ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Μητροπολίτης Ιωακείμ στο ποίμνιο του: "Έρχομαι όχι για να σταθώ πάνω από εσάς, αλλά για να περπατήσω μαζί σας"

0

Ο λεγόμενος και ως "Επιβατήριος Λόγος" ενός νέου Μητροπολίτη που αναλαμβάνει τα καθήκοντα του, θεωρείται πάντα ιδιαίτερης σημασίας και λαμβάνει ιστορικές διαστάσεις. 

Ολόκληρος ο Ενθρονιστήριος Λόγος του Μητρολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ιωακείμ που εκφωνήθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Παύλου στο Σπήλι έχει ως ακολούθως: 

ΕΝΘΡΟΝΙΣΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΜΠΗΣ, ΣΥΒΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΣΦΑΚΙΩΝ

κ. Ιωακείμ

Σπήλι Αγίου Βασιλείου 29-3-2026

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Αυστρίας κ. Αρσένιε, Εκπρόσωπε της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού ημών Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου,

Σεβασμιώτατε Αρχιεπίσκοπε Κρήτης κ. κ. Ευγένιε, Πρόεδρε της Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας  Κρήτης,

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομε, Τοποτηρητά της Ιεράς Μητροπόλεως Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων,

Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, οι συγκροτούντες την Ιερὰ Επαρχιακὴ Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης,

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα πρώην Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, Γέροντα μας κ. Ειρηναίε,

Θεοφιλέστατε,

Κυρία Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Κύριε Γενικέ Γραμματέα Θρησκευμάτων,  εκπρόσωποι της Ελληνικής Κυβέρνησης,

Κύριε Yπουργέ Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας,

Κυρίες και Κύριοι Υπουργοί και Βουλευτές,

Κύριε Περιφερειάρχα Κρήτης, Kυρία Αντιπεριφερειάρχης Ρεθύμνης,

Κύριοι Δήμαρχοι,

Σεβαστοὶ Πατέρες,

Εντιμότατοι Άρχοντες,

Ευλογημένε και περιούσιε λαέ του Θεού.

 

«Ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς ἀλλ’ ἑκουσίως… μηδ’ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου ·»[1]

Με αυτόν τον αποστολικό λόγο του πρωτοκορυφαίου Αποστόλου Πέτρου, λόγο που διαπερνά τους αιώνες της εκκλησιαστικής ιστορίας και φωτίζει το ήθος της ποιμαντικής διακονίας, στέκομαι σήμερα ενώπιόν σας με βαθιά συγκίνηση αλλά και με συνείδηση μεγάλης ευθύνης. Η ημέρα αυτή δεν αποτελεί για μένα στιγμή προσωπικής δικαίωσης ή τιμής, αλλά κλήση σε διακονία και προσφορά. Διότι στην Εκκλησία του Χριστού η ενθρόνιση σε επισκοπική καθέδρα δεν σημαίνει ανάβαση σε θρόνο εξουσίας, αλλά είσοδο σε χώρο θυσίας, ευθύνης και προσφοράς. Δεν είναι κατοχύρωση τιμής, αλλά αποδοχή σταυρού, «σταυρού δε έως θανάτου»[2].

Γι’ αυτό και η καρδιά μου αυτή την ώρα δεν βιώνει αισθήματα ανθρώπινης δικαιώσεως, αλλά αισθήματα βαθιάς ευχαριστίας και δοξολογίας προς τον Θεό και Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον μόνο Αρχιποίμενα της Εκκλησίας και Κύριο της ιστορίας. Εκείνον που γνωρίζει τα βάθη του ανθρώπου και καλεί τον καθένα, δια του δοθέντος χαρίσματος, στη διακονία και στη συγκρότηση του σώματος της Εκκλησίας.

Ενώπιόν Του στεκόμαστε όλοι μικροί. Και ιδιαιτέρως ο επίσκοπος, ο οποίος καλείται να σταθεί «εις τύπον και τόπον Χριστού», γνωρίζοντας όμως ότι ο τύπος του Χριστού είναι ο Εσταυρωμένος και ο τόπος Του ο Γολγοθάς. Γι’ αυτό και το επισκοπικό αξίωμα, εάν είναι αληθινό, δεν υψώνει τον άνθρωπο προς κοσμική δόξα, αλλά τον οδηγεί στην ταπείνωση της αγάπης και της αυτοπροσφοράς.

