Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για το ιδιωτικό χρέος και τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων επανέφερε στο προσκήνιο ένα ζήτημα που εξακολουθεί να απασχολεί χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ανέδειξε, όμως, και μια γνώριμη αντίφαση του δημόσιου διαλόγου. Εκείνοι που σήμερα καταγγέλλουν με ιδιαίτερη ένταση συγκεκριμένες πρακτικές του τραπεζικού συστήματος αποφεύγουν συχνά να αναμετρηθούν με τις δικές τους κυβερνητικές αποφάσεις, οι οποίες συνέβαλαν στη διαμόρφωση του πλαισίου που επικρίνουν.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος επιχειρεί να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο, αποστασιοποιούμενος από πρόσωπα και επιλογές της προηγούμενης διακυβέρνησής του, ενώ ταυτόχρονα επενδύει εκ νέου στην καταγγελτική ρητορική. Στην πρόσφατη συνέντευξή του χαρακτήρισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη «αρχιερέα της διαφθοράς», ενώ, αναφερόμενος στα funds, επιχείρησε να εμφανιστεί ως υπερασπιστής των δανειοληπτών, υποστηρίζοντας ότι μέχρι την αποχώρησή του από την πρωθυπουργία δεν είχε μεταβιβαστεί «ούτε ένα ευρώ» από τις τράπεζες σε αυτά.
Επειδή ο ίδιος επέλεξε να χρησιμοποιήσει όρους της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, θα μου επιτρέψει να θυμίσω μια φράση από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, «Λέγουσιν γὰρ καὶ οὐ ποιοῦσιν». Λένε, δηλαδή, αλλά δεν πράττουν. Μια διατύπωση που αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία όταν αντιπαραβάλλει κανείς τις σημερινές δηλώσεις του κ. Τσίπρα με τις αποφάσεις της κυβέρνησής του.
Γιατί στην πολιτική μπορεί κανείς να αναθεωρεί θέσεις, να αναγνωρίζει σφάλματα και να προτείνει διαφορετικές λύσεις. Δεν μπορεί, όμως, να ζητά από την κοινωνία να ξεχάσει όσα ο ίδιος νομοθέτησε.
Από το «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» στους νόμους για τα funds
Ο κ. Τσίπρας είναι ο πολιτικός που, πριν αναλάβει την εξουσία, διακήρυσσε ότι «κανένα σπίτι δεν θα περάσει στα χέρια τραπεζίτη». Ως πρωθυπουργός, ωστόσο, η κυβέρνησή του ψήφισε τον νόμο 4354/2015, με τον οποίο θεσπίστηκε το πλαίσιο λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και μεταβίβασης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Δύο χρόνια αργότερα, με τον νόμο 4472/2017, καθιερώθηκε το θεσμικό πλαίσιο των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
Πρόκειται για δύο καθοριστικές νομοθετικές παρεμβάσεις, που συνδέονται άμεσα με τη διαμόρφωση της αγοράς διαχείρισης ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα. Δεν αποτελούν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας ούτε μπορούν να αποδοθούν σε άλλες κυβερνήσεις. Έχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες, αριθμούς νόμων και την υπογραφή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις μεταβιβάσεις δανείων. Όπως ανέφερε στη Βουλή ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, επικαλούμενος επίσημη ενημέρωση από την Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη τον Μάρτιο του 2019 οι εταιρείες διαχείρισης είχαν αναλάβει δάνεια που είχαν μεταβιβαστεί σε αγοραστές πιστώσεων, με συνολική νομική απαίτηση περίπου 18 δισ. ευρώ και μεικτή λογιστική αξία περίπου 8,5 δισ. ευρώ.
Επομένως, η κατηγορηματική δήλωση του κ. Τσίπρα περί μηδενικών μεταβιβάσεων δεν συμβιβάζεται με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν. Ούτε μπορεί η συζήτηση να περιορίζεται επιλεκτικά σε μια επιμέρους κατηγορία στεγαστικών δανείων, παραβλέποντας το συνολικό ύψος των απαιτήσεων που είχαν ήδη μεταβιβαστεί.
Ας θυμηθούμε, επίσης, ποια ήταν η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος κατά την αποχώρηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Στα μέσα του 2019, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονταν σε περίπου 75 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 43,6% του συνόλου των δανείων, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος. Ήταν ένα τεράστιο βάρος για την οικονομία, τις επιχειρήσεις και τις δυνατότητες χρηματοδότησης της πραγματικής παραγωγής.
Και βέβαια, παραμένουν στη συλλογική μνήμη τα capital controls του 2015, οι περιορισμοί στις αναλήψεις και στις τραπεζικές συναλλαγές, οι δυσκολίες στις εισαγωγές και στην εξόφληση προμηθευτών, καθώς και η ανασφάλεια που προκλήθηκε σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Αυτή είναι επίσης μια πραγματικότητα της διακυβέρνησης Τσίπρα, την οποία καμία επικοινωνιακή επανατοποθέτηση δεν μπορεί να διαγράψει.
Οι παρεμβάσεις από το 2019 και μετά
Από το 2019 και μετά, η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος αποτέλεσαν αντικείμενο διαδοχικών παρεμβάσεων, τόσο για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όσο και για την ενίσχυση των δυνατοτήτων ρύθμισης των οφειλών.
Κατά την περίοδο της πανδημίας, τα προγράμματα «ΓΕΦΥΡΑ» στήριξαν νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω της επιδότησης δόσεων δανείων, με το πρώτο πρόγραμμα να προβλέπει επιδότηση έως 90% σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Με τον νόμο 4738/2020 θεσπίστηκε ο νέος εξωδικαστικός μηχανισμός, παρέχοντας τη δυνατότητα ρύθμισης οφειλών έως 240 δόσεις προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς και έως 420 προς χρηματοδοτικούς φορείς, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, καθώς και δυνατότητες μερικής διαγραφής χρεών.
Στη συνέχεια, το πλαίσιο βελτιώθηκε, ενισχύοντας την προστασία των ευάλωτων οφειλετών και διευρύνοντας την υποχρεωτική αποδοχή των προτεινόμενων ρυθμίσεων από τους πιστωτές. Το 2025 διπλασιάστηκαν τα σχετικά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια για επιλέξιμους οφειλέτες με μη εξυπηρετούμενες οφειλές έως 300.000 ευρώ, διευρύνοντας ουσιαστικά τον κύκλο των δικαιούχων.
Παράλληλα, με τον νόμο 5072/2023 ενισχύθηκαν οι υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας των εταιρειών διαχείρισης. Καθιερώθηκε η υποχρέωση προσωποποιημένης ψηφιακής ενημέρωσης των δανειοληπτών για τις οφειλές, τις δόσεις, τα επιτόκια και τις χρεώσεις τους, ενώ προβλέφθηκαν αυστηρότεροι κανόνες εποπτείας και κυρώσεις για παραβατικές πρακτικές.
Σημαντικές υπήρξαν και οι παρεμβάσεις στο πεδίο των τραπεζικών προμηθειών, ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Καταργήθηκαν οι χρεώσεις για συγκεκριμένες ηλεκτρονικές πληρωμές προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και παρόχους βασικών υπηρεσιών. Θεσπίστηκε ανώτατη χρέωση 0,50 ευρώ για την αποστολή και τη λήψη καλυπτόμενων διατραπεζικών εμβασμάτων έως 5.000 ευρώ, ενώ από τον Αύγουστο του 2025 μηδενίστηκαν οι προμήθειες αναλήψεων από ΑΤΜ των ελληνικών τραπεζών και τέθηκε πλαφόν 1,50 ευρώ στις αναλήψεις από τρίτους παρόχους, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
Η ανάγκη αυστηρής εποπτείας του τραπεζικού συστήματος αποτυπώθηκε, άλλωστε, και στην απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού το 2023, με την οποία επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 41,76 εκατ. ευρώ σε πέντε τράπεζες και την Ελληνική Ένωση Τραπεζών για διαπιστωμένες παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού.
Στην ευρύτερη προσπάθεια βελτίωσης της πρόσβασης στη χρηματοδότηση εντάσσονται και τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», τα οποία δημιούργησαν νέες δυνατότητες απόκτησης πρώτης κατοικίας για νέους ανθρώπους και οικογένειες, με ευνοϊκότερους όρους δανεισμού.
