ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΜΕ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΜΠΗ
- Ο διακεκριμένος καθηγητής πολιτικών επιστημών και Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας & Τεκμηρίωσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Νίκος Παπαδάκης αναλύει την τρέχουσα επικαιρότητα.
Την άμεση ανάγκη ετοιμότητας της Ελλάδας, προκειμένου να έχει απάντηση, θέση και ρόλο μέσα στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται σε σχέση με την Τουρκία και την Ευρώπη αλλά και τις εξελίξεις που σηματοδοτεί ο πόλεμος στην Συρία, επισημαίνει με δηλώσεις του στην εφημερίδα μας ο διακεκριμένος καθηγητής πολιτικών επιστημών και Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας & Τεκμηρίωσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Νίκος Παπαδάκης.
Μιλώντας στην εφημερίδα μας για το επίμαχο θέμα της επικαιρότητας που αφορά στις Ευρω-τουρκικές σχέσεις και την θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτό το κλίμα, αναλύει τα τρέχοντα δεδομένα, προσδιορίζοντας τα επείγοντα ερωτήματα που διαμορφώνονται αλλά και της επείγουσες ανάγκες.
ΕΥΡΩΤΟΥΡΚΙΚΑ: ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΗΣ ΡΗΞΗΣ Ε.Ε.- ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Αναλύοντας τα δεδομένα των Ευρωτουρκικών σχέσεων, με βάση τη ροπή που έχουν πάρει το τελευταίο χρονικό διάστημα, ο καθηγητής κ. Νίκος Παπαδάκης, δήλωσε στην εφημερίδα μας τα εξής:
«Οι συστηματικές, πέραν κάθε ορίου πολιτικής ορθότητας, ρηματικές επιθέσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εναντίον της Ε.Ε., η σφοδρότατη διαμάχη μεταξύ Τουρκίας και Ολλανδίας και εν συνεχεία Γερμανίας, η οποία κορυφώθηκε από τα προσβλητικά σχόλια του Ερντογάν περί υπολειμμάτων ναζισμού στη Δυτική Ευρώπη, χαμηλώνει την προβλεπτικότητα για τις περαιτέρω εξελίξεις. Προστίθεται δε η προοπτική να «παγώσει» μερικώς η χρηματοδότηση της Τουρκίας από τον Μηχανισμό Προενταξιακής Βοήθειας. Συγχρόνως οι απειλές Ερντογάν για ακύρωση της συμφωνίας του Μαρτίου 2016 για το Προσφυγικό (η οποία ήδη αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα στην εφαρμογή της), όπως και για πλήρη αναπροσδιορισμό της σχέσης Τουρκίας και Ε.Ε. μέσω του ενδεχομένου ενός δεύτερου δημοψηφίσματος αναφορικά με τη συνέχεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ομολογουμένως προοικονομούν μια επίμονη ασυνέχεια στις ευρωτουρκικές σχέσεις.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί (και δεν είναι λίγοι όσοι αναλυτές το κάνουν) ότι η προαναφερθείσα «ρήξη-σε-εξέλιξη» και ο, ολοένα πιο ορατός, αμοιβαίος αρνητισμός για την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας, ευνοεί περίπου όλους τους εμπλεκόμενους, έστω και εξ αγχιστείας. Φαίνεται ότι συνέβαλε στην επανεκλογή Ρούτε στην Ολλανδία. Ίσως ευνοεί και κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τη στιγμή που ο αντι-ευρωπαϊσμός (νομίζω ακριβέστερος όρος πλέον από τον ευρω-σκεπτικισμό) γίνεται όλο και πιο δελεαστικός σε διαφορετικά εθνικά περιβάλλοντα εκλογικού ανταγωνισμού. Αυτό που σίγουρα δεν αμφισβητείται είναι η εργαλειοποίηση της ρητορικής της ρήξης από τον ίδιο τον primemover της: τον Ταγίπ Ερντογάν. Ο τελευταίος μέσω της κλιμάκωσής της, διεκδικεί την μεγιστοποίηση της αποβλεπτικότητας της εκφοράς του. Συνακόλουθα, μέσω της κατασκευής μιας «ορατής» διαίρεσης (με αξιακά έμφορτες αναφορές- συμβολικές υπομνήσεις ακόμα και στις σταυροφορίες) αποσκοπεί στα μεγαλύτερα δυνατά εκλογικά οφέλη στο επερχόμενο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου.
