ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Γιάννης Κεφαλογιάννης: «Η ετοιμότητα είναι μια συνεχής διαδικασία μάθησης, προσαρμογής και βελτίωσης»

0

Στην αλλαγή νοοτροπίας που θέλει τον πολίτη ευαισθητοποιημένο και ενεργό σε ό,τι αφορά την προστασία του περιβάλλοντος στοχεύουν οι δράσεις και οι ενέργειες του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, οι υπηρεσίες του οποίου προετοιμάζονται για την αντιπυρική περίοδο που επίσημα ξεκινά 1η Μαΐου και λήγει 31 Οκτωβρίου κάθε έτους.

Μιλώντας με τον Υπουργό Γιάννη Κεφαλογιάννη και καθώς το μεγάλο ερώτημα είναι πόσο προετοιμασμένοι είμαστε για να μην δούμε ακόμα μια φορά τη χώρα να καίγεται ή έστω να είναι άμεσα τα αντανακλαστικά αντιμετώπισης των φαινομένων, η απάντηση είναι πως η «ετοιμότητα δεν είναι μια κατάσταση που δηλώνεται· είναι μια σχέση διαρκούς εγρήγορσης με έναν κίνδυνο που μεταβάλλεται» για να προσθέσει ότι «η πραγματική ετοιμότητα δεν θα κριθεί μόνο από τα μέσα ή τα σχέδια, αλλά από την ικανότητά μας να λειτουργούμε συλλογικά, με επίγνωση, πειθαρχία και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τη στιγμή που η πίεση θα είναι μεγαλύτερη».

Μιλώντας δε για το νόμο που έγινε γνωστός ως «Ενεργή Μάχη», τονίζει ότι αποτυπώνει τη φιλοσοφία: «διαρκής ετοιμότητα, καλύτερος συντονισμός και αξιοποίηση δυνάμεων, σαφής επιχειρησιακή ευθύνη και διαρκής προσαρμογή της τακτικής με βάση τα πραγματικά δεδομένα του πεδίου. Δεν πρόκειται απλώς για μια αλλαγή εργαλείων, αλλά για μια αλλαγή νοοτροπίας».

Περισσότερα στην συνέντευξη που ακολουθεί:

Σε τι βαθμό είμαστε «ετοιμοπόλεμοι» για την φετινή αντιπυρική περίοδο;

Αν κάτι μας έχει διδάξει η εμπειρία των τελευταίων ετών, είναι ότι η «ετοιμότητα» δεν είναι μια κατάσταση που δηλώνεται· είναι μια σχέση διαρκούς εγρήγορσης με έναν κίνδυνο που μεταβάλλεται. Αυτό που μπορούμε να πούμε, με σοβαρότητα και χωρίς υπερβολές, είναι ότι έχουμε κάνει ουσιαστικά βήματα ωρίμανσης. Ο μηχανισμός σήμερα αντιλαμβάνεται καλύτερα τον κίνδυνο, κινητοποιείται ταχύτερα και λειτουργεί πιο συντονισμένα. Υπάρχει μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη, στη χρήση δεδομένων, στην προσαρμογή των επιχειρησιακών σχεδίων σε πραγματικές συνθήκες και όχι σε θεωρητικά σενάρια.

Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια η φύση των φαινομένων μάς επιβάλλει μια στάση ταπεινότητας. Δεν αντιμετωπίζουμε ένα στατικό πρόβλημα, αλλά μια δυναμική πρόκληση που εξελίσσεται ταχύτερα από τις δομές του κράτους. Γι’ αυτό και η ετοιμότητα δεν μπορεί να είναι ποτέ «τελειωμένη»· είναι μια συνεχής διαδικασία μάθησης, προσαρμογής και βελτίωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φετινή αντιπυρική περίοδος δεν είναι ένα σημείο άφιξης, αλλά ένας ακόμη κρίκος σε μια πορεία ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της χώρας. Και τελικά, η πραγματική ετοιμότητα δεν θα κριθεί μόνο από τα μέσα ή τα σχέδια, αλλά από την ικανότητά μας να λειτουργούμε συλλογικά, με επίγνωση, πειθαρχία και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τη στιγμή που η πίεση θα είναι μεγαλύτερη.

Ποιο θεωρείτε ως το πιο σημαντικό επίτευγμα στην έως τώρα θητεία σας για τον τομέα της πολιτικής προστασίας στο κομμάτι της προστασίας από τις πυρκαγιές και τι θεωρείτε πως υπολείπεται;

Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι, δεν θα ήταν ένα μεμονωμένο μέτρο ή μια επιχειρησιακή επιτυχία, αλλά μια πιο βαθιά μετατόπιση στον τρόπο που προσεγγίζουμε το ζήτημα των πυρκαγιών.

