Χωριατάκια στο Γυμνάσιο
Ήμασταν τέσσερις φίλοι στην πέμπτη τάξη του εξατάξιου Γυμνασίου εκείνης της εποχής. Ο Μανώλης, ο Μιχάλης, ο Γιάννης κι ο Αντρέας. Όλοι χωριατόπαιδα που μας κατέβασαν οι γονιοί μας την αρχή του σχολικού χρόνου στην πόλη, μας νοικιάσανε μια καμαρούλα κι ύστερα μας αφήσανε μόνους να τα βγάλουμε πέρα! Κι οι περισσότεροι τα καταφέραμε μια χαρά! Θες γιατί δεν υπήρχανε τότες πολλές «σειρήνες» να μας ξετρελάνουν, θες γιατί είχαμε αυστηρούς γονέους και δασκάλους και τους φοβόμασταν, θες γιατί δεν είχαμε λεφτά, θες για άλλους λόγους, πάντως τα καταφέραμε και δεν αλητέψαμε, μα και προκόψαμε όλοι και βγάνομε το ψωμί μας σήμερο με το παραπάνω!...
Τακτικοί στο Γυμνάσιο και πάντα διαβασμένοι, αν και μας λείπανε τα βιβλία. Άλλοι τα δανείζονταν από συμμαθητές, άλλοι αντιγράφανε το μάθημα σε τετράδια κι άλλοι πήγαιναν στο συμμαθητή που είχε βιβλίο και… διάβαζε ο ένας κι άκουγε ο άλλος!.. Τέτοιες δυσκολίες περνούσαμε τα παιδιά του καιρού εκείνου, μα, όταν έχεις όρεξη για κάτι κι έχεις βάλει στη ζωή σου, αυτά όλα είναι παρανυχίδες!...
Πρωί πάντα ήταν το Σχολείο μας κι ύστερα δεν είχαμε τίποτ’ άλλο μέχρι την άλλη μέρα, παρά μόνο το διάβασμα. Ούτε φροντιστήρια, ούτε ξένες γλώσσες, ούτε μουσικές. Και συχνά δεν μας έφταναν οι ώρες για να μελετήσουμε τέλεια το μάθημά μας και ξενυχτούσαμε!...
Για ψυχαγωγία δε γινόταν καθόλου λόγος. Μια-δυο φορές το χρόνο μας πήγαιναν οι καθηγητές μας στον κινηματογράφο, όταν το έργο ήταν κατάλληλο κι αυτό ήταν όλο. Πηγαίναμε και μερικούς περιπάτους την Άνοιξη και μια ημερήσια εκδρομή, όλο το Γυμνάσιο, στο τέλος του χρόνου σε κάποιο κοντινό χωριό, με τα πόδια.
Επιτήρηση καθηγητών
Τα βράδια βγαίνανε στην πόλη «περίπολο» οι καθηγητές κι ο Γυμνασιάρχης κι αλίμονο στο μαθητή ή τη μαθήτρια που γύριζε στους δρόμους νυχτιάτικα ή που τον έπιαναν σε κινηματογράφο ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Δεν υπήρχε έλεος! Διαπόμπευση την άλλη μέρα ενώπιον όλου του Γυμνασίου. Αποβολή και διαγωγή «κοσμία» αντί «κοσμιωτάτη», που έπρεπε να γράφει το ενδεικτικό στο τέλος του χρόνου!
Κάθε μαθητής, μόλις νύχτωνε, έπρεπε να κλείνεται στο δωμάτιό και να διαβάζει. Συχνά η περίπολος των καθηγητών πήγαινε στην πόρτα του κι έβαζε «μάτι» από την κλειδαρότρυπα να δει τι γίνεται μέσα κι αν είναι μοναχός ή έχει ξένη παρέα. Ακόμη κι αν διάβαζε ο μαθητής, προσπαθούσε ο καθηγητής να δει τι διαβάζει! Γιατί κείνη την εποχή κυκλοφορούσε πολύ «η Μάσκα», ένα περιοδικό-βιβλίο με αστυνομικές ιστορίες, που απαγορευόταν στους μαθητές να διαβάζουν!
