Αδελφούλη μου
Έχω ακόμη μπροστά μου το αγγελτήριο του θανάτου σου και το κοιτάζω για να μπορέσω να το πιστέψω, αλλά μου είναι αδύνατον. Μένω στη φωτογραφία. Δεν προχωράω πιο κάτω. Βλέπω τα εκφραστικά σου μάτια, το χαμόγελό σου το συγκρατημένο αλλά αληθινό και κλαίω και λέω γιατί;
Παιδί δεν έκλαψα ποτέ γιατί έμπαινες ανάχωμα ανάμεσα σε μένα και στο θυμό της μαμάς για τις παιδικές μου ζαβολιές κι έτρωγες εσύ τις ξυλιές αντί για μένα. Εσύ, ο αδελφός μου, το Κωστάκη μας.
Κι έτσι σ’ ένιωθα πάντα. Ήσουν κοντά μου στα εύκολα και στα δύσκολα, στα όμορφα και στα άσχημα. Τώρα νιώθω πως η ανεξαρτησία μου, η αυτοπεποίθησή μου, η μαχητικότητά μου οφειλόταν στην σιγουριά που μου έδινε η ύπαρξή σου.
Από μικρός δούλευες τα Καλοκαίρια στο κατάστημα χρωμάτων του μακαρίτη του Αντώνη Βλαστού. Με το πρώτο σου βδομαδιάτικο μου έφερες στο Ρουσοσπίτι, το χωριό μας, που «παραθερίζαμε» ένα βαζάκι μέλι κι ένα βιτάμ σπάνιο για την εποχή εκείνη και τα οικονομικά μας. Ακόμη νιώθω στο στόμα μου τη γεύση τους πλημμυρισμένη από αγάπη.
Το χαρτί που χρησιμοποιούσατε για περιτύλιγμα ήταν φύλλα από το περιοδικό Ρομάντζο. Κάθε τεύχος είχε ένα παραμύθι .Τα παραμύθια αυτά τα μάζευες και μου τα έφερνες κάθε Σάββατο στο χωριό. Αυτά ήταν και τα πρώτα μου εξωσχολικά διαβάσματα.
Αργότερα, μαθητής Γυμνασίου, τα Καλοκαίρια δούλευες με τον μπαμπά στις οικοδομές. Και ήσουν υποδειγματικός εργάτης. Όταν δεν δούλευες μεροκάματο, πηγαίναμε μαζί στο χωριό για τις αγροτικές δουλειές. Καθαρίζαμε τις ελιές για να τις μαζεύει η μαμά εύκολα, μαζεύαμε χαρούπια και χόρτα για τα ζώα, χοχλιούς, σφαράγγια και βότανα για μας και τις Κυριακές του Χειμώνα βοηθούσαμε στο μάζεμα των ελιών. Στη διαδρομή για το χωριό, πηγαίνοντας φυσικά με τα πόδια, παίζαμε ένα σωρό παιχνίδια μέχρι να φτάσουμε στη δουλειά. Και στα διαλείμματα της δουλειάς, μου έφτιαχνες βραχιολάκια με χάντρες από καρπούς φυτών και που ακόμα έχω, και σβούρες από ασφοδίλια.
Για την μαμά ήσουν ο μοναχογιός που ήρθε στη θέση του πρώτου γιου που έχασε επτά χρόνων. Σε λάτρευε, όπως βέβαια σε λάτρευαν και ο μπαμπάς και οι τρεις αδελφές σου.
Πάντα έλεγε η μαμά πως θα γινόσουν πολιτικός μηχανικός και τώρα που το σκέφτομαι, διερωτώμαι αν ήταν και δική σου επιλογή ή το επέβαλε η μαμά με την έντονη προσωπικότητά της. Όταν κάποια μέρα ο μηχανικός κι αργότερα βουλευτής Μανόλης Λουκάκης μετρούσε το διπλανό του δικού μας υπόγειου σπιτιού, τον πλησίασε και του είπε :Το δικό μας σπίτι θα το χτίσει ο γιος μου. Του χρόνου τελειώνει !!