Το πιο σημαντικό επίτευγμα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η πολιτική προστασία αρχίζει να λειτουργεί όλο και περισσότερο με όρους διαχείρισης κινδύνου και όχι απλώς αντίδρασης σε κρίσεις. Δηλαδή, μετακινούμαστε – έστω σταδιακά – από το «τρέχουμε να σβήσουμε» στο «προσπαθούμε να μην φτάσουμε εκεί ή να περιορίσουμε δραστικά τις συνέπειες».

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το νέο θεσμικό πλαίσιο της «Ενεργής Μάχης», του νόμου που ψηφίστηκε πρόσφατα και που αποτυπώνει αυτή ακριβώς τη φιλοσοφία: διαρκής ετοιμότητα, καλύτερος συντονισμός και αξιοποίηση δυνάμεων, σαφής επιχειρησιακή ευθύνη και διαρκής προσαρμογή της τακτικής με βάση τα πραγματικά δεδομένα του πεδίου. Δεν πρόκειται απλώς για μια αλλαγή εργαλείων, αλλά για μια αλλαγή νοοτροπίας.

Αυτό αποτυπώνεται πλέον και θεσμικά με μια ολιστική προσέγγιση που περιλαμβάνει την ενίσχυση της πρόληψης, τη συστηματικότερη αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης, τη βελτίωση του συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και στη σταδιακή καλλιέργεια μιας κουλτούρας ετοιμότητας. Δεν είναι μια αλλαγή που φαίνεται πάντα άμεσα, αλλά είναι εκείνη που, μακροπρόθεσμα, κάνει τη διαφορά.

Την ίδια στιγμή, θα ήταν ειλικρινές να πούμε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ουσιαστικά περιθώρια βελτίωσης. Η ανθεκτικότητα σε τοπικό επίπεδο δεν είναι ακόμη εκεί που θα θέλαμε. Οι τοπικές κοινωνίες και η αυτοδιοίκηση αποτελούν κρίσιμο κρίκο της αλυσίδας, και χρειάζονται περισσότερα εργαλεία, περισσότερη τεχνογνωσία και, κυρίως, πιο ενεργό ενσωμάτωση στον συνολικό σχεδιασμό.

Και βεβαίως, υπάρχει το πιο σύνθετο ζήτημα της κουλτούρας. Η πρόληψη δεν επιβάλλεται· καλλιεργείται. Προϋποθέτει συνέχεια, υπευθυνότητα και μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας που δεν οικοδομείται από τη μία ημέρα στην άλλη. Σε αυτά τα σημεία έρχεται να απαντήσει το πλαίσιο της Ενεργής Μάχης. Όχι ως μια αποσπασματική παρέμβαση, αλλά ως μια συνολική λογική που συνδέει την πρόληψη με την επιχειρησιακή δράση, ενισχύει τον ρόλο του τοπικού επιπέδου και επιχειρεί να μετατρέψει την ετοιμότητα σε καθημερινή πρακτική.

Τι είναι εκείνο που σας προβληματίζει περισσότερο ως προς την αντιμετώπιση των πυρκαγιών και τι κάνετε για να είστε όσο το δυνατό πιο κατάλληλα προετοιμασμένοι;

Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο δεν είναι ένα μεμονωμένο στοιχείο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι παράγοντες κινδύνου συσσωρεύονται και αλληλεπιδρούν. Βλέπουμε πλέον πυρκαγιές με ένταση, ταχύτητα εξάπλωσης και συμπεριφορά που δυσκολεύουν ακόμη και τους πιο έμπειρους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς. Παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, υψηλές θερμοκρασίες και ισχυροί άνεμοι συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος αντίδρασης περιορίζεται δραματικά. Σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και μικρές καθυστερήσεις ή αστοχίες μπορούν να έχουν δυσανάλογες συνέπειες. Ταυτόχρονα, με προβληματίζει η αυξανόμενη έκθεση: περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες κοντά ή μέσα σε δασικές περιοχές, οικισμοί που επεκτείνονται χωρίς πάντα επαρκή μέτρα πρόληψης, και μια καθημερινότητα που, συχνά άθελά της, αυξάνει την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς. Απέναντι σε αυτά, η προετοιμασία μας δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Πρέπει να επενδύσουμε, όπως είπα, σε μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση διαχείρισης κινδύνου.