Κάποιοι σημερινοί μαθητές, αλλά και μεγάλοι άνθρωποι, θα πουν πως «τα συστήματα εκείνου του καιρού ήσαν απάνθρωπα κι οι δάσκαλοι ήσαν τύραννοι και σαδιστές και τα καημένα τα παιδιά ήσαν τα μεγάλα θύματα εκείνων των μαύρων καιρών της αυταρχικότητας και της αυθαιρεσίας του κατεστημένου!». Μα θα ‘χουν λάθος!... Έτσι το νομίζαμε κι εμείς τότε και για αρκετά χρόνια μετά, πριν ωριμάσουμε και πριν βγούμε στην κοινωνία. Αργότερα όμως καταλάβαμε, πως μόνο με κόπο και ιδρώτα και θυσίες φτάνει κανείς στις ψηλές κορφές. Κι όποιος τυχόν φτάσει εκεί με άλλους πλάγιους τρόπους, αρκεί ένα φύσημα τ’ ανέμου για να τον ξαπλώσει κάτω!
Παρ’ όλους αυτούς τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις, εμείς είχαμε τον τρόπο μας και να παίξουμε και να γελάσουμε και αν χαρούμε τη ζωή μας.
Πιεστικό πρόβλημα
Ένα μόνο ήταν το μεγάλο μας πρόβλημα: Το σεξουαλικό! Τα ήθη ήταν αυστηρά και τα κορίτσια, που δε μας έλειπαν, δεν κάνανε σε καμιά περίπτωση… υποχωρήσεις! Κάναμε σχέσεις, δέχονταν… τον πρόλογο, δέχονταν τις… ψιλοεπαφές και όλα τα ανώδυνα, μα όταν φτάναμε… στο ψητό… μας έκλειναν το δρόμο!... Κι αν επιμέναμε, τις χάναμε κι άντε να βρεις άλλο κορίτσι στο μικρό κύκλο που ζούσαμε! Δεν επιμέναμε λοιπόν τις περισσότερες φορές κι αρκούμασταν στα λίγα που μας πρόσφεραν, συμπληρώνοντας το μενού… εκ των ενόντων!... Ήτανε μεγάλο μαράζι όμως και τρομερή δοκιμασία η έλλειψη αυτή, στην ηλικία που βρισκόμασταν, και μας απασχολούσε. Καθημερινά ψάχναμε να βρούμε διεξόδους στο μεγάλο μας πρόβλημα!...
- Και τι καθόμαστε και το συζητάμε και δεν παίρνουμε μιαν απόφαση; Είπε ο Μανόλης, που έκανε και τον πιο άνετο σε τέτοια θέματα.
- Πώς να το λύσουμε, υπάρχει λύση και δεν την ξέρουμε τόσον καιρό; Τον ρώτησε ο Μιχάλης.
- Υπάρχει, υπάρχει, είπε με νόημα ο Μανόλης.
- Πες τηνε, ρε φίλε, να τελειώνουμε, είπε ανυπόμονος ο Γιάννης.
- Η Ρίτσα, η Ρίτσα είναι η λύση, είπε σοβαρά ο Μανόλης σφίγγοντας τα χείλια του!...
- Τώρα μας φώτισες, είπε ο Μιχάλης, κι επήγε ντουχιουντισμένος σε μια γωνιά πάνω σ’ ένα κασόνι, τρίβοντας το σαγόνι του.
Εμένα με λένε Ρίτσα
Τη Ρίτσα δεν την γνωρίζαμε μα η φήμη της είχε φτάσει στη πόλη πριν έρθει αυτή. Ήτανε μια πανέμορφη, που ήρθε κι άνοιξε «σπίτι» δίπλα από της Ευσταθίας. Μα η «βίζιτα» στοίχιζε 50 δραχμές και μόνο όποιος είχε λεφτά μπορούσε να την επισκεφτεί. Κι ακόμη, δε δεχόταν ανήλικους. Έπρεπε να ‘σαι τουλάχιστο δεκαοχτώ χρονώ για να σε «πάρει». Έτσι η πρόταση του Μανόλη, στην αρχή, έπεσε στο κενό.
Τη Ρίτσα την ξέραμε μα υπήρχανε αξεπέραστα εμπόδια. Πάντως καθένας από τους τέσσερις όλο και συμφιλιωνόταν με την ιδέα του Μανόλη που έψαχνε τρόπους να ξεπεραστούν τα εμπόδια! Εκείνο της ηλικίας δεν ήτανε και πολύ σοβαρό. Θα λέγαμε πως ήμασταν μεγάλοι. Δε θα γύρευε και ταυτότητα στο κάτω κάτω της γραφής! Εκείνο των χρημάτων ήταν το σοβαρό. Εμείς δεν είχαμε ένα πενηνταράκι ν’ αγοράσουμε ένα κουλούρι, και θα βρίσκαμε τις πενήντα δραχμές της «βίζιτας»; Κι ένα χρόνο να τα μαζεύαμε, από το ψευτοχαρτζιλίκι που μας δίνανε οι δικοί μας, πάλι δεν φτάνανε!. Ακριβή κι απλησίαστη η Ρίτσα για μας! Μα πάλι, ας το ξανασκεφτούμε, έλεγε ο καθένας από μέσα του. Ίσως βρεθεί τρόπος να συγκεντρώσουμε, έστω και μια φορά, αυτό το ποσό!