Ωστόσο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει επιστρέφοντας στη μεγάλη εικόνα, ότι ο Ερντογάν δείχνει γνησίως να είναι κοντά στο να οριστικοποιήσει την λεγόμενη «ανατολική στροφή», εγκαταλείποντας οριστικά την προτεραιοποίηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας (κάτι που τον «απαλλάσσει» από τις όποιες κανονιστικές δεσμεύσεις της δυνάμει ένταξης) και εδραιώνοντας άλλης τάξεως συμμαχίες, έστω και στη μορφή “distributivecoalitions” (για να θυμηθούμε τον Olson). Μήπως λοιπόν δεν πρόκειται για τακτικισμό αλλά για υπό διαμόρφωση νέα στρατηγική? Ο RogerBoyes είχε επισημάνει στους Times λίγους μήνες πριν ότι: «Αυτή τη στιγμή η Τουρκία, η Ρωσία και το Ιράν αν και όχι οι καλύτεροι φίλοι και σύμμαχοι, αυτό-τοποθετούνται και προσδιορίζονται ως οι μελλοντικές δυνάμεις καταμερισμού συμφερόντων και επιρροής στη Συρία».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενδυνάμωση των «εξωτερικών απειλών» (π.χ. εγκατάλειψη πολυμέρειας και «επιθετική» ρητορική Trump, εκκίνηση Brexit, ευρύτερη στάση Ερντογάν), καθιστά προφανέστερη την αναγκαιότητα του ευρωπαϊκού κεκτημένου και δυνάμει μεγιστοποιεί την κεντρόφυγη εντατικότητα του αποτελέσματος. Η Ε.Ε., με το αποδεδειγμένο έλλειμμα πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης (το οποίο κατέστη ακόμα ορατότερο στην διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, που ανάδειξε την αδυναμία διαμόρφωσης κοινής στρατηγικής στην ευρωπαϊκή γειτονιά, ήτοι στην ζώνη των ζωτικών συμφερόντων της Ένωσης), τον άτεγκτο κανόνα της δημοσιονομικής πειθαρχίας με κάθε κόστος, της κρίσης νομιμοποίησης, της αναβίωσης των «εθνικών ρομάντζων» (με όρους Α.-Ι. Δ. Μεταξά) που ευθέως συστρέφονται με ευρωσκεπτιστικές ατζέντες, απέχει από το να είναι θελκτική και για αρκετούς ανεκτή. Ίσως λοιπόν οι έξωθεν απειλές θυμίσουν την αναγκαιότητα της εμπράγματης ολοκλήρωσης και απομακρύνουν το worstcasescenario ενός εσωτερικού πυρήνα (εκδοχή «coreintegration»), εν ονόματι του μοντέλου των πολλών ταχυτήτων.»
ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ
Προχωρώντας την ανάλυση του για το επίμαχο ζήτημα των Ελληνοτουρκικών θέσεων ο διακεκριμένος καθηγητής θέτει το καυτό θέμα του προσφυγικού αλλά και την συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να αμφισβητεί τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα μας στο Αιγαίο, για να τονίσει ότι η «η Ελλάδα οφείλει να διαμορφώσει πραγματιστικές απαντήσεις για όλα τα ενδεχόμενα, πριν ακόμα αυτά εκδιπλωθούν».
Χαρακτηριστικά ο κ. Παπαδάκης δήλωσε τα εξής:
«Θα μπορούσαν να επηρεαστούν οι διμερείς μας σχέσεις με τη γειτονική χώρα από την κρίση στο πεδίο των ευρωτουρκικών σχέσεων? Δύο είναι οι επείγουσες διαστάσεις (με όρους Habermas) του προβλήματος: η συμφωνία για το προσφυγικό (τόσο η συμφωνία του Μαρτίου όσο και η διμερής) και η συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να αμφισβητήσει εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα μας στο Αιγαίο. Δεν υποτιμά κανείς φυσικά το ζήτημα της επίλυσης του Κυπριακού, ωστόσο τα δυο πρώτα είναι κυριολεκτικά ζέοντα.
Θα μπορούσε λοιπόν ένας εκτροχιασμός των σχέσεων ΕΕ – Τουρκίας, δεδομένης και της προϋπάρχουσας διάθεσης της κυβέρνησης Ερντογάν (αλλά και μεγάλου μέρους της αντιπολίτευσης στην Τουρκία) να παγιώσει την ανακίνηση μείζονων ζητημάτων (που αν και ρυθμίζονται σαφέστατα από το Διεθνές Δίκαιο, ο Ερντογάν δεν σταματά να θέτει)και να οδηγήσει σε μία σοβαρή κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Δεν υπάρχει ασφαλής απάντηση. Ο φόβος για ένα σοβαρό θερμό επεισόδιο συσχετίζεται αναπόφευκτα με την υιοθέτηση του νέου εθνικού ρομάντζου και συνακόλουθα της εθνικιστικής ατζέντας στην Τουρκία, τόσο από τους ισλαμιστές όσο (όχι σπάνια) και από τους κεμαλιστές. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 16ης Απριλίου και κυρίως η επόμενη μέρα θα μας επιτρέψει να διαγνώσουμε καλύτερα προθέσεις. Η κλιμακούμενη ένταση είναι ένα εργαλείο προσπορισμού εκλογικού οφέλους από μεριάς Ερντογάν, στο πλαίσιο του εγχειρήματος συγκρότησης όρων αδιακύβευτης πολιτικής ηγεμονίας στο εσωτερικό ή τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής αναπροσδιορισμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων? Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα οφείλει να διαμορφώσει πραγματιστικές απαντήσεις για όλα τα ενδεχόμενα, πριν ακόμα αυτά εκδιπλωθούν.»
ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΚΛΑΔΟΣ
