Οι προσδοκίες για μια επικείμενη ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν έχουν υποχωρήσει, τη στιγμή που τα Στενά του Ορμούζ είναι de facto κλειστά από την αρχή του πολέμου, ακόμη και όταν ήταν επίσημα ανοιχτά, διατηρώντας τις ροές ενέργειας σε ελάχιστα επίπεδα, γεγονός που καθυστερεί την επιστροφή της ενεργειακής προσφοράς στην παγκόσμια οικονομία και δημιουργεί φόβους για υψηλές τιμές πετρελαίου για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Άλλωστε μεγάλοι διεθνείς οίκοι, όπως οι Citigroup, Goldman Sachs και ING, προχώρησαν την τελευταία εβδομάδα σε αύξηση των εκτιμήσεών τους για το Brent, με τιμές να αναμένεται να κινηθούν πάνω από τα 100 δολάρια το επόμενο διάστημα, ενώ εκτιμούν πως στην καλύτερη περίπτωση η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ θα ομαλοποιηθεί από τα τέλη Μαΐου ή τα τέλη Ιουνίου και μετά, χωρίς να αποκλείουν παράταση της διαταραχής και τον Ιούλιο.
Προφανώς, το διεθνές περιβάλλον δεν προσφέρει στήριξη στις αγορές, έστω και αν στο δίμηνο του πολέμου έχουν δείξει αρκετό εφησυχασμό, σκαρφαλώνοντας σε ιστορικά υψηλά. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου επιβαρύνουν την επενδυτική ψυχολογία και επηρεάζουν τη δραστηριότητα των εισηγμένων επιχειρήσεων, ενώ θεωρούν βέβαιη την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και την άνοδο του πληθωρισμού. Όπως προειδοποίησε η Fitch Ratings, μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να προσθέσει στις πιστωτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ανεπτυγμένες αγορές, κυρίως μέσω της ασθενέστερης αύξησης του ΑΕΠ, του υψηλότερου κόστους τόκων, των πρόσθετων πιέσεων για αύξηση των αμυντικών δαπανών και ενδεχομένως υψηλότερων επιδοτήσεων για την προστασία των νοικοκυριών και των εταιρειών από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας.
Η κρίση που δημιουργεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν αφήνει αλώβητη την ελληνική οικονομία και αναπόφευκτα θα επηρεάσει την οικονομική δραστηριότητα, ιδίως λόγω της απότομης αύξησης των τιμών της ενέργειας και της χαμηλότερης εξωτερικής ζήτησης, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, διεθνείς οίκοι, η Τράπεζα της Ελλάδος, ο ΙΟΒΕ καθώς και η ίδια η ελληνική κυβέρνηση έχουν προχωρήσει σε υποβάθμιση των εκτιμήσεων για την ανάπτυξη φέτος, και σε επίπεδα που κινούνται στο 1,7%-2%, έστω και αν η χώρα έχει ένα σημαντικό "όπλο" έναντι των προκλήσεων που δημιουργεί ο πόλεμος, που δεν είναι άλλο από την πολύ ισχυρή δημοσιονομική της θέση.
Η επιφυλακτικότητα στα ύψη
Σε αυτό το δύσκολο σκηνικό, το ελληνικό χρηματιστήριο καλείται να προβάλει τις άμυνες που έχει. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν πως εάν δεν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Γενικός Δείκτης θα είχε άνετα σκαρφαλώσει πολύ πάνω από τις 2.500 μονάδες, καθώς το τελευταίο δίμηνο έχουν προκύψει πολύ σημαντικοί καταλύτες, που δεν μπορούν να κεφαλαιοποιηθούν λόγω της επιφυλακτικότητας που επιβάλλουν οι διεθνείς συνθήκες στα χαρτοφυλάκια.
Αν και οι αναλυτές εκτιμούν πως σύντομα θα υπάρξει "αναγκαστικά" συμφωνία, ώστε να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ, καθώς η διατήρηση υψηλών τιμών στην ενέργεια θα προκαλέσει γενικευμένο πληθωριστικό σπιράλ στην παγκόσμια οικονομία, ουδείς μπορεί να μιλήσει για το πότε αυτό θα συμβεί, σχολιάζει ο Δημήτρης Τζάνας, Σύμβουλος Διοίκησης της Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ.
