και πόσοι άλλοι δεν το ‘χουν καϋμό τους, το χάσιμο (ή το από αυτό πέσιμό τους) του… παλιανθρωπικού λεωφορείου. «Καταστραφείς στις επιχειρήσεις μου (μου ‘λεγε καταπικραμένος πέρυσι κάποιος) αναγκάστηκα έκτοτε να ζω ως τίμιος άνθρωπος!». Άντε ελόγου σου – αυτόν – πες τον παλιάνθρωπο. Κόμισες στα Αθήνας μας γλαύκα!
Πόλεμος – Κατοχή. Ποια Δόξα και Τιμή, αυτά τα πράσινα άλογα μας τσαμπουνάνε και ποια Ζήτω; Μεγαλύτερη Δόξα και Τιμή από τη Δόξα της ίδιας της ζωής μας υπάρχει άλλη; Ποιο ζήτω άλλο μπορεί να είναι καλύτερο από τα Ζήτω μας στον Ήλιο και την Πούλια;
Ο μαχητικός. Για κάποιους «αριστερίζοντες» που κολυμπάνε στο χρήμα, είχε πει το περίφημο:
«Χαβιαροπέψιοι ούλυο του κόσμου, ενωθείτε!».
Ατομική βόμβα. Η Χιροσίμα, το Ναγκασάκι… το έγκλημα (που αδύνατο, να, χωρίς κανείς να τρελαθεί, το συλλάβει) ήταν έργο αυτουνών. Και ιδιαίτερα του Τρούμαν. Αλλά τα παιδιά τι τους έφταιγαν; Δεν έχουν οι Αμερικανοί παιδιά; Τους φρύγησαν τα μαλλιά και τους χύθηκαν στις ποδιές τους τα μάτια.
Αναβίωση του έργου του. Και ω, τι θάματο!, άξαφνα, ο… εξαφανισμένος τους – να ‘μια! Το 1951 με το θέατρό μου «Ο Ήχος του Κώδωνος» το 1952 με τη 2η ποιητική Συλλογή μου «Εαυτούληδες» το 1958 με το μυθιστόρημά μου «Το Βατερλώ δύο γελοίων», το 1961 με την «Μαθητευομένη των Τακουνιών». Φέτος – αν θέλει ο Θεός – μ’ άλλο κάποιο. Στα συρτάρια μου, ολόκληρη σειρά από ανέκδοτα: διηγήματα, μυθιστορήματα, στίχοι, θέατρα, μελέτες, περιμένουν από καιρούς στην αράδα τους. Επειδή δε, πιστεύω και στην μακροημέρευσή μου – εν τω βίω – ας απελπιστούν οι συνάδελφοι ότι… θα ξαναρρεβωνίσει ο παπάς, ότι θα ξαναμαγερέψουν οι γάτες…
Ασπάλαθοι σε νύχτα. «Αιμάρουσα τώρα η Δημοκρατία και ανάσκελη, σ’ αυτήν τούτη την αρχαία κοιτίδα της, όπου το πρώτον είδε το Φως αναπνέει πάλιν εκ βαθεών της πνοήν βαρέιαν και επίπονον. Οι λεγεώνες των εκατομμυρίων Ελλήνων ομολογητών της αγάπης της, την παραστέκουν ωχροί…
Η ρώμη της η κατάσπαρτη από τις παλιές ουλές των πληγών της θ’ αναρρώσει οσονούπω… Και υα ξαναορθωθεί – μεσ’ στα κάλλη της – για να επαναλάβει τη μάχη κατά του προαιωνίου εχθρού…»
Τα εκατοπενηντάχρονα του ’21. «Το ’21 θα ήταν του τοπίου της Οκτωβριανής Επανάστασης των Ρώσσων μουζίκων – εγγονής της δικής μας.
