Οι συνταγματικές αναθεωρήσεις σπάνια συγκινούν το ευρύ κοινό. Οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από άρθρα, παραγράφους και νομικές διατυπώσεις που συχνά μοιάζουν απομακρυσμένες από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Κι όμως, πίσω από κάθε αναθεώρηση κρύβεται ένα πολύ απλό ερώτημα: τι μάθαμε από την εμπειρία μας ως δημοκρατία;
Το Σύνταγμα δεν αλλάζει επειδή οι πολιτικές δυνάμεις αναζητούν νέες ιδέες. Αλλάζει όταν η ίδια η ζωή αποδεικνύει ότι ορισμένοι κανόνες χρειάζονται βελτίωση. Όταν η πράξη αναδεικνύει κενά, ασάφειες ή δυνατότητες χρήσης θεσμών με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που είχε αρχικά προβλεφθεί.
Ένα πρώτο δίδαγμα από τη λειτουργία του Συντάγματος αφορά τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η ελληνική δημοκρατία επέλεξε εδώ και δεκαετίες ένα μοντέλο στο οποίο ο Πρόεδρος δεν ασκεί κυβερνητική εξουσία. Δεν χαράσσει πολιτική. Δεν αποτελεί ανταγωνιστικό κέντρο ισχύος απέναντι στην κυβέρνηση. Η αποστολή του είναι διαφορετική: να εκφράζει τη συνέχεια του κράτους, την ενότητα του πολιτεύματος και τη σταθερότητα των θεσμών.
Ακριβώς γι’ αυτό, το κύρος του δεν στηρίζεται στις αρμοδιότητές του αλλά στην ανεξαρτησία του. Η πρόταση για μία εξαετή και μη ανανεώσιμη θητεία κινείται σε αυτή ακριβώς τη λογική. Δεν ενισχύει τις εξουσίες του Προέδρου. Ενισχύει την αυτονομία του θεσμού. Ένας Πρόεδρος που δεν προσβλέπει σε δεύτερη θητεία είναι περισσότερο ελεύθερος να ασκεί τον ρόλο του χωρίς τη σκιά μελλοντικών πολιτικών συσχετισμών ή της ανάγκης διαμόρφωσης νέων συναινέσεων για την επανεκλογή του.
Παράλληλα, η εξαετής διάρκεια της θητείας δημιουργεί μια πιο καθαρή χρονική απόσταση από τον κοινοβουλευτικό κύκλο. Επιτρέπει στον ανώτατο πολιτειακό άρχοντα να λειτουργεί ως σημείο θεσμικής συνέχειας μέσα από διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες και διαφορετικές κυβερνήσεις. Δεν πρόκειται για τεχνική αλλαγή. Πρόκειται για μια διαφορετική αντίληψη σχετικά με τον τρόπο που οφείλει να λειτουργεί ένας θεσμός που συμβολίζει την ενότητα του κράτους.
Το δεύτερο δίδαγμα αφορά τις εκλογές. Στη θεωρία, η τετραετία αποτελεί τον κανονικό ορίζοντα της λαϊκής εντολής. Στην πράξη, όμως, η ελληνική πολιτική ζωή γνώρισε επανειλημμένα πρόωρες προσφυγές στις κάλπες με επίκληση «εθνικών θεμάτων εξαιρετικής σημασίας». Ένας μηχανισμός που σχεδιάστηκε ως εξαίρεση χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως εργαλείο πολιτικής διαχείρισης. Η εμπειρία αυτή δημιούργησε μια εύλογη απορία στους πολίτες: όταν ψηφίζουν, αποφασίζουν μόνο ποιος θα κυβερνήσει ή και για πόσο θα κυβερνήσει;
Η απάντηση είναι προφανής. Η διάρκεια της εντολής αποτελεί μέρος της ίδιας της εντολής. Η δημοκρατία χρειάζεται σταθερούς κανόνες. Χρειάζεται τη βεβαιότητα ότι η προσφυγή στις κάλπες δεν θα εξαρτάται από τη συγκυρία ή από τους σχεδιασμούς της εκάστοτε κυβέρνησης. Η τετραετία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θεωρητικό ανώτατο όριο αλλά ως θεμελιώδης έκφραση της λαϊκής βούλησης.
Το τρίτο δίδαγμα αφορά τα δημοψηφίσματα. Τίποτε δεν συμβολίζει περισσότερο τη λαϊκή κυριαρχία από την άμεση προσφυγή στον λαό. Η λαϊκή κυριαρχία ωστόσο δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας. Είναι και οι συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνεται η βούληση των πολιτών. Μια απόφαση αποκτά πραγματική δημοκρατική νομιμοποίηση όταν οι πολίτες διαθέτουν χρόνο να ενημερωθούν, να ακούσουν διαφορετικά επιχειρήματα, να κατανοήσουν το διακύβευμα και να διαμορφώσουν συνειδητή κρίση. Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν μετριέται με την ταχύτητα των αποφάσεων αλλά με την ποιότητα της διαδικασίας που προηγείται. Γι’ αυτό και η πρόβλεψη σαφούς και κατανοητού ερωτήματος, καθώς και ενός ελάχιστου χρονικού διαστήματος πριν από τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, δεν περιορίζει τη λαϊκή κυριαρχία. Την προστατεύει.
Τελικά, αυτό είναι το κοινό νήμα όλων αυτών των προτάσεων. Η προσπάθεια να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς μέσα από κανόνες που είναι σαφείς, σταθεροί και γνωστοί εκ των προτέρων. Η δημοκρατία δεν γίνεται ισχυρότερη επειδή αλλάζει συνεχώς. Γίνεται ισχυρότερη όταν έχει το θάρρος να διδαχθεί από την εμπειρία της και να μετατρέπει τα διδάγματά της σε καλύτερους θεσμούς.
