Της Βλασίας Μιχαηλίδου – Τριπολιτάκη
Φιλολόγου, Ιστορικού M.Sc.
Εκπαιδεύτριας Α.μ.Ε.Α.
Υποψηφίας Δημοτικής Συμβούλου
«Ρέθυμνο Αξίζεις» του Θοδ. Νίνου
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως ο τουρισμός στην πόλη μας παρουσιάζει ανάπτυξη, η οποία, ωστόσο, υπολείπεται των δυνατοτήτων της, που είναι το πλούσιο φυσικό περιβάλλον και η πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής. Τα πλεονεκτήματα αυτά, αν τεθούν σε ένα εφευρετικό, δυναμικό σχεδιασμό, ο οποίος θα αποβλέπει και στη σύνδεση του τουρισμού με τους τρεις τομείς της οικονομικής ζωής, τον πρωτογενή (γεωργία, κτηνοτροφία), δευτερογενή (μεταποιητικές βιομηχανίες, κατασκευές) και τον τριτογενή (εμπόριο, εστιατόρια, μεταφορές, επικοινωνίες), θα δώσουν μία μεγαλύτερη ώθηση στην τουριστική ανάπτυξη.
Έχει στηθεί από τη δημοτική αρχή τα τελευταία χρόνια ένας εκπληκτικός μηχανισμός προσέλκυσης χιλιάδων τουριστών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού για το τριήμερο του καρναβαλιού, που βρίσκεται χρονικά εκτός της καθιερωμένης τουριστικής περιόδου. Η επιτυχία στηρίζεται στη συνεργασία πολλών παραγόντων (από το χώρο εστίασης, ξενοδόχους, εμπόρους, Μ.Μ.Ε. εθελοντές, κ.ά. ), ακόμα και του Υπουργείου Πολιτισμού. Η συνεργασία αυτή υπό την καθοδήγηση του Δήμου αναδεικνύει τη δυναμική μίας συμμετοχικής κοινωνίας, που, όταν θέλει, μπορεί να επιτύχει ένα στόχο. Για φανταστείτε, λοιπόν, αυτός ο μηχανισμός να εξυπηρετούσε ένα ευρύτερο όραμα, για παράδειγμα τον συνεδριακό τουρισμό, που αποτελεί έναν από τους πιο αναπτυσσόμενους τομείς όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς, και παρουσιάζει μια κινητικότητα σε όλη την διάρκεια του έτους. Δημιουργώντας ο Δήμος τις κατάλληλες υποδομές και λειτουργώντας ένα τοπικό Convention Bureau, θα μπορούσε να προβληθεί το Ρέθυμνο ως συνεδριακός προορισμός, αποκομίζοντας πολλά οφέλη.
Οι οικονομικοκοινωνικές εξελίξεις έχουν καταστήσει προφανές πως θα πρέπει να ανταποκριθούμε στην αυξανόμενη ζήτηση για εναλλακτικές μορφές τουρισμού (πολιτιστικού τουρισμού, οικοτουρισμού, αγροτουρισμού, θρησκευτικού, αθλητικού τουρισμού, τουρισμού υγείας κλπ.) και στη στόχευση ενός αειφόρου τουρισμού, που θα ενισχύει την απασχόληση και τη δημιουργία εισοδήματος στις τοπικές κοινωνίες, μειώνοντας ταυτόχρονα τις αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στον πολιτισμό, στην αισθητική, στις τοπικές κοινωνικές δομές. Δεν μπορούμε να επαναπαυόμαστε στις παραδοσιακές μορφές, που περιορίζουν εποχικά την τουριστική κίνηση. Άλλωστε, η αύξηση του αριθμού των τουριστών σ΄ ένα προορισμό δε μεταφράζεται πάντα σε ανάλογη αύξηση των εσόδων.
Όλοι γνωρίζουμε πως τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση έχει επιφέρει δραματικούς περιορισμούς στη δυνατότητα των τουριστών να ξοδέψουν κάτι παραπάνω απ’ όσα έχουν ήδη πληρώσει για το πακέτο διακοπών που επέλεξαν. Από την άλλη, τα πρακτορεία εκμεταλλευόμενα την τυχοδιωκτική αντιμετώπιση κάποιων εστιατόρων, στο παρελθόν, επέβαλλαν στα ξενοδοχεία την πρακτική του all-inclusive, προκειμένου να «προστατεύσουν» τάχα τους πελάτες τους από παράλογα έξοδα, αλλά στην πραγματικότητα για να αυξήσουν τον δικό τους τζίρο. Πολλοί, κι ειδικά οι υπερχρεωμένοι, ξενοδόχοι αναγκάζονται να υπογράψουν σε αρκετές περιπτώσεις εξευτελιστικά χαμηλά πακέτα all-inclusive, προσφέροντες τις ανάλογες χαμηλού επιπέδου παροχές, με αποτέλεσμα κι οι τουρίστες να φεύγουν δυσαρεστημένοι, αλλά και να χάνουν μερίδιο κέρδους άλλες τουριστικές επιχειρήσεις. Και φυσικά είναι οικονομικά ασύμφορο να προωθηθούν με αυτές τις συνθήκες τα τοπικά αγροτικά προϊόντα.