Νέοι κανόνες και μεγαλύτερη προστασία για τους δανειολήπτες
Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που υπερψηφίστηκε στις 5 Νοεμβρίου, προσθέτει νέους κανόνες στη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και ενισχύει τη θέση των δανειοληπτών απέναντι στους πιστωτές τους.
Στις απευθείας διμερείς ρυθμίσεις θεσπίζεται ανώτατη προκαταβολή 15% της οφειλής, με υποχρέωση απάντησης του πιστωτή εντός τριών μηνών και ολοκλήρωσης της διαδικασίας εντός έξι. Παράλληλα, προβλέπεται η υποβολή βιώσιμης και τεκμηριωμένης πρότασης ρύθμισης τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό, ενώ ο οφειλέτης αποκτά δικαίωμα αναλυτικής ενημέρωσης για το χρέος του εντός 45 ημερών, με αναστολή της τοκοφορίας εάν δεν του παρασχεθούν εγκαίρως τα απαιτούμενα στοιχεία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία όσων τηρούν ενεργή ρύθμιση, καθώς απαγορεύεται η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος τους. Σε περίπτωση παραβίασης προβλέπονται ακυρότητα της σχετικής πράξης, οικονομική αποκατάσταση του οφειλέτη και κυρώσεις για τον πιστωτή.
Στις παρεμβάσεις αυτές προστέθηκε η καθιέρωση σταθερού επιτοκίου 3% για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, για ευάλωτους και επιλέξιμους οφειλέτες, με εφαρμογή από την 1η Δεκεμβρίου 2026. Ταυτόχρονα, δεκαπλασιάζεται το ανώτατο πρόστιμο που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος στους servicers, από 500.000 σε 5 εκατ. ευρώ.
Αυτές οι αλλαγές δεν εξαντλούν τις ανάγκες προστασίας των δανειοληπτών ούτε σημαίνουν ότι το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους έχει αντιμετωπιστεί οριστικά. Παραμένουν οικογένειες και επιχειρήσεις που δοκιμάζονται, δυσκολίες στην εξεύρεση βιώσιμων λύσεων και πρακτικές που απαιτούν διαρκή έλεγχο. Η αξία, όμως, των νομοθετικών παρεμβάσεων κρίνεται ακριβώς από το κατά πόσο δημιουργούν συγκεκριμένα δικαιώματα, δεσμευτικές υποχρεώσεις και πραγματικές συνέπειες για όσους παραβιάζουν τους κανόνες.
Το ουσιαστικό ζητούμενο παραμένει ένα τραπεζικό σύστημα που στηρίζει την πραγματική οικονομία, χρηματοδοτεί τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, διευκολύνει την πρόσβαση των πολιτών στον δανεισμό και παρέχει αποτελεσματικές δυνατότητες βιώσιμης ρύθμισης των οφειλών. Ένα σύστημα που λειτουργεί με διαφάνεια, λογοδοσία και σεβασμό απέναντι στον πολίτη, χωρίς να υπονομεύεται η αναγκαία χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σε αυτή τη συζήτηση, η πολιτική κριτική είναι αναγκαία και θεμιτή. Οφείλει, όμως, να συνοδεύεται από συνέπεια και ιστορική μνήμη. Ιδίως όταν προέρχεται από εκείνους που άσκησαν κυβερνητική εξουσία και έλαβαν καθοριστικές αποφάσεις για το ίδιο ακριβώς ζήτημα.
Ο κ. Τσίπρας έχει κάθε δικαίωμα να επανέρχεται με νέες προτάσεις και να επιδιώκει μια νέα πολιτική διαδρομή. Δεν μπορεί, όμως, να παρουσιάζει ως αποκλειστική ευθύνη των διαδόχων του ένα θεσμικό πλαίσιο στη διαμόρφωση του οποίου είχε ο ίδιος πρωταγωνιστικό ρόλο.
Γιατί στην πολιτική τα συνθήματα μπορεί να αλλάζουν, οι επικοινωνιακές στρατηγικές να ανανεώνονται και οι δημόσιες τοποθετήσεις να προσαρμόζονται στις περιστάσεις. Οι νόμοι που ψηφίστηκαν, οι αποφάσεις που ελήφθησαν και οι συνέπειές τους στην κοινωνία παραμένουν καταγεγραμμένες.
Και η πολιτική ιστορία δεν ξαναγράφεται με κανένα rebranding.