Με αισθήματα ειλικρινούς ευγνωμοσύνης στρέφω πρώτα τη σκέψη μου προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, τον σεπτό Προκαθήμενο της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας προς τον οποίο υποβάλλω, με ιερή συγκίνηση και βαθεία εκκλησιαστική συνείδηση, τον ειλικρινή μου σεβασμό. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε και παραμένει διαχρονικά Μήτηρ Εκκλησία και σημείο αναφοράς της Ορθοδοξίας.

Με ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες προς την Αγιωτάτη Εκκλησία της Κρήτης, ιδιαιτέρως δε προς τον Σεβασμιώτατο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ. Ευγένιο, Πρόεδρο της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου αυτής, καθώς και προς τα Τίμια και Σεπτά μέλη της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Ημιαυτονόμου Εκκλησίας της Κρήτης, τα οποία με εμπιστεύθηκαν και με εξέλεξαν για τη διακονία αυτής της ιστορικής Ιεράς Μητροπόλεως.

Η εμπιστοσύνη αυτή δεν αποτελεί για μένα έπαινο, αλλά βαριά λογοδοσία ενώπιον του Θεού και του λαού Του. Διότι γνωρίζω ότι ο Επίσκοπος στην Εκκλησία δεν καλείται να επιβληθεί, αλλά να ποιμάνει, δεν καλείται να κατακυριεύσει, αλλά να γίνει πατέρας ποιμνίου λογικών ψυχών, δεν καλείται να απολαύσει, αλλά να δαπανηθεί υπέρ των τέκνων αυτού.

Με σεβασμό και ειλικρινή ευγνωμοσύνη μνημονεύω τον προκάτοχό μου, τον Σεβασμιώτατο πρώην Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίο, ο οποίος διακόνησε αυτή την Ιερά Μητρόπολη με αγάπη, κόπο και αφοσίωση επί σειρά ετών. Η παρουσία και η προσφορά του άφησαν το αποτύπωμά τους στον τόπο και στη ζωή των ανθρώπων του.

Στην Εκκλησία κανείς δεν αρχίζει από τον εαυτό του. Παραλαμβάνει. Σέβεται. Συνεχίζει. Κάθε νέος επίσκοπος στέκεται πάνω στην προσευχή, στον μόχθο και στην προσφορά εκείνων που προηγήθηκαν. Εντάσσεται σε μια ζωντανή αλυσίδα διακονίας που δεν αρχίζει από εμάς και δεν τελειώνει σε εμάς. Αποτελούμε κρίκους μιας ιερής παρακαταθήκης, συνέχειας Αποστόλων, Πατέρων, Αγίων και Μαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Γι’ αυτό και θέλω από την πρώτη αυτή στιγμή να εκφράσω δημόσια τον σεβασμό και την τιμή μου προς τον Σεβασμιώτατο κ. Ειρηναίο. Να γνωρίζει ότι για μένα δεν αποτελεί απλώς έναν προκάτοχο, αλλά έναν σεβαστό Ιεράρχη της Εκκλησίας, τον οποίο θα περιβάλλω πάντοτε με υιικό σεβασμό και αγάπη. Θα βρίσκεται στη μέριμνα και στη φροντίδα μου, όπως αρμόζει σε έναν άνθρωπο που διακόνησε με ευθύνη και προσφορά αυτή τη Μητρόπολη.

Ιδιαίτερο λόγο αγάπης απευθύνω την στιγμή αυτή, προς τον ιερό κλήρο της Μητροπόλεώς μας, προς τους πολύτιμους συνεργάτες και συνοδοιπόρους της επισκοπικής διακονίας. Οι ιερείς των ενοριών μας είναι εκείνοι που καθημερινά βαστάζουν τον πόνο, την προσδοκία, τα δάκρυα, την ανάγκη και την ελπίδα των ανθρώπων. Σε χωριά μικρά και απομακρυσμένα, σε τόπους δύσκολους, μέσα σε συνθήκες όχι πάντοτε εύκολες, κρατούν ζωντανή την προσευχή, διαφυλάσσουν τη μνήμη, τελούν το μέγα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Και αν πολλές φορές δεν φαίνεται όλος ο μόχθος της ποιμαντικής διακονίας, πίσω από κάθε ζωντανή ενορία υπάρχει ένας ιερέας που αγωνίζεται και προσεύχεται για το ποίμνιό του.

Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ήδη από τους αποστολικούς χρόνους, υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία συγκροτείται γύρω από τον επίσκοπο, τον κλήρο και τον λαό, σε ενότητα πίστεως και αγάπης. Διότι όπου υπάρχει η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας, εκεί βρίσκεται το πλήρωμα της ζωής του Χριστού μέσα στον κόσμο.

Γι’ αυτό και από την πρώτη αυτή ώρα θέλω να πω προς τους εφημερίους της Ιεράς Μητροπόλεως ότι δεν τους θεωρώ απλώς διοικητικούς συνεργάτες, αλλά αδελφούς και συλλειτουργούς. Είμαστε συνοδοιπόροι στην ίδια ευθύνη, εργάτες στον ίδιο αμπελώνα του Κυρίου. Μαζί θα σταθούμε ενώπιον του Θεού, μαζί θα αγωνιστούμε για τον λαό Του και μαζί θα λογοδοτήσουμε για τη διακονία που μας εμπιστεύθηκε.

Αγαπητοί αδελφοί,

Σήμερα δεν έρχομαι απλώς σε μία εκκλησιαστική περιφέρεια. Έρχομαι σε έναν τόπο με ψυχή. Σε έναν τόπο που έχει μνήμη, χαρακτήρα, σταυρό και ευλογία. Το Σπήλι, το Αμάρι, ο Άγιος Βασίλειος, τα Σφακιά δεν είναι απλώς γεωγραφικές ενότητες. Είναι τόποι Θεού, ιστορίες ανθρώπων, μονοπάτια ζωής. Είναι κόπος, τιμή, αντίσταση, φιλότιμο, πίστη, ξενιτιά, επιμονή, αξιοπρέπεια.

Το Σπήλι, ως έδρα της Μητροπόλεως, δεν είναι μόνο διοικητικό κέντρο. Είναι σημείο μνήμης, αναφοράς και ευθύνης, ένας τόπος που εδώ και αιώνες συγκεντρώνει την πνευματική αναφορά της περιοχής και συνδέει την ενδοχώρα με τη νότια Κρήτη.

Το Αμάρι, με τα πληγωμένα αλλά περήφανα χωριά του, με τη βαριά ιστορική του εμπειρία και με το ήθος της σιωπηλής αντοχής, φέρει μέσα του ένα μάθημα: ότι ο τόπος μπορεί να ματώνει αλλά να μη λυγίζει. Η μνήμη των θυσιών του, ιδίως στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, παραμένει ζωντανή μέσα στον λαό και διδάσκει ότι η αξιοπρέπεια και η πίστη δεν συντρίβονται εύκολα.

Ο Άγιος Βασίλειος, με τη συνύπαρξη βουνού, χωριού και θάλασσας, με ανθρώπους του μόχθου, της γης, της οικογένειας και της παράδοσης, μαρτυρεί τη δύναμη της απλής ζωής. Είναι γη όπου ο άνθρωπος έμαθε να ζει με τον ιδρώτα του, με την οικογενειακή συνοχή και με τον σεβασμό προς την ορθόδοξη πίστη των πατέρων του. Και είναι επίσης τόπος ιερών προσκυνημάτων και μοναστικής μνήμης, με κορυφαίο παράδειγμα την ιστορική Μονή Πρέβελη, η οποία δεν υπήρξε μόνο τόπος προσευχής, αλλά και σύμβολο ελευθερίας και προσφοράς. Από τα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς μέχρι την περίοδο της Κατοχής, η Μονή στάθηκε πνευματικό καταφύγιο, τόπος αντίστασης και ελπίδας για τον λαό της Κρήτης.

Τα αλύγιστα και απάτητα Σφακιά, τόπος ελευθερίας και θυσίας, τόπος σκληρός αλλά αληθινός, μας διδάσκουν ότι η πίστη δεν είναι θεωρία αλλά στάση ζωής. Είναι τόπος λεβεντιάς και αντοχής, όπου η ελευθερία δεν νοήθηκε ποτέ χωρίς κόστος. Στα βουνά και στα φαράγγια των ιερών Σφακίων γράφτηκαν σελίδες αγώνος και θυσίας που σφράγισαν την ιστορία της Κρήτης. Και μέσα σε αυτή την ιστορία η Εκκλησία στάθηκε πάντοτε παρούσα, συνοδοιπόρος του λαού, στηρίζοντας την πίστη, την ταυτότητα και την ελπίδα του.

