Τo κυνήγι θησαυρού του Ρεθύμνου ξεκίνησε την περίοδο 1988-89 από παρέες φίλων με στόχο την διασκέδαση τους και μια διαφορετική δράση κατά την περίοδο των Αποκριών.
Από τον αρχικό ερασιτεχνισμό των δύο πρώτων χρόνων θα περάσει σε μια οργανωμένη δομή από τους ανθρώπους του Team fm. Το παιχνίδι θα αγκαλιαστεί και θα αγαπηθεί από τους Ρεθεμνιώτες, ώστε μέσα σε ελάχιστα χρόνια να αποτελέσει ένα από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς θεσμούς του τόπου μας, ενώ παράλληλα θα αποτελέσει και το εφαλτήριο της αναγέννησης του Καρναβαλιού.
Μετά το παιχνίδι του 1994 η ομάδα του Team fm παραδίδει την σκυτάλη της διοργάνωσης του παιχνιδιού στις ομάδες, με τους Αργόσχολους να εγκαινιάζουν την νέα αυτή περίοδο. Τόσο οι ομάδες όσο και οι συμμετέχοντες στο θεσμό αυτό αυξάνονται την πρώτη δεκαετία του παιχνιδιού εντυπωσιακά.
Η δυναμική του παιχνιδιού είχε ως αποτέλεσμα περί το έτος 2000 ο αριθμός των ομάδων να κυμαίνεται γύρω στις 70, ενώ ο αριθμός των ενεργών παιχτών άγγιζε τα 3000 άτομα. Όμως, όπως σημειώθηκε η ακμή του παιχνιδιού από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, έτσι σήμερα παρατηρείται μια σταδιακή μείωση τόσο σε παίχτες όσο και ομάδες, που θεωρείται αρκετά ανησυχητική για το μέλλον του θεσμού.
Παράλληλα ένα θέμα που μας απασχολεί τα τελευταία χρόνια είναι πέρα από τον αριθμό, και η μέση ηλικία των παιχτών που ασχολούνται ενεργά με το παιχνίδι. Αρχές της δεκαετίας του 1990 η μέση ηλικία τότε, των 20-30 ετών, τώρα μετά από 32 χρόνια έχει ανέλθει σε ποσοστό άνω του 50% σε 50-60 έτη. Ο αριθμός των ενεργά συμμετεχόντων στο θεσμό από τα 3000 περίπου άτομα το 2000 σήμερα σε πραγματικούς αριθμούς οριακά υπερβαίνει τα 1000 άτομα.
Αντίστοιχη πορεία παρουσιάζει και ο αριθμός των ομάδων. Από τις 67 (αριθμός ρεκόρ συμμετοχών) που έλαβαν ενεργά μέρος στο παιχνίδι του 2000, μειώνονται σε 52 το 2006, σε 42 το 2017 και μόλις 35 το 2022.
Φυσικά για την τελευταία μείωση τους, δεν έχει να κάνει τόσο το γεγονός της εδώ και δύο χρόνια πανδημίας, αλλά κύρια η ίδια η δομή του παιχνιδιού, η οποία έχει μείνει αμετάβλητη όλα αυτά τα χρόνια και αποτελεί την κύρια αιτία του προβλήματος.
Το παιχνίδι αναπτύχθηκε από την αρχή της δημιουργίας του από την άμιλλα και των συναγωνισμό για την επιτυχία και την νίκη μεταξύ των ομάδων. Η εξέλιξη του ήταν ραγδαία μεταβάλλοντας μέσα σε λίγα χρόνια το αρχικά απλό παιχνίδι, σε μια πραγματική επιστήμη. Κι αυτό ήταν φυσικό και επόμενο, ακολουθώντας τις τάσεις της ζωής και της τεχνολογίας δεν θα μπορούσε το παιχνίδι να αποτελέσει εξαίρεση. Το γεγονός αυτό οδήγησε σύντομα κάποιες ομάδες να ξεχωρίσουν και να μονοπωλούν την επιτυχία και την δυνατότητα διοργάνωσης του θεσμού.
Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν από το 1995 έως σήμερα θα εντοπίσουμε μόλις 12 ομάδες να έχουν κατακτήσει την νίκη και την δυνατότητα διοργάνωσης του. Μάλιστα από το 2007 όταν η ομάδα των Αμελέτητων σημειώνει την πρώτη της επιτυχία, μόλις δύο νέες ομάδες έχουν ξεχωρίσει, οι Μαλαγάνες το 2014 και οι Γκουσκούνηδες το 2015.