-Μπράβο, εξεπλάγη ο Μανόλης. Ποιο Πολυτεχνείο τελειώνει, την ρώτησε.
-Το Γυμνάσιο (εξατάξιο τότε ) τελειώνει του είπε η μαμά και καμάρωνε για τον μοναχογιό της σίγουρη ότι θα τέλειωνες και το Πολυτεχνείο, μη αμφιβάλλοντας ποτέ για τις ικανότητες και τις δυνατότητές σου .
Εκείνος γέλασε. Δεν πέρασαν όμως πολλά χρόνια και έφτιαξες το υπόγειο σπίτι μας πολυκατοικία όπως το ήθελε η μαμά.
Όταν φοιτητής του Πολυτεχνείου αργότερα, ήρθε μια γειτόνισσα και της είπε ότι σε είδαν στην Αθήνα σε διαδήλωση κατά της χούντας, με μακριά μαλλιά και καμπάνα παντελόνι εκείνη την αποστόμωσε .
-Ο γιος μου ότι κάνει είναι καλά καμωμένο .Δεν σας επιτρέπω να τον κατηγορείτε. Ούτε καν να βάζετε το όνομά του στο στόμα σας .
Κι εγώ μαθήτρια τότε την άκουγα και θαύμαζα την αγάπη της , την πίστη της στα παιδιά της και καμάρωνα για τη μάνα που είχαμε .
Τα πρώτα φοιτητικά σου χρόνια συγκατοίκησες με τι αδελφές μας , την Βαρβάρα και την Άννα ,που ήταν κι αυτές τότε φοιτήτριες στην Αθήνα . Εγώ στο Ρέθυμνο με το μπαμπά και τη μαμά .
Περίπου τριακόσια γράμματα διάβασα αυτές τις ημέρες .Ήταν τα γράμματα που ανταλλάσσαμε εκείνα τα χρόνια και η μαμά τα φύλαγε σαν φυλαχτό . Η ζωή σας στην Αθήνα ,η ζωή μας στο Ρέθυμνο .Χούντα κι εδώ , χούντα κι εκεί . Πολιτική καταπίεση που την νιώθαμε όλοι, μικροί μεγάλοι στο πετσί μας και που φαίνεται στις περιγραφές της καθημερινότητας .Οικονομικές δυσκολίες και τότε , όπως και τώρα, χωρίς όμως μιζέρια και γκρίνια , αλλά αγάπη ,πολύ αγάπη .Διαβάζω τα γράμματα και νιώθω την κάθε λέξη να στάζει αγάπη .Διερωτώμαι πως τα είχαν καταφέρει οι γονείς μας , άνθρωποι αγράμματοι να μας μάθουν να βιώνουμε τα πάντα συλλογικά.
Το πρόβλημα του ενός ήταν πρόβλημα όλων .Η χαρά του ενός διοχετευόταν σε όλους .
«Σας στείλαμε χρήματα» έγραφα εγώ μιλώντας στον πληθυντικό αν κι ο μόνος που δούλευε εισπράττοντας χρήματα ήταν ο μπαμπάς .
«Μη στέλνετε άλλα χρήματα , τα καταφέρνουμε» απαντούσατε εσείς .
«Μπαμπά μην κουράζεσαι πολύ» . «Μαμά άφησε ελιές και για τα Χριστούγεννα να τις μαζέψουμε όλοι μαζί» .
Και περνούσαν τα χρόνια …
Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου τρία μερόνυχτα ήσουν μέσα χωρίς να φανείς από
το σπίτι που ήταν αρκετά κοντά .
Ήταν για μένα οι πρώτες ημέρες που είχα πάει στην Αθήνα φοιτήτρια κι εγώ .