Η Ιερά Μητρόπολη Λάμπης Συβρίτου και Σφακίων όμως δεν είναι μόνο τόπος ιστορικών γεγονότων. Έχει βαθιές ρίζες μέσα στους αιώνες της εκκλησιαστικής ιστορίας της Κρήτης. Στην περιοχή αυτή άκμασαν ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες σημαντικές επισκοπές, όπως της Λάμπης, της Συβρίτου και της Φοίνικος. Επίσκοποι των περιοχών αυτών μνημονεύονται στα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας, γεγονός που μαρτυρεί ότι η εκκλησιαστική ζωή εδώ συνοδεύει την πορεία αυτού του τόπου εδώ και πολλούς αιώνες.

Η αρχαία Σύβριτος, με κέντρο τον σημερινό Θρόνο Αμαρίου, υπήρξε σημαντικό πνευματικό και εκκλησιαστικό κέντρο της περιοχής, όπως μαρτυρούν ακόμη και σήμερα τα ερείπια των παλαιοχριστιανικών βασιλικών. Και η Λάμπη, με τη μακραίωνη επισκοπική της παρουσία, συνδέθηκε βαθιά με την ιστορία και την πνευματική ζωή του τόπου.

Η γη αυτή ευλογήθηκε επίσης από την παρουσία Μαρτύρων και Αγίων, που σφράγισαν την ιστορία της πίστεως. Ανάμεσά τους οι Ιερομάρτυρες Επίσκοποι Μεθόδιος και Ιερόθεος, οι Νεομάρτυρες της περιοχής, οι Οσιομάρτυρες των Μονών και οι ασκητικές μορφές που αγίασαν μέσα στη σιωπή της προσευχής. Η μνήμη τους δεν είναι απλώς ιστορία, αλλά ζωντανή παρακαταθήκη για την πορεία της τοπικής Εκκλησίας.

Μέσα σε αυτή τη γη δεν ζει μόνο η ιστορία των ανθρώπων. Ζει και η μνήμη της πίστεως. Ζουν τα ιερά Μοναστήρια, τα παλαιά προσκυνήματα, οι ταπεινοί Ναοί των χωριών, που στέκουν αιώνες τώρα ως σιωπηλοί μάρτυρες προσευχής. Σε κάθε γωνιά αυτής της Μητροπόλεως συναντά κανείς τοιχογραφίες παλαιών αιώνων, εικόνες που ασπάστηκαν γενιές ανθρώπων, εκκλησίες μικρές αλλά γεμάτες ουρανό. Εκεί όπου ο χρόνος άφησε το αποτύπωμά του, αλλά η πίστη δεν έσβησε. Εκεί όπου οι πατέρες μας άναψαν καντήλια που φωτίζουν ακόμη τη ζωή του τόπου. Δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε ότι η γη αυτή ευλογήθηκε και από την παρουσία αγίων και ασκητών, ανθρώπων που αγάπησαν τον Θεό μέσα στη σιωπή της προσευχής και άφησαν πίσω τους πνευματική κληρονομιά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η μορφή του Αγίου Ιωάννου του Ξένου, που σφράγισε με την ασκητική του παρουσία την πνευματική παράδοση της δυτικής Κρήτης. Οι τόποι αυτοί, τα Μοναστήρια και τα προσκυνήματα, δεν είναι απλώς μνημεία του παρελθόντος. Είναι ζωντανές πηγές χάριτος, μνήμης και προσανατολισμού για το μέλλον.

Σε αυτή τη γη η Εκκλησία ήταν η καρδιά της κοινότητας. Στον ναό βρήκε ο άνθρωπος το όνομά του, το βάπτισμά του, τη συγγνώμη του, τη χαρά του, το δάκρυ του, την ελπίδα του. Στην καμπάνα του χωριού άκουσε τη μνήμη της ζωής του. Στο καντήλι της γιαγιάς γνώρισε ίσως περισσότερο θεολογία από όση σε πολλά βιβλία. Και στο πρόσωπο του απλού παπά του χωριού συνάντησε την Εκκλησία όχι ως θεωρία, αλλά ως παρουσία.

