Γιατί φοράς το χιτζάμπ, Αμέλ; ρώτησα μια Αλγερινή.
Το φοράω γιατί είναι κομμάτι μου, κομμάτι του πολιτισμού μου και της θρησκείας μου και των πάντων. Όταν προσεύχομαι, ας πούμε, πρέπει να το φοράω. Όταν ήμουν παιδί, μεγαλώσαμε με σεμνότητα, κι έτσι μου ήταν εύκολο να φοράω το χιτζάμπ.
Γιατί είναι το χιτζάμπ καλό και η μπούρκα κακή;
Σέβομαι τους ανθρώπους που τη φοράνε, γιατί ο καθένας έχει μια διαφορετική ερμηνεία. Αν πάω να μιλήσω σε μια γυναίκα που τη φοράει, αυτή θα μου πει είναι δικαίωμά μου και εγώ θα πω είναι δικαίωμά μου. Ας κάνει αυτή η γυναίκα ό,τι θέλει! Αν είναι ευτυχισμένη και περήφανη, πού, είναι το πρόβλημα; Απλώς λέω ότι δεν μπορείς να με αναγκάσεις να φορέσω μπούρκα. Εκείνη νιώθει ασφάλεια, νιώθει ότι αυτό είναι το σωστό, να τη φοράει. Αλλά αν τη φοράει και παραπονιέται, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ευχαριστημένη με αυτό.
Η γυναίκα που επιλέγει να δείχνει το αιδοίο της σε ένα στριπτιτζάδικο έχει κερδίσει το σεβασμό μου, γιατί, όπως είπε η Αμέλ, δεν -μπορείς να με αναγκάσεις να φορέσω μπούρκα. Η γυναίκα στο λεωφορείο η οποία καλύπτει αυτά που θεωρεί αττόκρυφά της, είτε πρόκειται για τα στήθη και τη βουβωνική της χώρα είτε για το πρόσωπό της, εμπίπτει στην ίδια κατηγορία, τη σέβομαι το ίδιο.
Εφόσον εγώ προστατεύω την προσωπική μου ζωή, πρέπει να σέβομαι και την προσωπική ζωή των άλλων. Είναι δικαίωμά μας να αποκρύπτουμε τον εαυτό μας.
Η κυρία Φατάνα Γκελάνι, επικεφαλής του Συμβουλίου Αφγανών Γυναικών, είπε: Όταν ήρθαν οι Ταλιμπάν, την πρώτη φορά που κατέλαβαν πολλά μέρη στο Αφγανιστάν, δε μιλούσαν πολύ για την πολύ φανατική ιδεολογία που έχουν.
Γιατί μια μουσουλμάνα φοράει χιτζάμπ; τη ρώτησα.
Είναι για την ασφάλεια της γυναίκας, επέμεινε, υψώνοντας τη φωνή της. Είναι καλό για τις γυναίκες! Είμαστε πολύ χαρούμενες που είμαστε μουσουλμάνες. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν. Ισλάμ δε σημαίνει να λες στη γυναίκα να βγει στο δρόμο και να γίνει ζητιάνα. Ισλάμ σημαίνει να ακούς το λαό.
Το έμβλημα μιας γυναίκας
Ποιο είναι το έμβλημα μιας γυναίκας; Όπως συμβαίνει και με το λόγο που είναι κανείς φτωχός, αυτό ποικίλλει ανάλογα με τον τόπο.
Το έμβλημα μιας Ταϊλανδέζας είναι το εξής: να είναι απίστευτα λεπτή. Δείχνει το πρόσωπό της. Δείχνει τη χάρη της.
Αυτή η γυναίκα είναι για να την κοιτάζεις. – Τότε ποια είναι αόρατη; - Μα φυσικά η χοντρόμεση, ιδρωμένη, μεθυσμένη, απρόσωπη - με λίγα λόγια, ένα απλό αντικείμενο, ένα αξιολησμόνητο πράγμα που μουρμουρίζει μόνο του μέσα στο μισόφωτο ανάμεσα στα χιονάτα νουντλς ενός υπαίθριου εικονοστασίου και στον πολύβουο αυτοκινητόδρομο. Κανείς δεν την προσέχει όταν πασχίζει με δυσκολία να πάρει ανάσα.
