ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Δεν είναι τα νερά που κυλάνε. Δεν είναι οι συνεχόμενοι κύκλοι στην επιφάνεια του νερού όταν πετάξουμε μια πέτρα στο κέντρο της λίμνης. Είναι ο παφλασμός που αφήνει πίσω του ένα πλοίο κάθε φορά που λύνει τους κάβους και αποχαιρετά το λιμάνι. Είναι η θολούρα που άφηνε το πλοίο στο αβαθές λιμάνι της πόλης μας τότε που μας κούναγαν μαντίλια όταν κινούσαμε για Πειραιά. Παλιές καλές εποχές, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια θα μου πείτε. Είναι τα λασπόνερα που λιμνάζουν στη λακκούβα εκεί δίπλα στο πεζοδρόμιο και περνάει ο άλλος με τέρμα τα γκάζια και μας κάνει λούτσα. Είναι της ζωής μας τα λάθη που μετανιώνουμε όταν μεγαλώσουμε, είναι εκείνες οι επιλογές που μας καθορίζουν, είναι τελικά τα λάθη μας, τα πάθη μας, τα μίση μας και οι αγάπες μας. Όλα αυτά παράγουν απόνερα και πολλές φορές λασπόνερα.
Νερό και χώμα, χώμα και νερό. Απόνερα και αποπλύματα μπουγάδας, βούρκος και μαυρίλα προηγούμενης απλυσιάς. Καράβια που λύνουν και αναμνήσεις που δένουν. Άνθρωποι ξεχασμένοι από τους άλλους, από την κοινωνία, από τη ζωή την ίδια. Τρεξίματα του μυαλού που ψάχνουν απεγνωσμένα εκείνες τις απαντήσεις που θα κουμπώσουν με τις ερωτήσεις που η ζωή έβαλε στο τελευταίο διαγώνισμα. Διαγκωνισμοί και σπρωξίματα, μαγκιές και νταηλίκια, βλαστήμιες και υπονοούμενα, δεδομένα και ζητούμενα. Ταξίδια του νου και του έρωτα προσεκτικά κοιταγμένα στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια. Ποικιλομορφία στο ντύσιμο και μονομέρεια στη σκέψη. Απορία του καθενός για όσα ακούει και δεν θέλει να τα πιστέψει. Συγκρούσεις του «μη» και του «πρέπει» με αμφίρροπα αποτελέσματα. Εσωτερικές και σκοτεινές διαδρομές του μυαλού και της καρδιάς καθώς η βάρκα της ζωής σχίζει τα νερά και τις ξερνάει στην επιφάνεια σαν απόνερα. Και μετά ξηρασία, και μετά σιωπή.
Όνειρα του ύπνου μας και του ξύπνιου μας. Ματιές κλεφτές, παιδιά που σε βλέπουν και σε θαυμάζουν χωρίς να ξέρουν πόσο λίγος είσαι. Πέρασε ο καιρός, έφυγαν τα νιάτα, μαζεύτηκαν τα χρόνια, δεν σε παίρνει πλέον να προσποιείσαι. Στοχάσου, συγχώρεσε, γύρνα πίσω, μετάνιωσε. Προστακτικές, όχι ευγενείας, αλλά-αποτελέσματος. Χορτάσαμε με λόγια και υποσχέσεις, φλομώσαμε στα ψέματα, κουραστήκαμε με τις ανούσιες επαναλήψεις, αγγίξαμε πολλές φορές τη φωτιά και καήκαμε. Καιρός είναι να βάλουμε μυαλό και να προχωρήσουμε μπροστά. Στη ζωή πάντα εμείς χρωστάμε, εκείνη δεν πληρώνει και δε χρωστά. Κι εκείνα τα ακάθαρτα νερά χυμένα στο δρόμο, να αφρίζουν οι σαπουνάδες στο σοκάκι, να γλιστράς και να σωριάζεσαι, να βλαστημάς και να αγανακτείς.
Ως εδώ όμως. Τέρμα στις κρυάδες, στις ντροπές και στα ρίγη. Μια αόρατη πάχνη να απλώνεται και ένας αράχνινος ιστός να μας τυλίγει. Να στριφογυρίζεις για να ελευθερωθείς και να εγκλωβίζεσαι ακόμα περισσότερο. Μια παγίδα ύπουλη μπροστά σου που αγνοείς και σε αρπάζει. Τα χέρια σου δεμένα, το μυαλό σου κολλημένο και το σώμα σου να έχει από φόβο παραλύσει. Να μην πετάς πλέον πέτρες στη λιμνούλα γιατί φοβάσαι πως θα σπάσει η κρούστα και θα μυρίσει αποπνικτικά ο βούρκος που λιμνάζει χρόνια στη στασιμότητα. Να έχεις την αίσθηση της μόνιμης, της παραλυτικής ακινησίας, να αισθάνεσαι το βάρος μιας διαρκούς εκκρεμότητας. Να χαραμίζεις την ποιότητα για χάρη της ποσότητας. Και να εμπλουτίζεις τη γύμνια σου με κακόγουστες αντιγραφές που δείχνουν το βάθος της δικής σου κενότητας. Όχι φίλε. Ως εδώ. Τα δικά σου απόνερα δεν θα τα λουστούμε εμείς. Τη δική σου πολύχρωμη μπουγάδα δεν θα την απλώσεις στο δικό μας το μπαλκόνι. Τα δικά μας σφουγγαρόπανα δεν θα απορροφήσουν τη δική σου λάσπη. Προχώρα τώρα στο δρόμο που έστρωσες με τα δικά σου βότσαλα. Το καράβι πλέον έφυγε και μας έμεινε αμανάτι το άδειο λιμάνι. Κρίμα για σένα, κρίμα και για μας.