Εξοικονόμηση χρημάτων
Τελικά τη λύση τη βρήκε ο Γιάννης και κάλεσε στο δωμάτιό του τους άλλους το επόμενο απόγευμα, αν τους την ανακοινώσει!
Στραβοί είμαστε, ρε, όλα αυτά τα χρόνια κι άδικα υποφέρουμε. Λεφτά θέλουμε; Υπάρχει τρόπος να βρούμε: Να δουλέψουμε. Τώρα φτιάχνουνε το δρόμο της Σχολής, κοντά στα χωριά μας και θένε εργάτες. Να πάμε στον αρχιεργάτη την Κυριακή, να του πούμε να μας γράψει στην κατάσταση. Σε δέκα μέρες έχουμε τις διακοπές του Πάσχα. Να δουλέψουμε για το καλό…
- Της… ψυχής μας, συμπληρώσανε οι άλλοι τρεις με μια φωνή και σκάσαμε όλοι στα γέλια.
Την Κυριακή που ανεβήκαμε στα χωριά μας, περάσαμε από την Αγία Φωτεινή και βρήκαμε τον Αρχιεργάτη του Τσίπρα τον Γιάννη τον όρτσα, φόρτσα.
- Μπράβο, παιδιά, μας είπε αυτός. Έτσι κάνουνε οι καλοί μαθητές. Δουλεύουνε και βγάζουνε τα έξοδα των βιβλίων τους, τουλάχιστο.
Του Λαζάρου το Σάββατο σταμάτησαν τα μαθήματα για δεκαπέντε μέρες κι ανεβήκαμε στα χωριά μας για τις γιορτές. Τότε μόνο είπαμε και στο σπίτι μας πως θα δουλεύαμε στο δρόμο. Παραξενεύτηκαν όλοι, γιατί σε τέτοιες βαριές δουλειές δεν είχαμε ξαναδουλέψει, αλλά είδαν με καλό μάτι αυτή μας την απόφαση! Εξάλλου ήμασταν συνηθισμένοι από μικροί σε πλήθος άλλες γεωργικές δουλειές.
Πήγαμε κι οι τέσσερις τη Μ. Δευτέρα στη δουλειά στη γέφυρα πια πάνω απού του Ηρώδη. Οι άλλοι εργάτες μας λοξοκοίταξαν και χάζευαν τις παλάμες των χεριών μας, που ύστερα από λίγο βγάλανε φούσκες και τρυπήσανε! Μα εμείς τυλίγαμε με μαντίλια τα χέρια μας και συνεχίζαμε τον κασμά και το φτυάρι, χωρίς να δίνουμε προσοχή στα σχόλια των άλλων. Ο Γιάννης, που φαινόταν καλός άνθρωπος, σε αντίθεση με τον Στέφανο μας έστελνε πότε να του φέρουμε νερό και πότε κάτι άλλο, έτσι για να μας ξεκουράσει, επειδή έβλεπε τις φιλότιμες προσπάθειές μας!
Συνεχίσαμε και μετά το Πάσχα και συμπληρώσαμε τα εννιά μεροκάματα που υπολογίσαμε.
Εκεί κατά τα μέσα Αυγούστου μας πληρώσανε τα μεροκάματα του δρόμου.
Κάναμε και στ’ αμπέλια καμιά εικοσαριά μεροκάματα ο καθένας, και τα λεφτά που βάλαμε στις τσέπες μας πρώτη φορά τα βλέπαμε!
Κατάστρωση σχεδίου
Στα μέσα του Σεπτέμβρη αρχίσανε τα μαθήματα και κατεβήκαμε στην πόλη. Το ίδιο απόγευμα συγκεντρωθήκαμε για να κάνουμε το σχέδιο για το «ντου» στη Ρίτσα! Στη συζήτηση, που κράτησε μέχρι το βράδυ, φανερώθηκαν κι άλλες δυσκολίες, που δεν είχαμε επισημάνει μέχρι τώρα. Και το πρώτο που μάθαμε, ο ένας από τον άλλον, ήτανε πως οι γονιοί μας δεν μας δώσανε φράγκο –ούτε για το νοίκι- γιατί λέει τώρα είχαμε δικά μας λεφτά και μ’ αυτά θα περάσομε το μισό χρόνο!