Σήμερα όμως ο τόπος αυτός, όπως και ολόκληρη η πατρίδα μας, περνά δυσκολίες. Τα χωριά μικραίνουν. Οι νέοι φεύγουν. Ο κόσμος του μόχθου, οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι άνθρωποι της παραγωγής και της βιοπάλης σηκώνουν βάρη μεγάλα. Ο τουρισμός, ενώ ανοίγει δυνατότητες, φέρνει και νέες πιέσεις, νέους κινδύνους, νέα αλλοίωση ρυθμών και ταυτότητας. Οι οικογένειες κουράζονται. Οι ηλικιωμένοι μένουν συχνά μόνοι. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε έναν κόσμο γρήγορο, θορυβώδη και συχνά άδειο από νόημα. Και ο άνθρωπος, παρ’ όλη την εξωτερική πρόοδο, δεν νιώθει πάντοτε πιο ασφαλής. Αντίθετα, πολλές φορές νιώθει πιο εκτεθειμένος, πιο απομονωμένος, πιο φοβισμένος.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, βλέπουμε γύρω μας έναν κόσμο ταραγμένο. Πόλεμοι, βία, προσφυγιά, αίμα, αβεβαιότητα, ανασφάλεια. Η ανθρώπινη ζωή συχνά φαίνεται να χάνει την ιερότητά της μπροστά στα συμφέροντα, στις συγκρούσεις και στη λογική της δύναμης. Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, ο κόσμος κουράζεται. Ο άνθρωπος κουράζεται. Κουράζεται να ακούει μεγάλες υποσχέσεις και να βλέπει μικρές ψυχές. Κουράζεται να ψάχνει στήριγμα και να βρίσκει μόνο σύγχυση.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη της Εκκλησίας. Όχι να επαναλαμβάνει κοινοτοπίες. Όχι να μιλά αφηρημένα. Όχι να στέκεται έξω από την πληγή. Αλλά να μπαίνει μέσα στην πραγματικότητα του ανθρώπου και να φέρνει εκεί την παρουσία του Χριστού. Διότι η Εκκλησία δεν υπάρχει για να διατηρεί έναν πολιτισμικό τύπο μόνο. Υπάρχει για να κρατά ζωντανή την εμπειρία του Χριστού μέσα στον κόσμο. Και αν αυτή η εμπειρία σβήσει, τότε ο άνθρωπος, ακόμα κι αν έχει τα πάντα, μένει μέσα του γυμνός.

Αυτή είναι, αδελφοί μου, η κεντρική πεποίθηση με την οποία εισέρχομαι στη διακονία αυτής της Μητροπόλεως: ότι ο τόπος μας δεν θα καταρρεύσει μόνο αν χάσει οικονομικές δυνατότητες ή δημογραφική δύναμη. Θα καταρρεύσει αληθινά αν χάσει την ψυχή του. Και η ψυχή αυτού του τόπου είναι η ζωντανή ορθόδοξη πίστη του, η εκκλησιαστική του εμπειρία, το βίωμα της προσευχής, της Θείας Λειτουργίας, της μετάνοιας, της συγγνώμης, της κοινότητας, της ελπίδας.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Οὐδὲν Ἐκκλησίας ἰσχυρότερον»[3]. Δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο από την Εκκλησία. Όχι την Εκκλησία ως εξωτερικό σχήμα, αλλά την Εκκλησία ως ζωντανό σώμα Χριστού, ως χώρο όπου ο άνθρωπος θεραπεύεται, σηκώνεται, φωτίζεται, ανασαίνει. Αν αυτό το χάσουμε, τότε θα χάσουμε πολύ περισσότερα από μία παράδοση. Θα χάσουμε το εσωτερικό θεμέλιο της ζωής μας.

Γι’ αυτό και το ποιμαντικό όραμα με το οποίο έρχομαι δεν είναι διοικητικό πρόγραμμα. Είναι πρώτα πνευματικός προσανατολισμός. Επιθυμία μου είναι να ξαναβρεί η ενορία το βάθος της. Να μη μείνει ένας τόπος περιστασιακών τελετών, αλλά να γίνει πάλι κοινότητα. Να ξαναγίνει ο ναός τόπος προσευχής, εξομολόγησης, συνάντησης, παρηγοριάς, πνευματικής αναπνοής. Να ξαναβρούν οι άνθρωποι τον δρόμο προς το μυστήριο όχι ως θρησκευτική υποχρέωση, αλλά ως σωτηρία.