Τον αγώνα τον έζησα έξω από τα κάγκελα .Καθόμουν απ΄ έξω και σ΄ έψαχνα .
Μου έκανε εντύπωση ο κόσμος που κουβαλούσε με καλάθια τα τρόφιμα για σας που αγωνιζόσαστε μέσα .Την Παρασκευή το μεσημέρι προσπάθησα να μπω μέσα να σε βρω αλλά δεν με άφησαν γιατί ήμουν από άλλη σχολή και δεν κρατούσα ταυτότητα .
΄Εμεινα εκεί με τα άλλα παιδιά της παρέας με την αγωνία να σε δω , μέχρι που άρχισαν να πέφτουν τα δακρυγόνα .
Εσένα το τανκ σε βρήκε πίσω από την πόρτα μαζί με άλλους , στην προσπάθειά σας να πάρετε απόφαση για το τι θα κάνατε στη συνέχεια .
Όταν το πρωί του Σαββάτου γύρισες στο σπίτι – αφού είχες φιλοξενηθεί για κάποιες ώρες σε κοντινή στο Πολυτεχνείο πολυκατοικία - μου είπες :
-Πάμε να δούμε τι κάνουν οι φίλοι μας .Και ξεκινούμε διασχίζοντας την Πατησίων και τα γύρω στενά με αυτοκίνητα πολτοποιημένα δεξιά κι αριστερά και τα τανκς να περιφέρονται πυροβολώντας . Δεν σκέφτηκες ότι θα μπορούσε να συμβεί «τυχαίος»
θάνατος. Ήθελες να μάθεις για τους φίλους σου .Ήταν άγνοια του κινδύνου , επιπολαιότητα , ή όπως συνέβαινε πάντα στη ζωή σου διάθεση προσφοράς ανεξαρτήτου τιμήματος ;
Θεωρώ ότι τα γεγονότα του Πολυτεχνείου σε ωρίμασαν .Το αίμα που είδες σ΄ έκανε πιο δυνατό , πιο αποφασιστικό , περισσότερο αγωνιστή .Την οικογένεια που άνοιξε το σπίτι της και σας φιλοξένησε το πρωί του Σαββάτου μετά την έξοδό σας από το Πολυτεχνείο την θυμόσουν πάντα με συγκίνηση ,ευγνωμοσύνη και θαυμασμό .
Τα κοινά φοιτητικά μας χρόνια ήταν όμορφα .Ζούσαμε σε μια καμαρούλα που χωρούσε τα κρεβάτια μας , ένα τραπέζι , μια ντουλάπα και τρεις καρέκλες .Κι όμως εκεί , κάθε φορά που ερχόταν δέμα από την Κρήτη , μαζεύονταν όλοι οι φίλοι και τρώγαμε τα κουνελάκια , τους χοχλιούς , τα ραδίκια κι όλα τα καλούδια που είχε .
Σ΄ αυτό το δωμάτιο πέρα από το διάβασμα , παίχτηκαν κι άπειρες πρέφες και παρτίδες από τάβλι και σκάκι .Ακόμη με κοροϊδεύουν οι φίλοι σου που όταν έπαιρνε κάποιος άλλος τα χαρτιά στην πρέφα ,εγώ που παρακολουθούσα με ενδιαφέρον έλεγα «του Κωστάκη μας είναι ! » .
Πόσες φορές καθόμαστε οι δυο μας και τραγουδούσαμε Χατζηδάκη , Θεοδωράκη ,
Λοϊζο ,Ξαρχάκο . Οι φοιτητικές μας εκδρομές στη χιονισμένη Πάρνηθα , στο Σούνιο, στο Μαραθώνα , μας έμειναν αξέχαστες . Οι πέτρες και τα ξύλα που μαζεύαμε – υπέροχα διακοσμητικά του φοιτητικού μας σπιτιού – υπάρχουν ακόμα .
Κι αφού πήρες το πτυχίο – εγώ ακόμη φοιτήτρια –συνεχίσαμε να ζούμε μαζί μια και σαν έφεδρος αξιωματικός αλεξιπτωτιστής έμενες εκτός στρατοπέδου .
Συγχρόνως ήρθε κι ο έρωτας .Τελειώνοντας το στρατιωτικό επέστρεψες στο Ρέθυμνο, παντρεύτηκες τη Χρυσούλα , έκανες οικογένεια , χωρίς να απομακρυνθούμε .
Ήσουν ιδανικός μπαμπάς για τους τρεις γιους σου . Αντισυμβατικός και πρωτοπόρος. Τον Στέλιο και το Γιάννη τους βάφτισες απρογραμμάτιστα στη θάλασσα στο Φοίνικα Σφακίων σε μια εκδρομή που είχατε πάει του Αγίου Πνεύματος .Τον Αντώνη τον είχαμε βαφτίσει γρήγορα , για να προλάβει ο παππούς Αντώνης τη βάφτισή του επειδή οι γιατροί «θεοί» μας είχαν πει ότι θα πέθαινε σε έξι μήνες . Παρά λίγο να προλάβαινε το γάμο του .
Τα μεγαλώσατε με τη Χρυσούλα με απεριόριστη αγάπη , δίπλα τους πάντα .
Τα Σαββατοκύριακα στη θάλασσα , στα βουνά , μαζί ψαροντούφεκο , πέταγμα χαρταετών , ποδόσφαιρο , βόλεϋ , ιππασία . Κωστάκη μου , το άλογο που ήθελες πάντα να πάρεις έμεινε όνειρο . Οι εκδρομές με σκηνές που διοργανώνατε με τον γαμπρό μας τον αξέχαστο Μιχάλη Μαράκη , ήταν πανέμορφες στις μαγευτικές παραλίες της Κρήτης , όλα τα αδέλφια μαζί , με τα εννιά ξαδελφάκια .Μα και οι πεζοπορίες στα βουνά και στα φαράγγια και η ανάβαση στην κορυφή του Ψηλορείτη αρκετές φορές , ήταν από τις αξέχαστες ομαδικές εμπειρίες .
Κι ενώ τα παιδιά σου ήταν ακόμη μικρά ασχολήθηκες με τα κοινά .
Το 1986 εκλέχτηκες πρώτη φορά Δημοτικός Σύμβουλος και 1987-1990 πρόεδρος της ΔΕΥΑΡ. Μετά υποψήφιος Δήμαρχος δύο φορές και έφτασες στο νήμα αλλά δεν κόπηκε .
Η πολιτική είναι μια σκληρή υπόθεση .Σε αγάπησαν ,σε εμπιστεύτηκαν , σε πρόδωσαν , σε πούλησαν .Πόνεσες πολύ στις δυο απανωτές ήττες . Ήθελες να προσφέρεις και θα προσέφερες .Ήξερες ότι τα συμφέροντα δεν σε ήθελαν αλλά ήλπιζες ότι ο κόσμος θ΄ αναγνώριζε την διάθεσή σου για προσφορά .Ο κύριος Γιώργης Αγγελιδάκης ζήτησε σε δημοσιευμένο κείμενό του, έστω και μετά το θάνατό σου , να αναλύσουν και να απαντήσουν στο γιατί χάθηκαν εκείνες οι εκλογές . Φυσικά δεν απάντησε κανείς . Όπως και τότε .
Παρ΄όλα αυτά δεν μπόρεσες ποτέ να κρατήσεις κακία .Πάντα έδινες το παρόν όπου χρειαζόταν η παρουσία σου και χρειαζόταν συχνά .
