ΑΣΦΥΚΤΙΚΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΓΙΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ
Με χαμηλότερες προσδοκίες από τις αρχικές και με εμφανή την ανησυχία στην τοπική αγορά, ξεκίνησε η φετινή τουριστική περίοδος στο Ρέθυμνο. Οι έμποροι της πόλης βλέπουν την κίνηση να παραμένει υποτονική τόσο από τους ντόπιους όσο και από τους επισκέπτες, ενώ κοινός τόπος στις τοποθετήσεις τους είναι η διαρκώς μειούμενη αγοραστική δύναμη, τα αυξημένα λειτουργικά έξοδα και η ισχυρή πίεση που δέχονται τα φυσικά καταστήματα από τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες και τις αλυσίδες καταστημάτων.
Παρά το γεγονός ότι η τουριστική σεζόν άνοιξε νωρίς, η αγορά δεν έχει ακόμη δει την αναμενόμενη ώθηση. Οι επιχειρηματίες μιλούν για μια δύσκολη πραγματικότητα, όπου ο κόσμος περιορίζεται στις απολύτως απαραίτητες αγορές, ενώ πολλοί τουρίστες επιλέγουν απλώς να κάνουν βόλτες χωρίς αλλαγές. Την ίδια στιγμή, τα λειτουργικά κόστη συνεχίζουν να αυξάνονται, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τα φυσικά καταστήματα.
Αθηνά Τσικιντίκου: «Θηλιά» για το επιχειρείν τα υπεραυξημένα λειτουργικά έξοδα
Η πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ρεθύμνου Αθηνά Τσικιντίκου περιγράφει με σαφήνεια το κλίμα που επικρατεί στην τοπική αγορά, συνδέοντας την εικόνα της σεζόν με το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.
Όπως αναφέρει, «η φετινή τουριστική σεζόν ξεκίνησε τον Απρίλιο μέσα σε ένα κλίμα έντονης ανησυχίας, καθώς η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και οι γεωπολιτικές αναταράξεις έφεραν το τουριστικό μας προϊόν αντιμέτωπο με ένα εντελώς αχαρτογράφητο πεδίο. Παρά το γεγονός ότι οι πύλες του τουρισμού άνοιξαν νωρίς, οι πληρότητες στα καταλύματα κατά τον Απρίλιο και τον Μάιο δεν κινήθηκαν στα επιθυμητά επίπεδα, ενώ το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια εμφανής “κοιλιά” στην κίνηση».
Η ίδια σημειώνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στον αριθμό των επισκεπτών αλλά επεκτείνεται και στην κατανάλωση. Όπως εξηγεί, «η αλήθεια είναι ότι η αγορά εμφανίζεται μουδιασμένη. Ο κόσμος που κυκλοφορεί είναι λιγότερος από τον αναμενόμενο και, το κυριότερο, η καταναλωτική του δύναμη είναι αισθητά μειωμένη. Δεν αρκεί πλέον να μετράμε γεμάτα αεροπλάνα, αλλά το τι αποτυπώνεται τελικά στην τοπική οικονομία».
Η κ. Τσικιντίκου συνδέει άμεσα την κατάσταση με την αβεβαιότητα που επικρατεί διεθνώς, επισημαίνοντας ότι «ο τουρισμός είναι ένας ζωντανός οργανισμός που επηρεάζεται ακαριαία από τη γεωπολιτική αστάθεια. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συντηρεί ένα γενικευμένο αίσθημα ανασφάλειας στην Ευρώπη, που αποτελεί τη βασική μας δεξαμενή επισκεπτών».
Την ίδια ώρα, η πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με τεράστιες οικονομικές πιέσεις, τονίζοντας χαρακτηριστικά πως «η μεγαλύτερη “θηλιά” για το επιχειρείν σήμερα δεν είναι μόνο η έλλειψη πελατών, αλλά τα υπεραυξημένα λειτουργικά έξοδα».
Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι «οι τουριστικές επιχειρήσεις βρίσκονται αυτή τη στιγμή αντιμέτωπες με μια “τέλεια καταιγίδα” αυξημένων δαπανών. Το κόστος της ενέργειας παραμένει στα ύψη, οι πρώτες ύλες έχουν ακριβύνει δραματικά λόγω της κρίσης στην εφοδιαστική αλυσίδα και το κόστος εργασίας έχει ανέβει. Όταν τα σταθερά έξοδα εκτοξεύονται και τα έσοδα μένουν στάσιμα ή μειώνονται λόγω των χαμηλών πληροτήτων, το περιθώριο κέρδους συμπιέζεται επικίνδυνα».