Όλα αυτά τα χρόνια ουσιαστικά το παιχνίδι έχει στηθεί μόνο πάνω στον εκάστοτε νικητή του. Και όλα καλά έως ένα σημείο. Όμως ποτέ δεν εξετάσαμε πραγματικά τις συνέπειες για τον θεσμό που έχει πλέον η διαδικασία αυτή. Σταδιακά αποκλείστηκαν από την δυνατότητα της δημιουργίας του τα 2/3 των ομάδων που συμμετέχουν, απογοητεύοντας πολλά μέλη τους. Η άμιλλα και ο ανταγωνισμός δεν άφησε δυνατότητες συμμετοχής σε ότι αφορά την ίδια την διοργάνωση του θεσμού. Και όταν ουσιαστικά την τελευταία 15ετία ανακυκλώνονται 5-6 ομάδες, ο ενθουσιασμός αλλά και το ενδιαφέρον μειώνονται. Ακόμα και αν τα επόμενα χρόνια αναδυθούν 2-3 νέες ομάδες στην διοργάνωση χωρίς βασικές αλλαγές στο ίδιο το παιχνίδι, το πρόβλημα θα είναι ακόμα υπαρκτό.
Το γεγονός αυτό έχει σαν συνέπεια την ηλικιακή του κόπωση. Ενώ το παιχνίδι ξεκίνησε από 20ρηδες που σήμερα είναι 50άρηδες, σε μια δεκαετία η συντριπτική τους πλειοψηφία (θεού θέλοντος) θα είναι συνταξιούχοι με το παιχνίδι προφανώς να μην είναι στην τωρινή τους προτεραιότητα. Πόσο μάλλον όταν λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών του η επιδιωκόμενη ανανέωση του από την νεότερη γενιά δεν έχει συμβεί ακόμα στον βαθμό που θα έπρεπε.
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι αν το παιχνίδι συνεχίσει όπως έχει χωρίς κάποιες βασικές αλλαγές στην ίδια του την δομή, σε δέκα χρόνια από σήμερα, εν μέσω συγχωνεύσεων και αποχωρήσεων, θα έχουμε περίπου 25 ομάδες με ενεργά μέλη στην καλύτερη περίπτωση 700-800.
Αν πραγματικά θέλουμε να κάνουμε μια προσπάθεια ώστε να ξαναζωντανέψουμε και να ξαναδώσουμε μια διαφορετική εικόνα στο θεσμό, τότε από σήμερα να δρομολογήσουμε κάποιες μελλοντικές αλλαγές που πριν από μερικά χρόνια ούτε που θα τις συζητούσαμε.
Σε ότι αφορά το οργανωτικό να αποδεσμευτεί πλήρως η νίκη στο παιχνίδι από την διοργάνωση του. Η επιτυχία στο παιχνίδι δεν πρέπει να σημαίνει απαραίτητα και υποχρέωση διοργάνωσης. Έχει παρατηρηθεί πολλές φορές στο παρελθόν ομάδες που προηγούνται να «φρενάρουν» λίγο πριν την εύρεση του θησαυρού, υπό το δέος της ανάληψης της διοργάνωσής του. Αυτό αποτελεί στρέβλωση του ανταγωνισμού και του ίδιου του παιχνιδιού.
Παράλληλα ομάδα που κερδίζει το εκάστοτε παιχνίδι να μην έχει δικαίωμα νέας διοργάνωσής του αν από την προηγούμενή της δεν έχουν περάσει τουλάχιστον 6 χρόνια. Το δικαίωμα σύνθεσης του παιχνιδιού να πηγαίνει στην δεύτερη νικήτρια και αν έχει κόλλημα κι αυτή στην τρίτη κτλ.
Ίσως για πολλούς αυτά να ακούγονται υπερβολικά και αυθαίρετα όμως το ίδιο το παιχνίδι πρέπει να ενώνει και όχι να χωρίζει τις ομάδες. Η ομάδα που αναλαμβάνει την διοργάνωση πρέπει υποχρεωτικά να μοιράζεται την οργάνωση του και με μια δεύτερη που έως σήμερα δεν έχει διοργανώσει ξανά. Η επιλογή της δεύτερης θα μπορούσε να γίνεται μέσα από κλήρωση των ομάδων που ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην διαδικασία αυτή και έχουν παρουσία στο παιχνίδι τουλάχιστον 5 χρόνια. Με τον τρόπο αυτό μέσα σε 10-12 χρόνια το παιχνίδι θα έχει περάσει από τις περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν. Επιβάλλεται για το μέλλον του θεσμού όλες οι ομάδες που το επιθυμούν εκτός από την θέση του κυνηγού να περάσουν και από την θέση του διοργανωτή.
Ίσως αυτό να είναι το κλειδί για την μελλοντική αναγέννηση του. Τα προηγούμενα χρόνια το κόστος της επιτυχίας ήταν η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των ομάδων. Ας αδράξουμε την ευκαιρία της μελλοντικής σύνθεσης και της προσφοράς των ιδεών των ομάδων και των ατόμων που η ιδιαιτερότητα της διοργάνωσης έως τώρα έχει αποκλείσει. Μην περιμένουμε να αναπτυχθεί περισσότερο από τις ομάδες της κορυφής και μόνο, αλλά να εστιάσουμε στον πραγματικό θησαυρό του, που δεν είναι άλλος από το έμψυχο δυναμικό του. Το κύριο ζητούμενο των μελλοντικών παιχνιδιών δεν πρέπει να έχει ως στόχο να ξεπεράσει τα προηγούμενα, αλλά την ευρηματικότητα και την εστίαση στα νέα παιδιά.