Απ΄ όπου πέρασες άφησες την σφραγίδα σου .ΔΕΥΑΡ , Νοσοκομείο ,Δήμος , Περιφέρεια .Δεν βρέθηκε ποτέ κανείς , ούτε και πολιτικός σου αντίπαλος να σε κατηγορήσει για κάποια ατασθαλία , για κάτι παράνομο .
Κι ήρθε η αρρώστια .Εκείνες τις ημέρες θα παντρευόταν η ανιψιά μας η Μαρία. Προσπάθησες να το κρύψεις για να μην σκιάσει το γάμο η αγωνία μας για τη ζωή σου . Τον αγώνα σου με την αρρώστια τον έδωσες κυριολεκτικά όρθιος . Υπέβαλλες στον Περιφερειάρχη κύριο Αρναουτάκη την παραίτησή σου από Αντιπεριφερειάρχης μήπως με τις θεραπείες δεν είσαι συνεπής στις υποχρεώσεις σου. Η παραίτησή σου δεν έγινε δεκτή . Κι οι υποχρεώσεις σου ήταν το κυρίαρχο μέλημά σου . Το πρωί έκανες χημειοθεραπεία και το βράδυ πήγαινες σε συνελεύσεις και συγκεντρώσεις .
Το σκεύασμα που σου έφτιαχναν από αλόη οι αδελφές μας και που κρατούσαν τον οργανισμό σου σε μια πολύ κατάσταση , τέτοια που οι γιατροί εξεπλήττοντο όταν σε έβλεπαν «που ζούσες ακόμη», όπως έλεγες , αλλά δεν ρωτούσαν «πώς» , κάποια στιγμή το σταμάτησες. Και με καίει το ερώτημα γιατί. Πριν φύγεις την τελευταία φορά για την Αθήνα σε παρακάλεσα να μην ξαναπάς στους γιατρούς της Αθήνας. Αλλά πήγες .Η χημειοθεραπεία αυτή σε σκότωσε . Αλλά γύρισες όρθιος για να πεθάνεις στο σπίτι σου με τους αγαπημένους σου στο προσκέφαλό σου .
Δεν θα σου πω γι΄ αυτά που είπαν και έγραψαν οι επώνυμοι στην κηδεία σου .Θα σου πω γι΄ αυτά που έλεγαν όλοι εκείνοι – γνωστοί και άγνωστοι σε μένα – σφίγγοντας τα χέρια μας . « Χάσατε εσείς τον άνθρωπό σας , αλλά τον χάσαμε κι εμείς που τον νιώθαμε δικό μας». «Δεν πονάτε μόνο εσείς , πονάμε κι εμείς».
Αδελφούλη μου , δεν το πιστεύω πως έφυγες .Περιμένω κάθε πρωί να περάσεις από το μαγαζί να μου πεις μια καλημέρα , να με ρωτήσεις τι κάνει ο Γιώργης και η Ειρήνη , να κοιταχτούμε στα μάτια να καταλάβω πως είσαι την κάθε στιγμή .Αλλά μάταια .
Και τώρα θα ΄θελα την γνώμη σου και την αντικειμενική σου κριτική όπως έκανες για κάθε κείμενο που έγραφα .Άραγε το εγκρίνεις ; Άφησα πολλά που δεν έγραψα ,ε ;
Ναι , είναι αλήθεια , αλλά δεν έχω ξεχάσει απολύτως τίποτα .Υπάρχουν μέσα μου όλα .Η κάθε στιγμή μιας ολάκερης ζωής .
Αδελφούλη μου , μακαρίζω τον εαυτό μου που σε είχα αδελφό και έζησα μαζί σου στιγμές όμορφες , στιγμές δημιουργικές , στιγμές γεμάτες .
Χαίρομαι που τα παιδιά σου ο Αντώνης , ο Στέλιος , ο Γιάννης , είναι κομμάτι του εαυτού σου , του χαραχτήρα σου , του εγώ σου και είναι εδώ και τα αγαπώ .
Η αδελφή σου Κατ. Λαμπρινού