Τρομοκρατηθήκαμε, μα είπαμε να το συζητήσουμε αργότερα για να βρούμε κάποια λύση. Τώρα καμιά δύναμη και καμιά λιτότητα δε θα μας στερήσει από μια τουλάχιστον επίσκεψη στη Ρίτσα. Κι ύστερα βλέπουμε και πράττουμε ανάλογα. Αλλά προέκυψε και θέμα… προσπέλασης στην Χειμάρας που ήταν η Ρίτσα. Την ημέρα ήταν αδύνατο να πας προς τα εκεί και να μη σε δει κάποιο μάτι. Τη νύχτα πάλι, όποιος κυκλοφορούσε στο κομμάτι αυτό του δρόμου… αν δεν πήγαινε στη Φορτέζα, πήγαινε στις πουτάνες.
Πήγε απόγευμα, δεν είχαμε και ρολόγια να δούμε την ώρα, μα όταν χτύπησε η καμπάνα του εσπερινού είπαμε να ξεκινήσουμε.
Επίσκεψη στο μπουρδέλο
Κάπως συνεσταλμένα προχωρήσαμε, ανεβήκαμε στην υπερυψωμένη βεράντα του ισογείου και σταθήκαμε μπροστά στην είσοδο.
- Τη Ρίτσα θέλουμε είπε ο Μανόλης στη τσατσά.
- Αν ήρθατε για βίζιτα πρέπει να περιμένετε, η Ρίτσα κοιμάται, είπε η «τσατσά».
Μας έβαλε στην αίθουσα αναμονής και καθήσαμε σε κάτι παλιές πολυθρόνες.
Εμείς οι τέσσερις ήμασταν μόνο στο δωμάτιο αναμονής κι η τσατσά που πηγαινοερχόταν σκυφτή, κάπνιζε συνεχώς κι ούτε μας πρόσεχε διόλου, σαν να μην υπήρχαμε κι αυτή σαν να’ ταν μόνη της.
- Θ’ αργήσει η Ρίτσα; Τόλμησε να ρωτήσει κάποια στιγμή ο Αντρέας.
- Γιατί σε τρώει το… πουλί σου; Του απάντησε η τσατσά κι επιχείρησε να γελάσει κι αυτή μαζί με μας, μα κόντεψε να ξεραθεί στον τσιγαρόβηχα!
Τέλος πάντων ύστερα από ένα αιώνα – τόσο μας φάνηκε ο χρόνος που περιμέναμε – ξεπρόβαλε νωχελικά στο διάδρομο, τρίβοντας τα μάτια της με τις γροθιές της, μια νεράιδα, που μόνο σε εικόνες παραμυθιών είχαμε δει μέχρι τότε! Το κορμί της διαγραφόταν τορνευτό κι υπέροχο κάτω από τον αραχνοΰφαντο αρχαίο χιτώνα, το μόνο ρούχο που σκέπαζε το κάλλος της! Τίποτ’ άλλο δεν φορούσε, ούτε εσώρουχο! Τρελαθήκαμε!
Πρώτη φορά βλέπαμε κορμί γυναικείο – και τι κορμί- με αμφίεση… Εύας! Ανοίξαμε τα μάτια μας διάπλατα και δε χορταίνα-με να βλέπουμε! Κι εκείνη η έμπειρη θεά του έρωτα, που κατάλαβε τη φλόγα που μας έκαιγε, έκαμε έναν αδιάφορο, τάχατες, γύρο στο σαλόνι κι ύστερα σταμάτησε μπροστά μας, όπως περίπου οι καλλονές πάνω στη γέφυρα της ομορφιάς, και μας κοίταξε όλους με τη σειρά, με τρόπο ερευνητικό και περίεργο! Στο τέλος με μια φωνή απρόσμενα ζεστή κα σε φιλικό τόνο μας ρώτησε:
-Είστε μαθητές;
Κομπλάραμε! Κάτι πήγαμε να πούμε… κι αυτή κατάλαβε!
- Δεν πειράζει, είστε μεγάλα παιδιά, φαίνεστε και καλά παιδιά… θα σας πάρω. Περιμένετε μόνο λίγα λεπτά να πιω έναν καφέ, να κάνω ένα ντουζάκι κι είμαι έτοιμη!