Ως αποτέλεσμα, η αβεβαιότητα κλιμακώνεται και οι αγορές κινούνται με αυξημένη νευρικότητα, αν και έχει γίνει κατανοητό ότι η αυξημένη συμμετοχή των τεχνολογικών κυρίως κολοσσών διαμορφώνει σε καθοριστικό βαθμό την πορεία τους.
Σε αυτό το πλαίσιο και το ελληνικό χρηματιστήριο κινείται με νευρικότητα, με τους πωλητές να έχουν την υπεροπλία και με τον Γενικό Δείκτη να καλείται πάλι να υπερασπιστεί τις 2.200 μονάδες. Οι επόμενες συνεδριάσεις είναι καθοριστικές, καθώς θα πρέπει να επιβεβαιώσουν τη δυναμική του επιπέδου αυτού, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια νέα ανοδική κίνηση, ή, αλλιώς, για χαμηλότερα επίπεδα.
Η επιφυλακτικότητα που χαρακτηρίζει την αγορά συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η επικαιρότητα συνεχίζει να τροφοδοτείται με θετικές εξελίξεις. Για παράδειγμα, αναφέρει ο κ. Τζάνας, οι ανακοινώσεις των αποτελεσμάτων των εισηγμένων του 2025 έδειξαν ισχυρές επιδόσεις καθαρής κερδοφορίας που ξεπερνούν το 10%, οι χρηματικές διανομές καταγράφουν νέο ιστορικό ρεκόρ (άνω των 6 δισ. ευρώ), ενώ ο οίκος STOXX ανήγγειλε αναβάθμιση του ελληνικού χρηματιστηρίου στις ανεπτυγμένες αγορές τον Σεπτέμβριο.
Παράλληλα, η ΔΕΗ ανήγγειλε αύξηση κεφαλαίου - μαμούθ 4 δισ. ευρώ με τη συμμετοχή κορυφαίων διεθνών επενδυτών για την εκτέλεση επενδυτικού προγράμματος 24 δισ. έως το 2030, ενώ η επίσκεψη Μακρόν εδραιώνει την πεποίθηση γεωπολιτικής ασφάλειας για την Ελλάδα προσθέτοντας θετικούς πόντους στο πολλαπλά ελπιδοφόρο ελληνικό αφήγημα. Ωστόσο τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να "κεφαλαιοποιηθεί" αυτή τη στιγμή από την αγορά.
Όπως σχολιάζει και ο Ηλίας Ζαχαράκης της Fast Finance, αν και το stock picking και οι αναδιαρθρώσεις χαρτοφυλακίων είναι έντονες, οι προσδοκίες και η διαθέσιμη ρευστότητα συνεχίζουν να στηρίζουν τις αποτιμήσεις. Τεχνικά ο Γενικός Δείκτης προσπαθεί να διατηρήσει το κρίσιμο επίπεδο των 2.200 μονάδων και αν το καταφέρει, υπάρχουν πιθανότητες για κίνηση προς τις 2.380 μονάδες, εκτιμά ο αναλυτής.
Πάντως, η Goldman Sachs επανέλαβε τη θετική της στάση για την ελληνική αγορά, διατηρώντας τη σύσταση "overweight" με στόχο το επίπεδο των 2.500 μονάδων για τον Γενικό Δείκτη, βλέποντας συνεπώς άνοδο 14% το επόμενο διάστημα. Τοποθετεί τη μερισματική απόδοσή του στο 5%, ενώ εκτιμά πως η αύξηση των κερδών ανά μετοχή θα διαμορφωθεί στο 13% φέτος.
Η JP Morgan επανέλαβε από την πλευρά της τις πολύ ισχυρές προοπτικές των ελληνικών τραπεζών, με στήριξη και από το μακροοικονομικό υπόβαθρο της Ελλάδας που εξακολουθεί να είναι καλό, με την αύξηση του ΑΕΠ να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης τόσο το 2025 όσο και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το 2026. Όπως τονίζει, το discount των ελληνικών τραπεζών στην Ευρώπη έχει σαφώς μειωθεί τα τελευταία χρόνια και τώρα είναι μόνο 5% φθηνότερες με βάση το P/E 12μήνου έναντι μέσου discount 17% τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά παραμένουν ελκυστικές.
