Η διαδικασία υποβολής δηλώσεων από τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων τη νέα σχολική χρονιά. Οι αναπληρωτές καλούνται κάθε χρόνο να καλύψουν τα κενά που υπάρχουν στην εκπαίδευση, ωστόσο η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι πολλές θέσεις παραμένουν ακάλυπτες ακόμη και για μήνες μετά το άνοιγμα των σχολείων.
Στο Ρέθυμνο, όπως και συνολικά στην Κρήτη, το υψηλό κόστος στέγασης και διαβίωσης εξακολουθεί να λειτουργεί αποτρεπτικά για πολλούς εκπαιδευτικούς, με αποτέλεσμα αρκετοί να μην επιλέγουν την περιοχή ή ακόμη και να παραιτούνται όταν αδυνατούν να βρουν κατοικία.
Ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ρεθύμνου, Χρήστος Σουρουλής, περιγράφει μια κατάσταση που, όπως λέει, επιδεινώνεται χρόνο με τον χρόνο, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην Κρήτη αλλά αφορά συνολικά την εκπαίδευση.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση που οι εκπαιδευτικοί γενικά δεν προτιμούν την εκπαίδευση. Αυτό ακούγεται κάπως οξύμωρο, όμως φέτος είχαμε το φαινόμενο 20.000 πτυχιούχοι εκπαιδευτικοί να μην κάνουν καν αίτηση προκειμένου να προσληφθούν κάπου».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ολοένα και περισσότεροι εκπαιδευτικοί επιλέγουν να εργαστούν στην ιδιωτική εκπαίδευση ή σε φροντιστήρια, αποφεύγοντας τις μετακινήσεις σε περιοχές όπου το κόστος ζωής καθιστά αδύνατη την αξιοπρεπή διαβίωση.
Εξηγώντας τους λόγους αυτής της επιλογής, σημειώνει ότι «το λειτούργημά μας έχει γίνει τόσο απωθητικό που ένας εκπαιδευτικός προτιμά να εργαστεί σε φροντιστήριο, παρά να πάει κάπου μακριά όπου δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Ωστόσο και το ίδιο το σχολείο δεν είναι πια το σχολείο που ξέραμε. Έχει μετατραπεί σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό, όπου η γραφειοκρατία είναι περισσότερη από το ίδιο το παιδαγωγικό έργο».
Το στεγαστικό αποτρέπει τους εκπαιδευτικούς
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ στο πρόβλημα της στέγασης, το οποίο, όπως υποστηρίζει, αποτελεί πλέον τον βασικό λόγο για τον οποίο οι αναπληρωτές αποφεύγουν την Κρήτη και γενικότερα τις τουριστικές περιοχές. Όπως επισημαίνει, «είναι πολλοί αυτοί που λένε ότι δεν δηλώνουν την Κρήτη και γενικά δεν δηλώνουν τουριστική περιοχή. Προτιμούν να μείνουν στο σπίτι τους και να κάνουν μερικά ιδιαίτερα παρά να πάνε κάπου όπου ο μισθός τους θα καταλήγει στο ενοίκιο».
Ο ίδιος μεταφέρει και τις αγωνίες συναδέλφων του που καλούνται να εγκατασταθούν στο Ρέθυμνο χωρίς να μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε τα στοιχειώδη. «Έχω δεχτεί τηλεφωνήματα από συναδέλφους αναπληρωτές που είναι σε πλήρη απόγνωση. Κάποιοι είναι μονογονεϊκές οικογένειες, έρχονται με δύο ή τρία παιδιά και δεν έχουν ένα κεραμίδι να βάλουν το κεφάλι τους», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σχολεία με κενά μέχρι το τέλος της χρονιάς
Ο κ. Σουρουλής υποστηρίζει ότι οι ελλείψεις προσωπικού δεν περιορίζονται πλέον στα απομακρυσμένα σχολεία αλλά αφορούν και σχολικές μονάδες μέσα στην πόλη του Ρεθύμνου.
Όπως τονίζει, «πέρσι είχαμε μια χρονιά που τελείωσε με περίπου 100 κενά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ κενά υπήρχαν και στην πρωτοβάθμια. Πλέον το φαινόμενο συμβαίνει και στα σχολεία της πόλης και αφορά όλες τις ειδικότητες, ακόμη και μαθήματα που σχετίζονται με τις Πανελλαδικές εξετάσεις».
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει ότι «στο Πειραματικό Λύκειο δεν διδασκόταν η Χημεία σχεδόν μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς», ενώ σημειώνει ότι τα κενά δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα των μαθητών, ιδιαίτερα σε όσους μετακινούνται με σχολικά λεωφορεία και αναγκάζονται να περιμένουν για ώρες μέχρι να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Έκκληση για άμεσες λύσεις
Η ΕΛΜΕ Ρεθύμνου εκτιμά ότι η νέα σχολική χρονιά ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη δυσκολότερη, καθώς οι φετινοί διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών θα είναι μειωμένοι σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Όπως επισημαίνει ο κ. Σουρουλής, «φοβόμαστε ότι θα έχουμε μία ακόμη χειρότερη χρονιά», ενώ εξηγεί ότι ένας αναπληρωτής με παιδιά που υπηρετεί στο Ρέθυμνο λαμβάνει περίπου 1.000 έως 1.200 ευρώ, από τα οποία πάνω από τα μισά καταλήγουν στο ενοίκιο. Αν δεν καταφέρει να βρει κατοικία, είναι πιθανό να παραιτηθεί, γεγονός που σημαίνει νέα καθυστέρηση στην κάλυψη του κενού.
Παράλληλα απευθύνει κάλεσμα τόσο προς την Πολιτεία όσο και προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την εξεύρεση κατοικιών για εκπαιδευτικούς, στα πρότυπα αντίστοιχων δράσεων που έχουν εφαρμοστεί στο δήμο Αγίου Βασιλείου και άλλων δήμων.
Κλείνοντας, στέλνει ένα σαφές μήνυμα για τις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν. «Δεν γίνεται να έχουμε διαδραστικούς πίνακες και να μην έχουμε καθηγητές να τους χρησιμοποιήσουν. Πρέπει να δείξουμε ότι μας ενδιαφέρει όχι μόνο ο τουρισμός αλλά και ο δάσκαλος, ο καθηγητής και ο γιατρός. Θα ήθελα, έστω για μία φορά, να μιλήσουμε για κάτι καλό στην εκπαίδευση», καταλήγει.