Τι θα μπορούσε να κάνει ο Δήμος; Να διαμορφώσει μία τέτοια τουριστική πολιτική, ώστε να ενδυναμώσει την ανταγωνιστικότητα των ξενοδοχειακών μονάδων, ειδικά των μικρών, να αναβαθμιστούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες, να προτάξει συνεργασίες, διαρρηγνύοντας το καθεστώς του all-inclusive, να ενισχύσει το δικαίωμα των ξενοδοχοϋπαλλήλων για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, να προβάλει τις τουριστικές επιχειρήσεις, ενισχύοντας την εφευρετικότητα και τις καινοτόμες δράσεις.
Μια τέτοια δράση εκ μέρους των τοπικών αρχών θα μπορούσε να είναι η σφραγίδα ποιότητας στις πιστοποιημένες τουριστικές επιχειρήσεις που προσελκύουν πελάτες υψηλών απαιτήσεων (απαιτείται καθορισμός των προτύπων ποιότητας) κι η ανάδειξη επιχειρήσεων με καινοτόμα παροχή υπηρεσιών, που θα απευθύνονται σε ειδικές ομάδες πληθυσμού, όπως τα άτομα με κινητικά προβλήματα, ηλικιωμένους κλπ. Επίσης, σημαντικό στοιχείο που συμβάλλει στην τουριστική ανάπτυξη είναι η απλούστευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών που απαιτούνται για τις αδειοδοτήσεις, προκειμένου να μην αποθαρρύνονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Τέλος, να σημειωθεί πως το δίπολο τουρισμός – πολιτισμός, για να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης ενός τόπου προϋποθέτει δύο παραμέτρους. Από τη μία, απαιτείται η κατάλληλη γνώση του αντικειμένου, η οποία μπορεί να ενισχυθεί με σχολές τουριστικές για αναβάθμιση της τουριστικής εκπαίδευσης και κατάρτισης των ενδιαφερομένων, λειτουργία προγραμμάτων Δια Βίου Μάθησης ή επιδοτούμενα εκπαιδευτικά σεμινάρια (όπως αυτά του ΛΑΕΚ που διεξάγονται κι αυτή την περίοδο) που να αφορούν τον τουρισμό, αλλά και ομιλίες, που θα αποσκοπούν στην καλλιέργεια και προβολή της τουριστικής συνείδησης και φιλοξενίας στους ντόπιους (που φυσικά δεν συνίσταται ούτε στις μπαλωθιές ούτε στις κούπες).
Από την άλλη, θα πρέπει να προβληθεί επαρκώς η πολιτιστική κληρονομιά της πόλης, τόσο μέσω ενός δυναμικού marketing, ειδικά στο εξωτερικό, όσο και με δυνατότητες κατάλληλης ενημέρωσης των τουριστών, που καταφθάνουν στην πόλη μας, με σύγχρονα μέσα πληροφόρησης. Ποιες δυνατότητες, άραγε, έχουν οι επισκέπτες του Ρεθύμνου να θαυμάσουν τα αξιοθέατα της περιοχής, όταν τα έργα ανάπλασης που γίνονται χωρίς τον απαιτούμενο προγραμματισμό και με πολύ αργό ρυθμό, έρχονται να μεταβάλλουν την πόλη μας σ’ ένα απέραντο εργοτάξιο και μάλιστα σε συνεχόμενες τουριστικές περιόδους; Οι δύο βασικές πύλες εισόδου δίνουν μία πολύ κακή εικόνα στα εισερχόμενα οχήματα. Και στη συνέχεια, η απουσία επαρκούς σηματοδότησης και χώρων στάθμευσης δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την περιήγηση στην πόλη.
Απαιτείται μία δημοτική αρχή, η οποία, στοχοθετώντας τον αειφόρο και δωδεκάμηνο τουρισμό, θα δώσει ένα νέο όραμα στο ΡΕΘΥΜΝΟ, που ΑΞΙΖΕΙ μία μεγαλύτερη τουριστική ανάπτυξη και μία δυναμικότερη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που διαθέτει.