Επιθυμία μου είναι να σταθούμε ιδιαίτερα κοντά στους νέους. Όχι με καχυποψία, αλλά με εμπιστοσύνη. Όχι με φόβο, αλλά με αλήθεια. Οι νέοι δεν ζητούν από εμάς εύκολες απαντήσεις. Ζητούν πρόσωπα αληθινά. Ζητούν νόημα. Ζητούν ελπίδα που να μη μοιάζει ψεύτικη. Ζητούν να νιώσουν ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας κλειστός κόσμος που τους παρακολουθεί από μακριά, αλλά ένας χώρος που μπορεί να ακούσει τον πόνο, τα ερωτήματα, τα αδιέξοδά τους και να τους προσφέρει δρόμο.

Επιθυμία μου είναι να σταθούμε δίπλα στην οικογένεια. Δίπλα στους ανθρώπους που κουράζονται, που αγωνιούν, που δοκιμάζονται. Η οικογένεια σήμερα δεν απειλείται μόνο από τις οικονομικές δυσκολίες, αλλά και από τη διάχυτη εσωτερική κόπωση της εποχής. Και η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι απλώς θεατής. Οφείλει να γίνει στήριγμα, παρηγοριά, θεραπεία, φως.

Επιθυμία μου είναι να στηρίξουμε τον κόσμο της υπαίθρου, των χωριών, της γης, των απλών ανθρώπων του μόχθου. Να μη νιώσουν ποτέ ότι ο Επίσκοπός τους βρίσκεται μόνο στις τελετές. Να ξέρουν ότι η καρδιά της Μητροπόλεως χτυπά εκεί όπου χτυπά ο ιδρώτας του λαού της. Στο χωράφι, στο μαντρί, στο μικρό σπίτι, στο ξωκκλήσι, στο καφενείο του χωριού, στο βλέμμα του ηλικιωμένου που περιμένει έναν λόγο, μια παρουσία, μια επίσκεψη.

Επιθυμία μου είναι να τιμήσουμε την ιστορία και τα προσκυνήματά μας. Να αγαπήσουμε τα Μοναστήρια μας, τα Εξωκκλήσια μας, τη μνήμη των πατέρων μας. Όχι σαν μουσειακά κατάλοιπα, αλλά σαν ζωντανούς τόπους χάριτος. Διότι ένας τόπος χωρίς μνήμη γίνεται εύκολα τόπος χωρίς μέλλον. Και ένας λαός που ξεχνά τα ιερά του σημεία κινδυνεύει να ξεχάσει και τον εαυτό του.

Επιθυμία μου είναι ακόμη να πορευθούμε με σεβασμό και συνεργασία με όλους τους θεσμικούς φορείς του τόπου. Ιδιαίτερως με τους Δήμους Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου, Σφακίων και την Περιφέρεια Κρήτης για την ανάληψη πρωτοβουλιών και δράσεων για την προαγωγή του κοινωνικού έργου της τοπικής Εκκλησίας μας. Η Εκκλησία δεν έρχεται να αντιπαρατεθεί με κανέναν που εργάζεται τίμια για το κοινό καλό. Όπου υπάρχει άνθρωπος, υπάρχει χώρος ευθύνης. Όπου υπάρχει πόνος, υπάρχει πεδίο συνεργασίας. Όπου υπάρχει ανάγκη, η Εκκλησία δεν μπορεί να λείπει.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα συνεργασίας, ευγνωμοσύνης και εκκλησιαστικής συνέχειας, αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες προς τον Τοποτηρητή της Ιεράς Μητροπόλεως Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομο. Τον ευχαριστώ ειλικρινά για την πατρική μέριμνα με την οποία διακόνησε την τοπική Εκκλησία κατά το διάστημα της τοποτηρητείας, αλλά και για την άρτια και υποδειγματική οργάνωση της σημερινής ιεράς τελετής της ενθρονίσεως. Η γειτνίαση των δύο Μητροπόλεων μας δεν είναι απλώς γεωγραφική αλλά και πνευματική. Μας συνδέουν κοινές μνήμες, κοινή ιστορία και η ίδια αγάπη για τον λαό της Κρήτης. Εύχομαι και πιστεύω ότι η μεταξύ μας σχέση θα είναι σχέση αδελφικής συνεργασίας, αλληλοσεβασμού και κοινής διακονίας προς τον λαό του Θεού.