Το έμβλημα μιας Αφγανής είναι ένα φάντασμα με μπούρκα. Στο Ανόι υπήρχε μια καφετερία δίπλα στη λίμνη όπου νωρίς κάθε πρωί, ανάμεσα στα κόκκινα άνθη του τζιονγκ βι, διάσημα σύμβολα του καλοκαιριού, μια σερβιτόρα, χαμογελαστή, νέα και όμορφη, μου σέρβιρε καφέ και με φλέρταρε. Θυμάμαι ότι ήθελε να τελειώσει το σχολείο και, αν μπορέσει, να πάει στην Αμερική. Γελώντας με ρώτησε αν θα ήθελα να την παντρευτώ.
Δεν ήμουν πολύ νεότερος απ’ ό,τι είμαι σήμερα - και σίγουρα δεν ήμουν ομορφότερος -, επομένως μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ ότι πιθανώς, και στο βαθμό που πράγματι ήμουν αρκετά ελκυστικός γι’ αυτήν ώστε να θέλει να γίνει γυναίκα μου, έπαιζε ρόλο και ο οικονομικός παράγοντας.
Ο φτωχός αποστρέφεται τον ζητιάνο
Όταν προσκάλεσα για πρωινό ένα ζητιάνο, έχασα μεγάλο μέρος του μελλοντικού συζυγικού ενδιαφέροντος που έτρεφε για μένα. Ίσως να το ένιωθε εξευτελιστικό (αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου) που ξαφνικά ήταν υποχρεωμένη να σερβίρει αυτό το πλάσμα, το οποίο ήδη στεκόταν στο οπτικό της πεδίο. Σουφρώνοντας τη μύτη της, μου έφερε τον κατάλογο, και όταν ζήτησα άλλον έναν για τον Χονγκ, το χαριτωμένο πρόσωπό της γέμισε μίσος και έγινε απαίσιο.
Γιατί είσαι φτωχός τον ρώτησα.
Έτριψε το ιδρωμένο, αξύριστο χείλος του, κρατώντας σφιχτά την πραμάτεια του: χάρτες, καρτ ποστάλ και βιβλιαράκια με βιετναμέζικες φράσεις για τους τουρίστες. Μου έδωσε την ίδια απάντηση που άκουγα συνέχεια στο Μεξικό: Ο κόσμος δεν έχει αρκετά χρήματα για να πάει στο σχολείο. Και δεν έχουμε καλά ρούχα, οπότε δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά. Έτσι είναι τα πράγματα στις αγροτικές περιοχές.
Ζήτησα τη γνώμη του για το μαρξισμό-λενινισμό και μου απάντησε με ένα πλατύ χαμόγελο. Είπε: Τα παιδιά του βασιλιά θα γίνουν βασιλιάδες και τα παιδιά των φτωχών θα γίνουν αγρότες. Δεν είναι εύκολο. Δε ζητάς από τον βασιλιά να σε βοηθήσει· δεν έχεις αρκετό φαγητό στο στομάχι σου για να σκεφτείς αυτά τα πράγματα.
Τελείωσε το γεύμα του και μετά σηκώθηκε από το τραπέζι, έκανε είκοσι βήματα και έγινε και πάλι αόρατος, με το γαλάζιο κασκέτο του τραβηγμένο χαμηλά πάνω από τα ιδρωμένα μαύρα μαλλιά του. Όταν έφυγα, κοίταζε παντού με τα κοκκινισμένα μάτια του, αλλά όχι τη σερβιτόρα.
Ισλαμικός συντηρητισμός
Ένα ηλιόλουστο απόγευμα στην Πεσαβάρ, όταν μαζί με έναν βετεράνο Αφγανό δημοσιογράφο αναλάβαμε το δύσκολο εγχείρημα να μιλήσουμε σε μια γυναίκα, δεν τα καταφέραμε ούτε καν με μια ζητιάνα η οποία δέχτηκε με σιωπηρή ευγνωμοσύνη τις είκοσι ρουπίες που της έδωσα, αλλά μετά μας παρακάλεσε να μην της ζητήσουμε να κάνει κανένα σχόλιο για οτιδήποτε. Για να πάρετε μια ιδέα για το πώς είναι στην εμφάνιση οι Αφγανές, υπήρξαν περιπτώσεις όπου πρόσφερα χρήματα σε κάποιες κυρίες για να τις φωτογραφίσω, κάτι που έκανε και εκείνες και εμένα να νιώσουμε πως παίρναμε μέρος σε μια θλιβερή συναλλαγή πορνείας, και μερικές φορές, από πίσω ή από μακριά, φωτογράφισα κυρίες με μπούρκα να περπατούν στο δρόμο. Στο Αφγανιστάν, το να φωτογραφίσεις μια γυναίκα είναι εξίσου παράνομο με το να φωτογραφίσεις μια μυστική στρατιωτική βάση.
Στο Πακιστάν, αυτή η πράξη απλώς συγκέντρωνε πλήθη αηδιασμένων και αγανακτισμένων αντρών. Δεν μπορούσαμε να την πάμε πουθενά να την κεράσουμε ένα αναψυκτικό, γιατί και μόνο η πράξη του να περπατάει δίπλα μας θα δημιουργούσε υποψίες σεξουαλικής υφής. Αυτό δεν ήταν ταλιμπανικός εξτρεμισμός, αλλά απλώς ισλαμικός συντηρητισμός. Κι αυτό το σέβομαι. Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να καταλάβω καλύτερα τη φτώχεια της, αλλά, όπως είπε και ο άντρας που καθόταν πάνω στα τυλιγμένα χαλιά, πάντα υπάρχουν όρια.
Ένας Πακιστανός Πατάν στην ηλικία μου (φυσικά, όντας φτωχός, έδειχνε δέκα χρόνια μεγαλύτερος μου) είπε ότι αν ένας Πατάν έφτιαχνε στο σπίτι του ένα παράθυρο απ’ όπου φαινόταν το παράθυρο του γείτονά του, ο γείτονας είχε υποχρέωση να τον πυροβολήσει. Αυτό όχι μόνο το σέβομαι, αλλά το επικροτώ. Η προστασία της ιδιωτικής μου ζωής είναι πολύτιμη για μένα.
Πάντα υπάρχουν όρια· αυτό είναι αλήθεια. Δεν μπορώ να δω κάθε καλυμμένη γυναίκα. Ορκίζομαι όμως ότι ποτέ μου δε θα πάψω να βλέπω τη φτωχή γυναίκα, την καλυμμένη γυναίκα που πεθαίνει μόνη.
Η αορατότητα της παραμόρφωσης νεκρών και φτωχών
Φτώχεια σημαίνει αορατότητα, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η φτώχεια επιμένει να γίνεται φανερή και να φωνάζει την αποκρουστικότητά της. Οι νεκροί έχουν φύγει και είναι αόρατοι για εμάς, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί τους θάβουμε στο χώμα, όπου δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τους μυρίζουμε. – Γιατί είναι τόσο τρομακτική η θέα ενός ανοιγμένου τάφου; Για τον ίδιο λόγο που είναι τρομακτική η ορατή φτώχεια.
Πράγματι, παραμόρφωση είναι, ανάμεσα στα άλλα, η βρώμα της ακάθαρτης σάρκας, των ρούχων των φτωχών τα οποία έχουν ποτίσει από πολυκαιρισμένο ιδρώτα και βροχή, των άσχημα επουλωμένων πληγών που θα είχαν γιατρευτεί τελείως πάνω σε ένα πλούσιο σώμα. Παραμόρφωση είναι η φασαρία, η βαναυσότητα, η μη κανονικότητα εκφρασμένη με κλαψουρίσματα και παρακάλια, μέσα από τα οποία τόσοι και τόσοι ζητιάνοι μάς εκλιπαρούν να τους βοηθήσουμε. Μια από τις ελάχιστες προϋποθέσεις του πλούτου, σύμφωνα με τον Άνταμ Σμιθ, ήταν η ικανότητα να εμφανίζεσαι δημόσια χωρίς να ντρέπεσαι.
Αλλά η παραμόρφωση, είναι επίσης εμπορεύσιμο αγαθό, και για όσους είναι παραμορφωμένοι επειδή είναι φτωχοί και για όσους είναι φτωχοί επειδή είναι παραμορφωμένοι. Ο άντρας χωρίς χέρια που καθόταν γονατιστός δίπλα στο κεφαλόσκαλο μιας πεζογέφυρας στην Μπανγκόκ, κάθε μέρα χρησιμοποιεί τα δόντια του για χέρια, εκλιπαρώντας υποταγμένος στη μοίρα. Δεν κατάλαβα τον έξυπνο τρόπο με τον οποίο έβαζε τα χέρια του πίσω από την πλάτη; Έγερνε και ακουμπούσε στην κουπαστή της σκάλας για να κρύψει το γεγονός ότι δεν ήταν ανάπηρος.
Στο βαθμό που οι φτωχοί συνιστούν κάποιου είδους προσφορά – φτηνό εργατικό δυναμικό, υψηλή διαθεσιμότητα για κάποιο συγκεκριμένο έργο (για παράδειγμα, πόλεμο ή πορνεία), βολική υπακοή, θα γίνουν ανεκτοί, ίσως μάλιστα και «επιθυμητοί». Στο βαθμό που συνιστούν ζήτηση για κοινούς πόρους, θα είναι ανεπιθύμητοι. Η αποξένωση, είναι η φυσική αντίδραση στην απομόνωση που προκύπτει από το γεγονός ότι κάποιος είναι ανεπιθύμητος.
Αυτοκτονικός ιδεασμός των οικονομικών κρίσεων
Εξηγώντας τον αυξημένο αριθμό αυτοκτονιών κατά τη διάρκεια οικονομικών υφέσεων, ένας λέκτορας επισημαίνει: Ύφεση είναι μια περίοδος κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι νιώθουν άτι ζουν σε μια κοινότητα που δεν τους έχει ανάγκη, που δεν τους παρέχει τα μέσα για να ζήσουν και που δεν τους δίνει την ευκαιρία να βρουν δουλειά. Αυτή η πρόταση περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση εκείνων των γυναικών υπό τους Ταλιμπάν, αλλά και των φτωχών γενικότερα. Κάι υπάρχει και μια άλλη όψη τού να είσαι ανεπιθύμητος: το να απεχθάνεσαι τον εαυτό σου.
Μια εγκυκλοπαίδεια της Μεγάλης Ύφεσης σημειώνει ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας τον 1920 πολλοί Αμερικανοί είχαν αρχίσει να εξισώνουν την αυταξία με τα υλικά αγαθά. Επομένως, όταν η κατάσταση χειροτέρεψε, οι άνθρωποι ένιωσαν ανάξιοι. Μπορεί να μην ήταν τόσο απλά τα πράγματα. Αλλά οι άνθρωποι κατά κανόνα όντως εξισώνουν την αυταξία με αυτό τον τρόπο, ή τουλάχιστον τη μετρούν εν μέρει με γνώμονα το κατά πόσο νιώθουν ενσωματωμένοι στην κοινωνία.
Αν διαθέτουν μια δική τους υποκουλτούρα, ίσως καταφέρουν να γλιτώσουν από κάποιες συνέπειες της απομόνωσης. Εφόσον κάθε κοινωνική παροχή έχει κάποιο τίμημα, στο βαθμό που αυτή η υποκουλτούρα της φτώχειας γίνεται διακριτή, θα γίνει αντικείμενο περιφρόνησης από την κουλτούρα του πλούτου.
Μια ιστορία των Ιταλών της Αμερικής περιέχει την ακόλουθη γενικολογία: Επειδή οι γέννημα θρέμμα Αμερικανοί έβλεπαν φτωχούς και ατημέλητους ανειδίκευτους εργάτες που μιλούσαν ακατάληπτες γλώσσες, τους περιέγραφαν χρησιμοποιώντας προσβλητικά στερεότυπα, όπως Βρωμολατίνοι, Οβριοί, Πολάκοι, κ.λπ. Με άλλα λόγια, φρονούσαν ότι θα πρέπει να υπάρξει μια κατευθυντήρια προσέγγιση που θα κρατήσει τους εσωτερικούς μετανάστες στο περιθώριο ή τουλάχιστον εκτός οπτικού πεδίου.
Με παρόμοιο τρόπο, ένας Ιάπωνας της Αμερικής θυμάται τα χρόνια λίγο πριν το Β' Παγκόσμιο πόλεμο: Δε μας είπαν ποτέ ευθέως ότι οι λευκοί ήταν καλύτεροι από τους Ιάπωνες, αλλά αυτομάτως νιώθαμε πολίτες δεύτερης κατηγορίας επειδή ήμασταν όλοι φτωχοί, επειδή οι γονείς μας δεν είχαν και τόσο καλές δουλειές. Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό κατάστημα ρούχων· οι πελάτες μας ήταν κυρίως Ιάπωνες. Νομίζω ότι ο λόγος που μέναμε προσκολλημένοι στη δική μας κοινότητα ήταν ότι νιώθαμε κατώτεροι.