Παρά τις δυσκολίες, η ίδια εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη για τη συνέχεια της χρονιάς, υπογραμμίζοντας ότι «οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής αναμένεται να πάρουν φωτιά από τον Ιούνιο και μετά, καθώς η σταδιακή γεωπολιτική ηρεμία αποκαθιστά την ψυχολογία των ταξιδιωτών». Παράλληλα, τονίζει ότι το Ρέθυμνο διαθέτει ένα ποιοτικό και αυθεντικό τουριστικό προϊόν, ενώ επισημαίνει ότι οι Ρεθεμνιώτες επιχειρηματίες έχουν αποδείξει πολλές φορές την αντοχή τους απέναντι στις κρίσεις.
Μαρία Νικολακάκη: Σημαντικό ρόλο στη μείωση του τζίρου των φυσικών καταστημάτων παίζουν οι διαδικτυακές πλατφόρμες
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η έμπορος ειδών ένδυσης Μαρία Νικολακάκη, η οποία περιγράφει μια αγορά με χαμηλή κίνηση από την αρχή της άνοιξης. Όπως αναφέρει, «από τον Απρίλιο που είχαμε φέτος το Πάσχα και που ξεκίνησε και η τουριστική σεζόν τα πράγματα δεν ήταν καλά. Το ίδιο σκηνικό ζήσαμε και τον Μάιο, όπου ο άστατος καιρός με τις βροχές και με το κρύο μας πήγε πολύ πίσω».
Η ίδια εξηγεί ότι οι καιρικές συνθήκες επηρέασαν αρνητικά την αγορά καλοκαιρινών ειδών, όμως το βασικότερο πρόβλημα είναι η οικονομική δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές. «Ο κόσμος λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει με πρώτο την ακρίβεια δεν έχει πια κέφι να αγοράσει κάτι», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενη στην εικόνα του τουρισμού, επισημαίνει ότι «οι τουρίστες δεν ενδιαφέρονται για αγορές, περιορίζονται απλά στο να κάνουν βόλτες και να κοιτάζουν», ενώ συμπληρώνει πως «σε σχέση με τον περυσινό Μάιο, η κίνηση από επισκέπτες δείχνει αισθητά μειωμένη».
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις διαδικτυακές πλατφόρμες πωλήσεων, υποστηρίζοντας ότι «σημαντικό ρόλο στη μείωση του τζίρου των φυσικών καταστημάτων έχουν παίξει οι μεγάλες πλατφόρμες παραγγελιών, όπου ο κόσμος βρίσκει σε υπερβολικά χαμηλές τιμές ό,τι χρειάζεται, χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τη χείριστη ποιότητα που του προσφέρουν».
Αντώνης & Μανώλης Πατερογιαννάκης: Η οικονομική δυσκολία των καταναλωτών είναι εμφανής
Αντίστοιχη εικόνα μεταφέρουν και οι επίσης έμποροι ειδών ένδυσης Αντώνης και Μανώλης Πατερογιαννάκης, οι οποίοι τόνισαν ότι τόσο ο Απρίλιος όσο και ο Μάιος κινήθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Όπως αναφέρουν οι ίδιοι, «η κίνηση είναι πολύ μειωμένη, η διαφορά με πέρυσι είναι μικρή και χωρίς κάτι ελπιδοφόρο ούτε κατά την περίοδο του Πάσχα που παραδοσιακά τα καταστήματα δουλεύουν. Ο Απρίλιος γενικά έκλεισε πολύ χαμηλά, ενώ στα ίδια χαμηλά επίπεδα κλείνει και ο Μάιος».
Ο κ. Μανώλης Πατερογιαννάκης επισημαίνει ότι παρά την προετοιμασία και τη μεγάλη ποικιλία προϊόντων, η οικονομική δυσκολία των καταναλωτών είναι εμφανής. «Βλέπουμε ότι δεν υπάρχει το ανάλογο ενδιαφέρον, καθώς ο κόσμος δυσκολεύεται πολύ στην καθημερινότητά του αφού χρήματα γενικά δεν υπάρχουν», σημειώνει.
Ο κ. Αντώνης Πατερογιαννάκης στέκεται ιδιαίτερα στο πλήγμα που έχουν δεχθεί τα φυσικά καταστήματα από τις διαδικτυακές αγορές, περιγράφοντας μάλιστα περιστατικά που αντιμετωπίζει καθημερινά. «Υπάρχουν πολλοί που έρχονται και δοκιμάζουν μόνο για να δουν το νούμερο και κατόπιν πάνε και κάνουν παραγγελίες στο ίντερνετ», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, σημειώνει ότι σημαντικό στήριγμα για την επιχείρησή του αποτελεί το κομμάτι του γάμου, το οποίο όπως λέει «το δουλεύουμε εδώ και 50 χρόνια», ενώ εκφράζει την ελπίδα ότι η τουριστική κίνηση από τον Ιούνιο και μετά θα βοηθήσει την αγορά να ανακάμψει έστω και μερικώς.