Ο ρωσικός μουζίκος γάϊδαρος κατάκοψε με τις δαγκωματιές τ’ αφεντικά του…
Όσο για ταξική η Επανάσταση η δική μας όχι δεν ήταν. Και θέλω να προσθέσω ότι το «κατακόρυφο» «ταξική» (όρος «νεολογηθείς» αργότερα από τον Μαρξ) δεν πάει στην περίπτωση γιατί δεν μπορεί να ειπωθούν ταξικοί οι Ελλαδικοί Ραγιάδες του ’21, όπως δεν ειπώθηκαν ποτέ τάξις, π.χ. οι είλωτες της Σπάρτης, οι Σπάρτακοι της Ρώμης ή οι Παρίες των Ινδίων…
Το ’21 ήταν αταξική εξέγερση ενός λαού βασανισμένου.. του ίδιου του λαού και κανενός άλλου».
Φιλανθής. Ταύτα πάντα, παρακαλώ μη προς σκανδαλισμό κανενός. Ο ταπεινά υποφαινόμενος, αν και επίσης αμαρτωλός είμαι μολαταύτα πλησιέστερος προς τον Θεό, από κάποιους ψευτομετάνοιους και θεούσους, μη ποτέ βγάλοντας το μάτι του «πλησίον» μου και μη νοιώθοντας διόλου άνεση να αισθάνομαι τον γείτονά μου στεναχωρημένον…
Αν δε τις, με θεωρήσει άθεον, σαν συγγραφέα, ας στήσει αυτί ν’ ακούσει ξεφωνίζοντα από ευχαρίστηση ότι ξεφώνισε κάποιος «συνάδελφος» μου άθεος, ξαναδιαβάζοντας κάποιο αθεϊστικό σκαλάθηρμά του: Ωωω!... πόσο είμαι άθεος… Θεέ μου.
«Ήμουν φιλανθής δίχως όρια… Οι εξαίσιοι στρύχνοι της ανησυχίας του τρόμου, λολούδιζαν εξωτικά στο μπαξέ μου. Η καρδιά μου, το στήθος μου είναι το κέντρο του κόσμου. Αντίς ακακίες εγώ θα του καλλιεργούσα εγώ κάτι κακίες σωτήριες. Έχετε φανταστεί τέτοιον κήπο; Σας βεβαιώνω ότι η ζωή είν’ απέραντη για όσους έσκυψαν να αφιγκραστούν τον παλμό της»
Επιθέσεις δόξης. «Κάποτε θα σιωπήσουμε βέβαια – θα σιωπήσουμε όλοι. Οι νέοι που έχουν μπροστά τους καιρούς, θα το δουν: Θ’ ακούσουν αυτοί την – μεταξύ εμένα και αυτούς – ετυμηγορία του Χρόνου»
«Ο κανόνας είναι να μην υπάρχει απαρεσκότερο πράγμα από την περιαυτολογία του ανθρώπου.
»Σ’ αυτό τον κανόνα εγώ υα προσθέσω δωδά: εξαιρουμένης της περιπτώσεως αμύνης.
» Έτσι θα περιαυτολογήσω αμυνόμενος ενάντια στην επίθεση της δόξας, που βάλθηκε σώνει και καλά να μου στεφανώσει το κεφάλι και να με κάμει ΜΕΓΑΝ και Σοφό, δηλαδή επικίνδυνο για τους άλλους…».
Επιθανάτιες προαισθήσεις. «Έρχομαι. Σκύβω και φιλώ το έδαφος. Κρούω τις φούχτες μου και οι ήχοι – ταχυδρόμοι σου – φτάσανε. Σε καλώ για ν’ ακούσω τη φωνή που μου έδωσες. Εγώ σκέφτοντα σε ξεχνιέμαι. Πως μπορώ κι υπάρχω μπροστά σου;». «ΟΙ ΣΦΥΓΜΟΙ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ ΜΟΥ» «Ήμουν ήσυχος και κανέναν γω δεν πείραζα Ήμουν προύμυτος κι εγώ βύζαινα Χάος…».
Πηγή: Γιώργος Παπασταύρου,
εκδόσεις: Γ. Βασδέκης