Ανελεύθερος κι ευάλωτος είναι πάντα ο φτωχός
Σύμφωνα με τον Μοντέν, ο μέσος άνθρωπος σήμερα είναι βλάκας, ποταπός, δουλοπρεπής, ασταθής, έρμαιο των ποικίλων θυελλωδών παθών του, ενώ! εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τους άλλους. Δεν περιλαμβάνει αυτός ο ορισμός : τους περισσότερους από εμάς; Σίγουρα περιλαμβάνει τους φτωχούς.
Ο κύριος προβλέπει· χωρίς αυτόν, ο φτωχός παραμένει συνεχώς έρμαιο των ποικίλων θυελλωδών παθών του, ενώ εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τους άλλους. Τι θα συνέβαινε αν ο φτωχός μπορούσε να προβλέψει εξίσου καλά; Θα γινόταν λιγότερο εξαρτημένος; Σίγουρα θα είχε λιγότερη διάθεση να θεωρήσει τα δεσμά του κελεπούρι.
Η προνοητικότητα είναι δύναμη, σίγουρα, και μπορεί να ενθαρρύνει αυτοπειθαρχημένες πρακτικές που βοηθούν τη συνεχιζόμενη επιβίωση, όπως η αποταμίευση, ο σχεδιασμός, η εξοικονόμηση. Αν όμως δεν έχει απομείνει τίποτα να σώσεις, ή αν είσαι αδύναμος να αποτρέψεις ένα εύκολα προβλέψιμο ενδεχόμενο, τι κάνεις τότε;
Μια φορά κι έναν καιρό, ο Άνταμ Σμιθ μας διαβεβαίωνε ότι σε κοινωνίες που απολάμβαναν ένα σύνθετο καταμερισμό εργασίας τα πάντα είναι διαθέσιμα, και ένας εργάτης, ακόμα και της χαμηλότερης και φτωχότερης στάθμης, αν είναι οικονόμος και εργατικός, μπορεί να απολαμβάνει μεγαλύτερο μερίδιο των αναγκαίων και των ευκολιών της ζωής απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει ένας άγριος.
Το τυχαίο είναι και αιτία και αιτιακό της φτώχειας.
Σε κάθε περίπτωση, όταν η φτώχεια κυριεύει έναν άνθρωπο, τα περαιτέρω ατυχήματα γίνονται σχεδόν εξ ορισμού πιο επικίνδυνα και, βέβαια, πιο πιθανά. Με λίγα λόγια, ένα από τα κριτήρια της φτώχειας είναι η ροπή προς τα ατυχήματα.
Η ζωή είναι ένα παρατεταμένο κάμπινγκ. Με μια κατώτερης ποιότητας σκηνή που μπάζει νερά δε γίνεται περισσότερο πιθανή η βροχή· αν όμως βρέξει, αυτός με τη φτηνή σκηνή κινδυνεύει να βρεθεί με βρεγμένο υπνόσακο, ενώ είναι πιθανό να πεθάνει από υποθερμία.
Φυσικά η ροπή προς τα ατυχήματα επιτείνεται αν είναι κανείς ανεπιθύμητος.
Ένας μαύρος Αμερικανός θυμάται μια συμμορία λευκών στο Ταϊντγουότερ της Βιρτζίνια στα τέλη της δεκαετίας του 1820. Κανένας ελεύθερος έγχρωμος δεν ήταν ασφαλής αν έπεφτε στα χέρια τους∙ κινδύνευε και ο ίδιος και η περιουσία του. Νυχτερινοί καβαλάρηδες έδεσαν τις αδερφές του σε ένα δέντρο και τις μαστίγωσαν. Ο ήχος του μαστιγίου και οι κραυγές των μαστιγωμένων ηχεί στ’ αυτιά μου καθώς τα γράφω αυτά και θα συνεχίσει να ηχεί όσο ζω. Τι ανεξήγητη σύμπτωση να συμβαίνουν άσχημα πράγματα σε ανθρώπους που οι άλλοι τους θεωρούν χωρίς αξία!
Ο πόνος της φτώχειας είναι η πείνα
Tο 1754 ο Ρουσό καταγράφει την πληθώρα των ανθυγιεινών επαγγελμάτων που βραχύνουν τη ζωή των ανθρώπων και καταστρέφουν το σώμα τους, όπως η δουλειά στα ορυχεία και η επεξεργασία μετάλλων και ορυκτών, ιδίως μολύβδου, χαλκού, υδραργύρου, κοβαλτίου και αρσενικού: προσθέστε σε αυτά και άλλα επικίνδυνα επαγγέλματα που καθημερινά αποβαίνουν μοιραία για πολλούς πλακάδες, ξυλουργούς, χτίστες και εργάτες στα ορυχεία...