Μανώλης Κυδωνάκης: Αν δεν υπάρξουν παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, η πίεση στα φυσικά καταστήματα θα ενταθεί ακόμη περισσότερο
Στην αλλαγή που έχει επιφέρει το ηλεκτρονικό εμπόριο στην καθημερινότητα των φυσικών καταστημάτων αναφέρεται και ο έμπορος υαλικών Μανώλης Κυδωνάκης. Όπως επισημαίνει, «υπάρχει μια επανακατάταξη του γενικού εμπορίου που έχει να κάνει με το φυσικό και το ηλεκτρονικό κατάστημα, το οποίο ουσιαστικά έχει φέρει τα πάνω κάτω στην αγορά τα τελευταία χρόνια».
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι το ηλεκτρονικό κατάστημα βοηθάει σημαντικά, ωστόσο εκφράζει τον προβληματισμό του για το μέλλον των φυσικών επιχειρήσεων. «Βλέπουμε ότι ο κόσμος τείνει προς τις ηλεκτρονικές αγορές, κάτι που σημαίνει ότι τα φυσικά καταστήματα θα έχουν λιγότερη κίνηση», αναφέρει.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι αν δεν υπάρξουν παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, η πίεση στα φυσικά καταστήματα θα ενταθεί ακόμη περισσότερο. Όπως σημειώνει, «οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες έχουν «κόψει» σε όλους μας ένα σημαντικό κομμάτι της κίνησης και αν τελικά δεν παρθούν μέτρα σε κεντρικό επίπεδο, όσον αφορά τη φορολόγηση αυτών των αγορών, τα φυσικά καταστήματα θα δεχτούν ακόμα μεγαλύτερη πίεση».
Ιδιαίτερα ανησυχητική, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι και η εκτίναξη των λειτουργικών εξόδων. «Το κόστος στην ενέργεια είναι 40 με 50% πάνω σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία, τα μεταφορικά αυξήθηκαν από 50 έως 70%, υπάρχει σοβαρή αύξηση στα κόστη προσωπικού και στις ασφαλιστικές εισφορές, ενώ και τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί», επισημαίνει, συμπληρώνοντας ότι για πολλές επιχειρήσεις «ο ίδιος κουμπαράς δεν φτάνει πλέον για να καλύψει όλα τα έξοδα».
Ιωάννα Στεφανουδάκη: Οι πλατφόρμες όσο και οι μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων εξαφανίζουν τα χρήματα από την τοπική αγορά
Την ίδια αγωνία εκφράζει και η έμπορος κα Ιωάννα Στεφανουδάκη, η οποία μιλά για έναν δύσκολο χειμώνα και για μια ανάσα που δεν έχει έρθει ακόμη για την αγορά.
Όπως αναφέρει, «βγήκαμε από έναν πολύ άσχημο χειμώνα και περιμέναμε υπομονετικά να πάρουμε μια ανάσα η οποία δεν ήρθε ακόμα». Η ίδια θεωρεί ότι το πρόβλημα δεν σχετίζεται αποκλειστικά με το επίπεδο των επισκεπτών, αλλά κυρίως με τη γενικότερη οικονομική δυσκολία που αντιμετωπίζουν όλοι. «Τώρα, όπως και για μας, είναι και για τους ξένους δύσκολα τα πράγματα. Για τους δε Έλληνες τι να πω, η ακρίβεια τους έχει γονατίσει όλους, θέλουν αλλά δεν μπορούν να ψωνίσουν», σημειώνει.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις επιπτώσεις που έχουν οι διαδικτυακές πλατφόρμες αλλά και οι μεγάλες αλυσίδες στην τοπική οικονομία. Όπως τονίζει, «ζημιά στην τοπική αγορά έχουν κάνει τόσο οι διαδικτυακές πλατφόρμες όσο και οι αλυσίδες καταστημάτων, που ουσιαστικά εξαφανίζουν τα χρήματα από την τοπική αγορά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην ανακυκλώνονται τα χρήματα της αγοράς κι έτσι μαζί με τις εισπράξεις των καταστημάτων χάνονται και θέσεις εργασίας».
Παρά τη δύσκολη εικόνα που καταγράφεται μέχρι στιγμής, οι έμποροι του Ρεθύμνου εξακολουθούν να περιμένουν ότι οι επόμενοι μήνες θα δώσουν μια ουσιαστική ώθηση στην αγορά. Η ελπίδα για αυξημένες αφίξεις, η δυναμική των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής και η σταθερή αξία του Ρεθύμνου ως ποιοτικού προορισμού κρατούν ζωντανή την αισιοδοξία ότι η φετινή χρονιά μπορεί τελικά να ισορροπήσει.