Το σήμα από τον STOXX
Η απόφαση του STOXX να αναβαθμίσει την Ελλάδα στις ανεπτυγμένες αγορές, με ισχύ από τον Σεπτέμβριο, αν και είχε προφανώς αποτιμηθεί, επισφραγίζει την πλήρη επιστροφή της ελληνικής αγοράς στην κανονικότητα των ώριμων αγορών που κυριαρχούσε πριν από την κρίση, κάτι που αν μη τι άλλο αποτελεί σημαντικό "σήμα" και εκτιμάται πως μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε σημαντικές εισροές και σε άνοδο των αποτιμήσεων των ελληνικών μετοχών.
Η απόφαση του STOXX έρχεται μετά την πρόταση του S&P Dow Jones τον Ιούλιο του 2025 για αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς τον φετινό Σεπτέμβριο, του FTSE ο οποίος θα αναβαθμίσει την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο επίσης, ενώ πιο πρόσφατα, στα τέλη του Μαρτίου, ο MSCΙ ανακοίνωσε και αυτός ότι οι ελληνικές μετοχές θα επιστρέψουν στον δείκτη ανεπτυγμένων αγορών τον Μάιο του 2027.
Έτσι, σε 12 μήνες από σήμερα, το Euronext Athens θα ανήκει στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών όλων των παρόχων, με το διάστημα της μετάβασης να αναμένεται να προκαλέσει κάποια "τεχνική" μεταβλητότητα βραχυπρόθεσμα, λόγω της αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων.
Σημειώνεται πως η Ελλάδα θα ενταχθεί στους δείκτες STOXX Developed Markets 2400, STOXX Global 1800, STOXX Europe 600 και EURO STOXΧ.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της JP Morgan, η συνολική παθητική εισροή σε ελληνικές μετοχές θα είναι περίπου 1 δισ. δολάρια, ενώ στον βασικό δείκτη Stoxx 600 θα βρεθούν οι Eurobank, Εθνική, Πειραιώς, Alpha Bank, ΟΤΕ, ΔΕΗ, Metlen, ΓΕΚ Τέρνα και Jumbo. Όπως εκτιμά, σχεδόν το 90% των εισροών θα αφορά τις τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες που εισέρχονται στον δείκτη STOXX Banks –τις Εθνική Τράπεζα, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank– ενώ καμία από τις πέντε άλλες μετοχές εκτός του τραπεζικού κλάδου δεν θα δει εισροές άνω των 30 εκατομμυρίων δολαρίων.
Συνολικά, η JP Morgan τονίζει πως θεωρεί ότι η αναβάθμιση του STOXX είναι θετική για την αγορά και ειδικά για τις ελληνικές τράπεζες. Δεδομένης της μαζικής ρευστοποίησης μετά το ράλι Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου και την αναταραχή του πολέμου στο Ιράν, οι επενδυτές αναζητούν μετοχές με καταλύτες πάνω και πέρα από το συνηθισμένο. "Πιστεύουμε ότι ένα γεγονός δείκτη μεγέθους 3-5 φορές της μέσης ημερήσιας συναλλακτικής δραστηριότητας της ελληνικής αγοράς χαρακτηρίζεται ως πάνω και πέρα από το συνηθισμένο", σημειώνει χαρακτηριστικά.
Με βάση τους υπολογισμούς της JP Morgan όμως, τελικά οι συνολικές ροές των επενδυτών από όλες τις αναβαθμίσεις θα είναι θετικές και όχι αρνητικές. Αυτό αλλάζει πολλά για την αντίληψη των επενδυτών σχετικά με την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς. Ουσιαστικά, το γεγονός ότι το Χ.Α. θα έχει τριπλή αναβάθμιση την ίδια περίοδο, τον Σεπτέμβριο, αλλάζει το παιχνίδι των ροών, έστω και αν ο Μάιος με την αναβάθμιση της MSCI θα φέρει εκροές.