Οι πλούσιοι συσχετίζουν τη φτώχεια με ένα συγκεκριμένο είδος πόνου που λέγεται πείνα.
Είναι προφανές το γεγονός ότι ο πόνος είναι από μόνος του μια εξαθλίωση που σε φτωχαίνει, και η φτώχεια είναι πόνος. Η αποδυνάμωση και η κατάρρευση αυτού του πράγματος που οι λάτρεις της ανθρωπότητας αποκαλούν «ανθρώπινες δυνατότητες» είναι ένας ιδιαίτερα φριχτός παράγοντας - και αίτιο και αιτιατό- του πόνου.
Ο Μοντέν παρηγορούσε τον εαυτό του λέγοντας: Ό,τι μπορώ να αντέξω θα το αντέξω ό,τι δεν μπορώ θα με σκοτώσει κι έτσι θα με απαλλάξει από τον πόνο. Αυτός ο τρόπος ύπαρξης απαιτεί περηφάνια, γνώση, αποδοχή.
Όταν ο Μαρξ χαρακτήριζε τη θρησκεία όπιο των μαζών, αναφερόταν σε μια διαφορετική και κατώτερη, στο μυαλό του, στρατηγική εγκαρτέρησης, μια μέθοδο όπου δε χωρούσε η περηφάνια.
Πιστεύουμε, ότι πρέπει να φροντίζουμε για το μέλλον, αλλά στο μέλλον θα είμαστε σκελετοί. Ανυπομονούμε να έρθει το σαββατοκύριακο, πράγμα που σημαίνει ότι θέλουμε να προσπεράσουμε βιαστικά τα πέντε έβδομα της υπόλοιπης ζωής μας.
Όταν η επιβίωση απαιτεί επίπονο μόχθο, τότε η εμπειρία αυτή μπορεί να βελτιωθεί με την περαιτέρω ελάττωση της συνείδησης, είτε επιλεκτικά είτε ολοκληρωτικά. Τι προτιμά ο ασθενής, τοπική ή ολική αναισθησία; Όσο κι αν βοηθάει η στωική προσέγγιση όταν δεν υπάρχει αναισθητικό, δε θα προτιμούσαμε, οι περισσότεροι, να έχουμε αυτή την επιλογή; Και τι σκεφτόμαστε γι’ αυτόν που δεν το επιλέγει; Τον θαυμάζουμε; Ή τον θεωρούμε αλλόκοτο;
Ο ζητιάνος μισεί τον άλλο ζητιάνο
Ανάμεσα στους φτωχούς, η αποξένωση εκφράζεται είτε μέσω του φόβου της μεταδοτικότητας είτε μέσω του δίδυμου αδερφού του φόβου, του μίσους για τον άλλο. Μερικές φορές σχετίζεται με ένα πιο απρόσωπο φαινόμενο: τον ανταγωνισμό για τους λιγοστούς διαθέσιμους πόρους. (Τουργκένιεφ, 1859: Ένας φτωχός ζητιάνος διακρίνει αμέσως έναν άλλο φτωχό ζητιάνο από μακριά, αλλά σε προχωρημένη ηλικία σπανίως γίνονται φίλοι – και αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο: δεν έχουν τίποτα να μοιραστούν από κοινού, ούτε καν την ελπίδα).
Ανάμεσα στους φτωχούς και στους άλλους, η αποξένωση μετατρέπεται σε ταξικό μίσος. Τη μοίρα των φτωχών εύκολα μπορεί κανείς να τη φανταστεί λέει ένα εγχειρίδιο για την οικονομία στις Φιλιππίνες. Είναι αναγκασμένοι να τρώνε ακατάλληλη και ανεπαρκή τροφή, να φορούν κουρελιασμένα ρούχα και να ζουν σε ανθυγιεινές συνθήκες. 'Όταν αρρωσταίνουν, δεν έχουν χρήματα για ιατρική περίθαλψη. Το εγχειρίδιο συνεχίζει: Είναι το ιδανικό ακροατήριο για τα ανατρεπτικά κηρύγματα ακραίων ταραχοποιών που δίνουν εξωφρενικές υποσχέσεις κοινωνικής βελτίωσης.
Πηγή: «Φτωχοί άνθρωποι», ΓΟΥΙΛΙΑΜ Τ. ΒΟΛΜΑΝ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