Με την ίδια ειλικρίνεια θα ήθελα ακόμη να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη κ. Αθανάσιο Καραχάλιο, Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς αυτής Μητροπόλεως, για τη σεμνή και ουσιαστική διακονία που προσέφερε επί τόσα χρόνια στην τοπική Εκκλησία, σε συνεργασία με τον Γενικό Αρχιερατικό και τους Αρχιερατικούς Επιτρόπους των Αρχιερατικών Περιφερειών της Ιεράς Μητροπόλεώς μας. Εύχομαι και πιστεύω ότι η συνεργασία μας θα είναι καρποφόρα προς όφελος της Εκκλησίας και του λαού του Θεού.

Ιδιαίτερα αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω την ειλικρινή ευγνωμοσύνη μου προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριο. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια είχα την ευλογία να διακονήσω την Εκκλησία κοντά του, και να πορευθώ υπό την ποιμαντική του ευθύνη και καθοδήγηση. Τα χρόνια αυτά υπήρξαν για μένα πραγματικό σχολείο διακονίας και εκκλησιαστικής εμπειρίας, μέσα στο οποίο έμαθα πολλά για την ευθύνη της ιερατικής ζωής, για τη μέριμνα της Εκκλησίας και για τη διακονία προς τον άνθρωπο. Ευχαριστώ από καρδιάς τον Σεβασμιώτατο κ. Μακάριο για την εμπιστοσύνη, την αγάπη και τη συνεργασία όλων αυτών των ετών, καθώς και τον ιερό κλήρο, τους συνεργάτες και τους θεσμικούς φορείς της Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας, με τους οποίους συμπορευθήκαμε στο έργο της Εκκλησίας. Από τον τόπο εκείνο δεν φεύγω με αίσθημα αποχωρισμού, αλλά με βαθιά ευγνωμοσύνη. Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γορτύνης κ. Μακάριο δεν τον αποχαιρετώ ως παρελθόν της ζωής μου, αλλά τον κρατώ μέσα στη μνήμη και στην καρδιά μου με σεβασμό και ευγνωμοσύνη, βέβαιος ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα λησμονήσω ποτέ την πολύτροπη ευεργεσία του προς το πρόσωπο μου. Άλλωστε μέσα στην Εκκλησία οι δρόμοι των ανθρώπων μπορεί να χωρίζουν, αλλά οι καρδιές δεν απομακρύνονται ποτέ. Οι δεσμοί που γεννιούνται μέσα στην Εκκλησία δεν λύνονται από τις μετακινήσεις των ανθρώπων, αλλά παραμένουν ζωντανοί μέσα στην αγάπη του Χριστού.

Αγαπητοί μου αδελφοί, την ιερά στιγμή αυτή επιθυμώ, με απόλυτο και ξεκάθαρο τρόπο να δηλώσω, ότι δεν έρχομαι να εφαρμόσω προσωπικές φιλοδοξίες στον τόπο τούτο. Δεν έρχομαι να επιβάλω σχέδια σαν να μου ανήκει η Μητρόπολη. Έρχομαι να διακονήσω. Να ακούσω. Να μάθω. Να γνωρίσω. Να σεβαστώ. Να αναζητήσω μαζί με τον κλήρο και τον λαό το θέλημα του Θεού για αυτόν τον τόπο. Γιατί στην Εκκλησία τα μεγάλα δεν γεννιούνται από τη βιασύνη, αλλά από τη διάκριση. Από την προσευχή. Από τον σεβασμό στο πρόσωπο, στον χρόνο, στον κόπο, στο μυστήριο.

Δεν έρχομαι εδώ ως άνθρωπος που έχει όλες τις απαντήσεις. Έρχομαι ως άνθρωπος που γνωρίζει τα όριά του, αλλά ελπίζει στη χάρη του Θεού. Έρχομαι όχι για να σταθώ πάνω από εσάς, αλλά για να περπατήσω μαζί σας. Να σας ακούσω. Να σας γνωρίσω. Να μοιραστώ με ειλικρίνεια τις χαρές και τις δοκιμασίες σας. Να χαίρομαι με τους χαίροντες και να κλαίω με τους κλαίοντες. (Ρωμ. 12,15) Να αισθανθείτε ότι ο Επίσκοπός σας δεν είναι ξένος, ούτε απόμακρος, αλλά άνθρωπος που θέλει να σας ανήκει εν Χριστώ.