Ειδικότερα, όπως εκτιμά η JPM, η επίδραση της καθαρής παθητικής ροής κεφαλαίων αναμένεται να είναι ελαφρώς αρνητική από τα funds που ακολουθούν τους δείκτες MSCI και FTSE, με προβλεπόμενη καθαρή εκροή περίπου 80 εκατομμυρίων δολαρίων από τους δείκτες FTSE και 220 εκατ. δολ. εκροές από τους δείκτες της MSCI. Δεδομένου ότι οι συνολικές παθητικές εισροές από την αναβάθμιση του Stoxx θα είναι περίπου 1 δισ. δολάρια, συνολικά οι ελληνικές μετοχές θα δουν εισροές ύψους 700 εκατ. ευρώ.
Έκλεισε και επίσημα ο κύκλος κρίσης
Πέραν ωστόσο των όποιων βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων από τις ανακατατάξεις θέσεων των funds, μεσοπρόθεσμα οι επιπτώσεις παραμένουν σαφώς θετικές για την ελληνική αγορά. Το εύρος των επενδυτών που παρακολουθούν τους δείκτες αναπτυγμένων αγορών είναι σημαντικά μεγαλύτερο, γεγονός που θα υποστηρίξει μια πιο διαφοροποιημένη και σταθερή μακροπρόθεσμη ζήτηση για τις ελληνικές μετοχές. Οι ελληνικές εταιρείες θα έχουν πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη και ανώτερης ποιότητας δεξαμενή κεφαλαίων, και σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση στο οικοσύστημα της Euronext, κάνουν ορατή την Ελλάδα στον επενδυτικό χάρτη και "σφραγίζουν" μια νέα εποχή για την ελληνική αγορά.
Όπως τονίζει και η Axia-Alpha Finance, "η συμπερίληψη στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών θα διευρύνει και θα εμβαθύνει τη βάση των επενδυτών, θα βελτιώσει τις συνθήκες ρευστότητας και θα υποστηρίξει μια σταδιακή συμπίεση των ασφαλίστρων κινδύνου των ελληνικών μετοχών", κάτι που, όπως εκτιμά, θα στηρίξει και τη συνέχιση της ανόδου των αποτιμήσεών τους.
Η Ελλάδα θα έχει μικρότερο βάρος στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών από ό,τι στους δείκτες αναφοράς αναδυόμενων αγορών, αλλά αυτό δεν μειώνει τη σημασία της αναβάθμισης. Μπορεί σε μέγεθος να είναι λιγότερο ορατή από άλλες αγορές, ωστόσο σε επίπεδο θεμελιωδών μεγεθών ξεχωρίζει: η ελληνική οικονομία σημειώνει διπλάσια ανάπτυξη από την Ευρωζώνη, έχει ένα μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα – σπάνιο στο τρέχον περιβάλλον, ο δείκτης χρέους σημειώνει από τις μεγαλύτερες και ταχύτερες πτώσεις διεθνώς, οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει δυναμικά στην κερδοφορία και σημειώνουν από τις ισχυρότερες αυξήσεις δανείων στην Ε.Ε., οι εισηγμένες καταγράφουν αλλεπάλληλα ρεκόρ κερδοφορίας και οι ελληνικές μετοχές –παρά το ράλι άνω του 300% του Χ.Α. την τελευταία εξαετία– έχουν μεγάλο discount έναντι των ευρωπαϊκών μετοχών, το οποίο εκτιμάται ότι θα μειωθεί.
Συνολικά, η πλήρης πλέον αναβάθμιση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς σηματοδοτεί την επιστροφή στην κανονικότητα και το κλείσιμο του κύκλου της κρίσης και για τις ελληνικές μετοχές. Αντανακλά τη διαρκή ενίσχυση της ποιότητας, της ρευστότητας και της ελκυστικότητας της ελληνικής κεφαλαιαγοράς προς τους διεθνείς επενδυτές, καθώς και τη συνολική ανάκαμψη και ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. "Πλέον, όλοι οι μεγάλοι διεθνείς πάροχοι δεικτών αναγνωρίζουν την Ελλάδα ως Ανεπτυγμένη Αγορά. Πρόκειται για μια εξέλιξη με ισχυρό συμβολικό αλλά και ουσιαστικό αποτύπωμα, που αντανακλά χρόνια μεταρρυθμίσεων, βελτίωσης της ποιότητας της αγοράς και ενίσχυσης της επενδυτικής εμπιστοσύνης", όπως σχολίασε ο Γιάννος Κοντόπουλος, CEO της Euronext Athens.
capital.gr