Πρώτα απ’ όλα, ενισχύουμε την πρόληψη, γιατί εκεί κρίνεται σε μεγάλο βαθμό η έκβαση. Η μείωση της καύσιμης ύλης, οι καθαρισμοί, η ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών και η καλύτερη οργάνωση του χώρου είναι κρίσιμες παρεμβάσεις.

Παράλληλα, βελτιώνουμε τη δυνατότητα έγκαιρης ανίχνευσης και ταχείας απόκρισης. Η αξιοποίηση τεχνολογιών επιτήρησης, η χρήση δεδομένων και η στενότερη συνεργασία με την επιστημονική κοινότητα μάς επιτρέπουν να εντοπίζουμε νωρίτερα τον κίνδυνο και να κινητοποιούμαστε πιο στοχευμένα.

Εξίσου σημαντική είναι η διαρκής εκπαίδευση και προσαρμογή του ανθρώπινου δυναμικού. Τα σενάρια που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε δεν είναι πλέον τα ίδια με πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια· άρα και η επιχειρησιακή μας λογική πρέπει να εξελίσσεται αντίστοιχα.

Τέλος, δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία: μεταξύ υπηρεσιών, επιπέδων διοίκησης, αλλά και με τους πολίτες. Γιατί, όσο κι αν ενισχύεται ο κρατικός μηχανισμός, η αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συλλογική ετοιμότητα και υπευθυνότητα.

Τι είναι εκείνο που συμβουλεύετε τους πολίτες και πώς η ίδια η κοινωνία μπορεί να συμβάλει πιο δυναμικά στην πρόληψη;

Αν έπρεπε να το συνοψίσω σε μία φράση, θα έλεγα ότι η μεγαλύτερη συμβολή του πολίτη είναι να αντιλαμβάνεται ότι η πυροπροστασία δεν είναι μόνο μια υπόθεση του κράτους, αλλά και ένα πεδίο προσωπικής ευθύνης.

Οι περισσότερες πυρκαγιές δεν ξεκινούν από «ακραία» αίτια· ξεκινούν από μικρές, καθημερινές αμέλειες. Γι’ αυτό και η πρώτη, βασική σύσταση είναι η προσοχή: αποφυγή επικίνδυνων δραστηριοτήτων στην ύπαιθρο κατά τις ημέρες υψηλού κινδύνου, σωστή διαχείριση εργαλείων και εργασιών που μπορεί να προκαλέσουν σπινθήρα, απόλυτος σεβασμός στις σχετικές απαγορεύσεις.

Από εκεί και πέρα, η πρόληψη αποκτά και μια πιο ουσιαστική, «σιωπηλή» διάσταση: ο καθαρισμός οικοπέδων, η απομάκρυνση της καύσιμης ύλης γύρω από κατοικίες, η δημιουργία ενός βασικού σχεδίου αυτοπροστασίας για κάθε νοικοκυριό. Αυτές οι ενέργειες μπορεί να φαίνονται απλές, αλλά στην πράξη καθορίζουν τη συμπεριφορά της φωτιάς όταν φτάσει σε έναν οικισμό.

Εκεί όπου θεωρώ ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο βελτίωσης είναι στη συλλογική στάση. Η κοινωνία μπορεί να συμβάλει πιο δυναμικά όταν μεταβαίνει από την παθητική αναμονή στην ενεργή συμμετοχή: όταν οι τοπικές κοινότητες οργανώνονται, όταν υπάρχει αλληλοενημέρωση και εγρήγορση, όταν η ευθύνη δεν μετατίθεται συνεχώς «προς τα πάνω» αλλά αναλαμβάνεται.  Η έγκαιρη ειδοποίηση των αρχών, η συνεργασία με τις οδηγίες των αρμόδιων φορέων, αλλά και η αποφυγή συμπεριφορών που θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο τον ίδιο τον πολίτη αλλά και τους πυροσβέστες είναι κρίσιμα στοιχεία αυτής της συλλογικής προσπάθειας.

Αυτό που θέλω ωστόσο να κρατήσουμε είναι ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο θέμα μέσων και σχεδίων. Είναι και θέμα κουλτούρας. Και αυτή η κουλτούρα πρόληψης και υπευθυνότητας είναι ίσως η πιο ουσιαστική επένδυση που μπορούμε να κάνουμε ως κοινωνία απέναντι σε έναν κίνδυνο που, δυστυχώς, θα μας απασχολεί όλο και περισσότερο.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Γιάννης Κεφαλογιάννης: «Η ετοιμότητα είναι μια συνεχής διαδικασία μάθησης, προσαρμογής και βελτίωσης»

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