Η ενθρόνιση, λοιπόν, για μένα σήμερα δεν είναι εγκατάσταση σε θρόνο. Είναι είσοδος στην πληγή και στην ελπίδα ενός τόπου. Είναι είσοδος στην ιστορία, στην αγωνία, στη μνήμη και στην προσευχή σας. Και αν κάτι ζητώ από εσάς αυτή την ιερή ώρα δεν είναι ούτε εντυπωσιασμός ούτε επιδοκιμασία. Ζητώ την προσευχή σας. Να προσεύχεστε για μένα. Να προσεύχεστε να μην προδώσω το ήθος της Εκκλησίας. Να προσεύχεστε να μη γίνω άνθρωπος της θέσης, αλλά της διακονίας. Να προσεύχεστε να μπορέσω να αγαπήσω αυτόν τον τόπο αληθινά. Να προσεύχεστε να κρατήσω άσβεστο το φως της πίστεως μαζί με εσάς.

Και εγώ από την πλευρά μου υπόσχομαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων όχι μεγάλα λόγια, αλλά καθαρή διάθεση. Όχι εντυπωσιασμούς, αλλά παρουσία. Όχι εγωισμό, αλλά συνέργεια. Όχι απόσταση, αλλά πατρική καρδιά. Υπόσχομαι να προσπαθήσω με όση δύναμη μου δώσει ο Θεός να είμαι άνθρωπος προσευχής, αλήθειας, ευθύνης και αγάπης. Να μη λησμονήσω ποτέ ότι ο Επίσκοπος δεν σώζεται μόνος του, αλλά μέσα στη σωτηρία του λαού που του εμπιστεύεται η Εκκλησία.

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, ζωντανή την ορθόδοξη πίστη. Ας κρατήσουμε αναμμένο το καντήλι της προσευχής στα σπίτια και στα χωριά μας. Ας κρατήσουμε την Εκκλησία όχι ως συνήθεια, αλλά ως ζωή. Ας κρατήσουμε μέσα μας τον Χριστό, γιατί μόνο έτσι ο άνθρωπος δεν διαλύεται από τον φόβο, την αβεβαιότητα και το σκοτάδι των καιρών.

Και δεν είναι χωρίς νόημα ότι η σημερινή αυτή στιγμή πραγματοποιείται λίγες μόνο ημέρες πριν η Εκκλησία εισέλθει στο κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδος. Σε λίγο θα ακολουθήσουμε ξανά τον Χριστό στον δρόμο προς τον Γολγοθά, θα ακούσουμε τα Άγια και Σωτήρια Πάθη Του και θα σταθούμε μπροστά στο μυστήριο του Σταυρού Του. Εκεί θα δούμε την αγάπη του Θεού να φανερώνεται μέσα από τη θυσία. Όμως η πορεία της Εκκλησίας δεν τελειώνει στον Σταυρό. Ο Σταυρός οδηγεί πάντοτε στην Ανάσταση. Και αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα της πίστεώς μας προς τον κόσμο: ότι μέσα από τον πόνο γεννιέται η ελπίδα, μέσα από τη δοκιμασία ανατέλλει το φως και καμία νύχτα δεν είναι τόσο σκοτεινή ώστε να μπορέσει να σβήσει το φως της Αναστάσεως. Με αυτή την πίστη πορευόμαστε και με αυτή την ελπίδα αρχίζουμε σήμερα τη νέα αυτή διακονία.

Και ας θυμόμαστε πάντα τον λόγο του Κυρίου:
«Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τὸν κόσμον»[4].

Με αυτό το θάρρος, όχι το δικό μας, αλλά το δικό Του, αρχίζουμε σήμερα αυτή τη νέα πορεία.

«Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός και ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετά πάντων ὑμῶν».[5] Αμήν.

 

[1] Α΄ Πέτρ. 5, 2-3.

[2] Φιλιπ. 2,8 

[3] Αγ. Ιωαν. Χρυσοστόμου, Εις Ευτρόπιον – Ομιλία Β’, ΕΠΕ 33,124

[4] Ιω. 16, 33

[5] Α Κορ. 16,23-24

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Μητροπολίτης Ιωακείμ στο ποίμνιο του: "Έρχομαι όχι για να σταθώ πάνω από εσάς, αλλά για να περπατήσω μαζί σας"

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