Κοιταχτήκαμε ευχαριστημένοι, ενισχυμένοι ηθικά και, γεμάτοι προσδοκίες για το αμεσότατο μέλλον, συνεχίσαμε να παίζουμε νευρικά με τα δέκα δάχτυλα των χεριών μας!...
- Εγώ θα μπω πρώτα, είπε ο Αντρέας, δεν κρατιέμαι άλλο!..
- Καλά, ρε Αντρέα, να σου κάνουμε το χατήρι, συμφωνήσαμε οι άλλοι. Μόνο κοίταξε να μάθεις τα χούγια της και μόλις βγεις να μας τα πεις!...
- Καλά, είπε ο Αντρέας, που πήρε στα σοβαρά τα λόγια μας!...
Επιτέλους ακούστηκε η φωνή της Ρίτσας:
- Κυρά –Σταματίνα, να περάσει ο πρώτος…
Γενική αποτυχία
Δεν είχανε περάσει όμως πέντε λεπτά και νάσου, ξεπροβάλλει ο Αντρέας από την πόρτα της Ρίτσας, αθόρυβα, με κατεβασμένο το κεφάλι, σα λαδωμένος ποντικός! Νομίσαμε πως κάτι ξέχασε, ίσως το πορτοφόλι του, και ψάχναμε γύρω στην καρέκλα που καθόταν.
- Τι ξέχασες; Τον ρωτήσαμε, μα δε μίλησε μόνο σωριάστηκε στην καρέκλα κι έπιασε την κεφαλή του με τα δυο του χέρια, έτοιμος να βάλει τα κλάματα!
- Τι ‘ναι ρε Αντρέα, δεν είσαι καλά; Πες μας τι έχεις.
- Στο σπίτι, είπε ο Αντρέας, στο σπίτι θα σας πω!...
Κείνη την ώρα που ρωτούσαμε το Αντρέα, ακούστηκε η φωνή της τσατσάς να καλωσορίζει κάποιον…
- Καλώς τονα, καλώς τονα τον κύριο «καθηγητή»!...
Παγώσαμε! Έκανε ο Μανόλης δυο βήματα και κρυφοκοίταξε από τη γωνία του διαδρόμου.
- Ο Κεκέκος! Ο Κεκέκος! Να φύγουμε!...
Χωρίς να το πολυσκεφτούμε, χαθήκαμε στο κουζινάκι μέχρι να τελειώσει. Φύγαμε. Σε κακά χάλια και με το ηθικό μας πεσμένο φτάσαμε επιτέλους στο σπίτι του Γιάννη που ήταν το πιο κοντινό. Ώρες κάναμε να συνέλθουμε και να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε την κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε, και να πάρουμε αποφάσεις για το εγγύς μέλλον! Αλλά εκείνο που κυρίως θέλαμε να ξεκαθαρίσουμε γρήγορα, ήταν το τι συνέβη στον Αντρέα! Και μα το εξήγησε σε λίγο με κάθε λεπτομέρεια:
- Μόλις ξάπλωσε μπροστά μου η Ρίτσα τα’ χασα. «Έλα», μου ‘πε, μα εγώ ένιωθα, πως κάνοντας την παραμικρή κίνηση, θα ‘χανα τον κόσμο! Με κατάλαβε η Ρίτσα κι ανασηκώθηκε να μου βάλει προφυλακτικό. Μα τι ατυχία! Μόλις μ’ άγγιξε πετάχτηκαν… τα σκάγια στον αέρα και… στα μούτρα της!...
«Αγόρι μου, εσύ!...», αναφώνησε με κατανόηση και χτύπησε φιλικά στον ώμο! «Έλα να σε πλύνω τώρα και την άλλη φορά που θα ξαναέρθεις δε θα σου πάρω λεφτά!». Κι εσείς, ρε παιδιά, να ‘σασταν δεν θα αντέχατε μπροστά σ’ αυτό το πλάσμα, συμπλήρωσε ο Αντρέας, κάνοντας φανερή προσπάθεια να δικαιολογήσει τον εαυτό του!... Κι εμείς συμφωνήσαμε, γιατί πέραν από το ότι η στιγμή το καλούσε, στο βάθος το πιστεύαμε, πως μια τέτοια γυναίκα μπορούσε από απόσταση… να σε ψοφήσει!.... Και προπαντός, αν ήσουνα πρωτάρης!...
Πηγή: «Οι πρωτάρηδες» Γιάννη Λιμνιωτάκη,