Το ίδιο το παιχνίδι να αποτελέσει την αφετηρία μιας πιο πλούσιας δραστηριότητας, από τις ομάδες που αναλαμβάνουν την διοργάνωσή του. Με τον ανάλογο και έγκαιρο προγραμματισμό θα μπορούσαν να υλοποιούν σε ετήσια βάση δράσεις όπως η συγγραφή ενός βιβλίου, η δημιουργία μιας έκθεσης, το ανέβασμα μιας θεατρικής παράστασης, ένα διαγωνισμό τραγουδιού ή χορού, ξεναγήσεις και εκδρομές και άλλα πράγματα, δεμένα πάντα με το παιχνίδι, που να αφήνουν και ένα αποτύπωμα στον τόπο μας. Σε δράσεις αυτής της μορφής θα μπορούσε να αξιοποιηθεί η βοήθεια ατόμων ή φορέων που δεν συνδέονται απαραίτητα με τους διοργανωτές.
Και επειδή όλα αυτά έχουν και κάποιο κόστος πολλές φορές αρκετά υψηλό, η έκτακτη οικονομική βοήθεια που ζητήθηκε από τις ομάδες στο τελευταίο παιχνίδι, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας, να γίνει μόνιμη εθελοντική εισφορά προς τους διοργανωτές, καταβλητέα κατά το πρώτο τρίμηνο της διοργάνωσης. Οι όποιες χορηγίες που δίνονται, πολλές φορές καταβάλλονται προς το τέλος της. Οι εκάστοτε διοργανωτές πρέπει από την αρχή να έχουν την απαιτούμενη επάρκεια και ρευστότητα. Αν οι χορηγίες και τα έσοδα της διοργάνωσης το επιτρέψουν μπορούν να επιστραφούν στις ομάδες ή να αποτελέσουν παρακαταθήκη για τους επόμενους.
Στο οικονομικό πεδίο να μην ξεχνάμε και το δημιουργημένο και πιστεύω γρήγορα ολοκληρωμένο Μουσείου του Κυνηγιού. Η λειτουργία του και οι μελλοντικές του δράσεις σίγουρα θα χρειαστούν και την οικονομική μας συνδρομή που πρέπει να αποτελεί μέρος της χορηγίας των ομάδων.
Ένα άλλο πεδίο που πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο είναι της προβολής του παιχνιδιού. Σε μια εποχή που η διαχείριση της πληροφορίας είναι ίση ή και μεγαλύτερη από την αξία της, έτσι και μέρος της προβολής του παιχνιδιού πρέπει να διαχέεται πέρα από τον βασικό χορηγό επικοινωνίας, σε όλα τα μέσα του τόπου μας, έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσω δελτίων τύπου ή ανακοινώσεων. Και επειδή ουσιαστική δουλειά από τις διοργανώτριες ομάδες δεν έχει γίνει έως σήμερα θα βοηθούσε αρκετά η δημιουργία μιας μικρής επιτροπής , ανεξάρτητης από τους διοργανωτές, σαν ένα άτυπο κέντρο τύπου για την οργάνωση της προβολής σε τηλεόραση, ραδιόφωνο,social media κ.α. Στο Ρέθυμνο γίνεται σπουδαία δουλειά που αξίζει και πρέπει να προβάλλεται και πιο πέρα.
Παράλληλα να ενισχύσουμε το γενικότερο κλίμα της περιόδου των εκδηλώσεων του παιχνιδιού μέσα από αναδρομές στην ιστορία του θεσμού. Είναι αδιανόητο έως σήμερα να μην γίνονται αναφορές στο τόσο πλούσιο παρελθόν του. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με αναμνηστικά δημοσιεύματα και συνεντεύξεις παλιών συντελεστών του. Σίγουρα θα μαθαίναμε πολλά παραλειπόμενα που μόνο οι κυνηγοί και οι διοργανωτές τα γνωρίζουν. Αλήθεια σήμερα πόσοι από τους νεότερους κυνηγούς γνωρίζουν τους συντελεστές που ανέδειξαν το θεσμό στην πρώτη του πενταετία;
Αυτές σε γενικές γραμμές είναι κάποιες από τις αλλαγές που θα ήθελα να συμβούν στο μέλλον. Αρκετοί ίσως να τις θεωρήσουν υπερβολικές και πρόωρες όμως μετά από τόσα χρόνια κάτι στο παιχνίδι μας πρέπει να αλλάξει. Το πρώτο ζητούμενο είναι να περιορίσουμε τον ομαδικό ανταγωνισμό και να εστιάσουμε στο ίδιο το παιχνίδι, πως αυτό να γίνει καλύτερο με μεγαλύτερη συμμετοχή, θεμελιώνοντας πιο ισχυρή την παρακαταθήκη ανάπτυξης του στο μέλλον.
Μανόλης Κυδωνάκης.
Παίκτης στο Κυνήγι από το 1991 και μέλος της ομάδας Ανιχνευτές.









