Ξεκίνησε από την Νέα Υόρκη και αναπτύχθηκε μαζί με τον Hip- Hop χορό και τα αντίστοιχα μουσικά ρεύματα, και πλέον αποτελεί ένα παγκόσμιο καλλιτεχνικό φαινόμενο. Πρόκειται για μια τέχνη του δρόμου, που λαμβάνει χώρα, κατά κύριο λόγο σε δημόσιους χώρους. Είναι μια τέχνη, η οποία είναι περιθωριοποιημένη, αφού είναι, κυρίως παράνομη, αλλά έχει την ιστορία της, που μετρά πάνω από σαράντα χρόνια.
Μέσα σε αυτά τα έτη το γκράφιτι ανέπτυξε την δικιά του φιλοσοφία, τους δικούς του στόχους και την δικιά του γλώσσα.
Το γκραφιτι, είναι από την φύση του εφήμερο, μία τέχνη του εδώ και τώρα, αλλά χωρίς να απουσιάζει το νόημα πίσω από αυτή, το οποίο δεν είναι σχεδόν ποτέ ευκρινές, γι αυτό το λόγο στα περισσότερα μάτια φαντάζει ως «βανδαλισμό» της δημόσιας περιουσίας, παρά ως μια μορφή τέχνης.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
Το γκράφιτι άρχισε να εμφανίζεται στην Νέα Υόρκη τις δεκαετίες του ΄60 με ΄70. Ξεκίνησε από τους νεαρούς της πόλης, οι οποίοι έγραφαν τα ονόματα και τα ψευδώνυμα τους πάνω σε ταχυδρομικά κουτιά, σε καρτοτηλέφωνα, υπόγειες διαβάσεις. Αργότερα, άρχισαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αφήνοντας παντού το στίγμα τους.
Πιθανολογείται πως η πρώτη υπογραφή ήταν κάποιου νεαρού Έλληνα, του Δημήτρη, ο οποίος δούλευε στην Νέα Υόρκη και ταξίδευε πολύ με τον ηλεκτρικό, μέσα στον οποίο συνήθιζε να γράφει το όνομα του. Υπέγραφε με το ψευδώνυμο ‘TAKI 183’ και οι υπογραφές του σε όλη την πόλη ήταν οι περισσότερες από κάθε άλλο παιδί.
Όσο περνούσε ο καιρός, οι ‘writers’, όπως αποκαλούνται εκείνοι που ασχολούνται με το γκράφιτι, άρχισαν να κάνουν πιο μεγάλα γράμματα, πιο ζωγραφιστά που τις περισσότερες φορές δεν ήταν ευανάγνωστα. Η έντονη επιθυμία των νεαρών να εντυπωσιάζουν οι υπογραφές τους, βοήθησε να αναπτυχθούν πολλά ειδή γκράφιτι. Τα πρώτα ήταν τα γράμματα με διαφορετικό χρώμα από μέσα (outline) και το piece, δηλαδή κομμάτι. Σε αυτή τη μορφή το 1976, κάποιος ‘γκραφιτάς’, με το ψευδώνυμο «Caine 1» έβαψε μόνος του για πρώτη φορά ολόκληρο τραίνο.
Ο κύριος στόχος ήταν να γίνουν γνωστοί μέσω αυτής της ιδιαίτερης μορφής επικοινωνίας.
Δέκα χρόνια περίπου αργότερα, το 1983 ο Ολλανδός έμπορος Yaki Komblit, σε ένα ταξίδι του στην Νέα Υόρκη θέλησε να γνωρίσει μερικούς από τους πιο διάσημους writers της εποχής εκείνης. Στόχος του ήταν να εισαγάγει το γκράφιτι στην Ευρώπη, ως μια νέα μορφή τέχνης. Ο Yaki μάζεψε μια ομάδα από πεπειραμένους και δημοφιλής writers της εποχής εκείνης και πραγματοποίησε εκδηλώσεις στο Μουσείο Boymans van Beuningen, οι οποίες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Οι κριτικοί τέχνης είδαν την νέα μορφή τέχνης πολύ θετικά. Αυτό ήταν η αρχή του γκράφιτι στην Ολλανδία καθώς και σε όλη την Ευρώπη.
Συνέπεια της τεράστιας διάδοσης του γκράφιτι ήταν να διαχωριστούν οι υπηρέτες της σε δύο κατηγορίες. Έτσι, εμφανίζονται οι writers, που έκανα αληθινή τέχνη, η οποία γινόταν όλο πιο περίπλοκοι, πιο επιδέξια αλλά και πιο καλοπληρωμένοι και οι παραδοσιακοί γκραφιτάδες, οι οποίοι συνέχιζαν να βάφουν σε δημόσιους χώρους.

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ το γκράφιτι ήρθε την δεκαετία του ογδόντα και έφτασε στην απόλυτη ακμή του το 1995.
Το πρώτο γκράφιτι φημολογείται ότι δημιουργήθηκε το 1983, ενώ υπάρχει φωτογραφικό υλικό από γκράφιτι του 1984. Οι παρέες, ωστόσο των γκραφιτάδων ήταν μόλις πέντε σε όλη την Ελλάδα και κυρίως αποτελούνταν από ανθρώπους που είχαν έρθει από το εξωτερικό.
Οι πιο γνωστοί από τους writers του ελλαδικού χώρου ήταν ο Paladin, ο οποίος μέχρι και σήμερα, είναι ένας θρύλος του γκράφιτι στην Αθήνα, αφού συνέχισε και την δεκαετία του ενενήντα, της ακμής δηλαδή του είδους και ο Dee71, στην περιοχή της Καβάλας.
Ύστερα από ένα σκοτεινό διάστημα τεσσάρων ετών (1988-1991), το 1991 ξεκινά το δεύτερο κύμα γκράφιτι, το οποίο καταλήγει και στο απόγειο της τέχνης αυτής, το 1995. Εκείνη την χρονιά ξεκινούν για πρώτη φορά και τα ομαδικά βαψίματα. Μαζεύονταν, δηλαδή, σε παρέες ακόμα και εκατό ατόμων και ταξίδευαν ο ένας στην πόλη του άλλου με σκοπό να βάψουν. Τέλος, το πιο παλιό γκράφιτι που υπάρχει στην Ελλάδα, βρίσκεται στην περιοχή του Ρέντη, στην Αθήνα και είναι από το 1995.
Η φιλοσοφία της ιδιόμορφης τέχνης αυτής κρύβεται στην φράση «είμαι και έγω εδώ. Δεν θέλω να πω κάτι, απλά να οριοθετήσω την περιοχή μου. Πολύ συχνά, όμως αυτό δεν ισχύει. Πολλές φορές, τα γκράφιτι κρύβουν πολλά νοήματα, ακόμα και κοινωνικά μηνύματα. Πιο πολύ, έχει να κάνει με την αντίδραση απέναντι σε πολυεθνικές, που επιβάλουν τα λογότυπά τους, κάνοντας πλύση εγκεφάλου και μετατρέποντας μας σε καταναλωτές.
Όσον αφορά τον κόσμο εκείνων που ασχολούνται με το γκράφιτι, αποτελείται κυρίως από άνδρες. Βέβαια, υπάρχουν και οι γυναίκες, που είτε εμφανίζονται με ψευδώνυμα που μαρτυρούν την γυναικεία τους φύση, είτε κρύβονται με ανδρικά ψευδώνυμα.
Στον κόσμο του παράνομου, κυρίως, γκράφιτι, οι ‘writers’ δεν έχουν οικονομικά οφέλη, αλλά το μόνο που κερδίζουν είναι το κύρος, τον σεβασμό και την αναγνώριση, τα οποία ικανοποιούν το γόητρό τους. Γι αυτό το λόγο, λοιπόν, η πρώτη και σημαντική δουλειά τους είναι η εύρεση ενός πρωτότυπου ονόματος (tag, στην γλώσσα των writers).

Κάτι άλλο αξιοσημείωτο είναι και τα ηλικιακά όρια στον κύκλο του γκράφιτι. Οι περισσότεροι γκραφιτάδες ξεκινούν το ‘βάψιμο’ στις ηλικίες των 14 ως 19 περίπου χρονών, δηλαδή στην εφηβεία τους. Σπάνια να το συνεχίσουν, ωστόσο, στην ενήλικη ζωή τους. Αυτό γίνεται, αφενός, γιατί την περίοδο εκείνη, η ενασχόληση με αυτή την τέχνη του δρόμου, η οποία πρέπει να γίνει γρήγορα και σχεδόν αθόρυβα, τους δίνει έναν αέρα ανεξαρτησίας, πράγμα πολύ σημαντικό για εκείνους. Με το να βάφουν τους δημόσιους χώρους μπορούν να εκφραστούν δημιουργικά για τα προβλήματα της πραγματικής ζωής, δηλαδή τις ρήξεις τους με τους ενήλικες και τις πιέσεις από το σχολείου τους. Αφετέρου, όταν ενηλικιωθούν, έρχονται αντιμέτωποι με της ευθύνες της ενήλικης ζωής, η οποία πολλές φορές δεν συγχωρεί εφηβικές απερισκεψίες. Βέβαια πολλοί από αυτούς, έχοντας ήδη εξελιχθεί καλλιτεχνικά συνεχίζουν με το νόμιμο γκράφιτι, το οποίο έχει και υψηλές οικονομικές απολαβές.
Στο εξωτερικό η τέχνη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα περιθωριοποιημένη και χαρακτηρίζεται ως υποκουλτούρα, ενώ βρίσκεται σε στενό κλοιό από την αστυνομία. Σε αντίθεση, στην χώρα μας όχι μόνο δεν θεωρείται περιθωριοποιημένο, αλλά λόγω του ακριβού εξοπλισμού χαρακτηρίζεται ακριβό ‘χόμπι’. Επίσης, πολλές φορές υπάρχει και ανοχή από τις εκάστοτε δημοτικές αρχές.
Βέβαια, η ενασχόληση αυτή αρχίζει και παίρνει ιδιαίτερα αρνητικές διαστάσεις, όταν δεν υπάρχουν τουλάχιστον ηθικά όρια. Ουσιαστικά, λόγω της ελεύθερης φύσης του παράνομου graffiti, όλοι οι εξωτερικοί χώροι μετατρέπονται σε καμβά και είναι στην κρίση του εκάστοτε γκραφιτά στο που θα πάει να ‘ζωγραφίσει’. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να βανδαλίζουν με γκράφιτι ιστορικά, ακόμα και θρησκευτικά μνημεία μιας πόλης.
ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ
Στο Ρέθυμνο, υπάρχουν δείγματα και αριστουργηματικών γκράφιτι, αλλά και βανδαλισμών. Πολλά, όμως από αυτά, φαίνεται να ομορφαίνουν την πόλη και να περνάνε κοινωνικά μηνύματα, όπως το γκράφιτι στην περιοχή Κουμπέ που μας υπενθυμίζει την έλλειψη παιδείας όσων παρκάρουν σε θέσεις ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ευτυχώς, τα καλλιτεχνικά γκράφιτι φαίνεται να είναι περισσότερα από εκείνα που έχουν στόχο να βρωμίσουν τους δημόσιους χορούς και τα μνημεία. Αυτό δείχνει πώς οι πολίτες της μικρής μας πόλης έχουν αρχίσει και ευαισθητοποιούνται ως προς αυτό το θέμα.
Τέλος, είναι άξιο να αναφέρουμε πως, πριν μερικά χρόνια, στην πόλη μας είδαμε μια πολύ όμορφη προσπάθεια, από το πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο. Με την συναίνεση του δημάρχου και συντονίστρια την τότε καθηγήτρια καλλιτεχνικών, είχε ξεκινήσει μια έκθεση με τίτλο «graffiti», στην οποία συμμετείχαν μαθητές από σχεδόν όλα τα σχολεία του Ρεθύμνου, με σκοπό να ζωγραφίσουν και να φωτίσουν το σχολείο τους. Το εντυπωσιακό σε όλη αυτή την απόπειρα, ήταν η θεματική που υπήρχε αποτυπωμένη. Υπήρχαν θέματα αντλούμενα από την αρχαία ελληνική μυθολογία, παρμένα από το Κρητικό τοπίο και από την ιστορία του τόπου, καθώς και πολλοί συμβολισμοί από εφηβικά όνειρα και σκέψεις. Ίσως, γαλουχώντας τις ευαίσθητες ηλικίες, να συνέβαλε στην αντίληψη που έχουν τώρα οι πολίτες του τόπου γενικά για την κουλτούρα του γκράφιτι.



