ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1 Φεβρουαρίου: Η διπλή επέτειος του γλωσσικού ζητήματος που δίχασε τους Έλληνες

0

Ήταν μία εποχή κάποτε στην Ελλάδα όπου ο κόσμος δεν ήξερε ποιά είναι η μητρική του γλώσσα. Μάλλον για να γίνουμε πιο σωστοί, από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, υπήρχε ένα βασικό πρόβλημα, η Ελλάδα ήταν δίγλωσση, και μάλιστα πολλές φορές ακόμη και τρίγλωσση! Οι γλώσσες αυτές ήταν τα ελληνικά, τα ελληνικά, και φυσικά τα ελληνικά...

Με αφορμή δύο «επετείων» κάνουμε μία μικρή ανασκόπηση του γλωσσικού ζητήματος που απασχόλησε την Ελλάδα για σχεδόν 150 χρόνια, και τον ελληνισμό για σχεδόν 2000 χρόνια. Την 1η Φεβρουαρίου του 1902, με διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών στην Ελλάδα, δίνεται εντολή για την κατάσχεση των μεταφράσεων του Ευαγγελίου στη Δημοτική, ενώ, ακριβώς 75 χρόνια μετά, εφαρμόζεται η εγκύκλιος, σύμφωνα με την οποία όλα τα δημόσια έγγραφα στην Ελλάδα θα συντάσσονται πλέον στη Δημοτική.

Επιμέλεια: Αθηνά Πετρακάκη

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά τους. Από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους τέθηκε άμεσα το θέμα, ποιά γλώσσα θα μιλούν επισήμως, οι κάτοικοί του. Οι πολλές κοινότητες είχαν και πολλές διαφορετικές διαλέκτους, ενώ η απουσία ελληνικού κρατικού μηχανισμού για πάνω από τέσσερις αιώνες οδήγησε τους Έλληνες όχι μόνο στο να είναι αγράμματοι με συνέπεια η γλώσσα να καταρρακώνεται, αλλά και στην υιοθέτηση πλειάδας ξενικών λέξεων, όπως τουρκικών, σλαβικών, αλλά και λατινικών, αναλόγως την περιοχή.

Οι ταγοί του ελληνικού διαφωτισμού όμως κατάφεραν στο τέλος του 18ου αιώνα να «εξυγιάνουν» κατά πολύ την γλώσσα μας με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθούν πλέον ελληνικές λέξεις για καθημερινές που βασίζονταν σε ξένες ρίζες. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι αυτό της λέξης «γαζέττα», που πολύ απλά αντικαταστάθηκε από την αρχαία «εφημερίδα», ή του «μινίστρου», που έγινε υπουργός...

Με την ίδρυση της σύγχρονης Ελλάδος τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα της επικρατούσας γλώσσας στην εκπαίδευση, και αυτό γιατί, η λαϊκή γλώσσα είναι ακαλλιέργητη, παραφθαρμένη και δεν μπορεί να εκφράσει πολυσύνθετες ιδέες, έτσι, παίρνοντας ως βάση, την αρχαΐζουσα που έχει τις βάσεις της στην βυζαντινή, αλλά και την λαϊκή γλώσσα, δημιουργήθηκε ένα νέο μόρφωμα. Αυτό της Καθαρεύουσας. Η γλώσσα αυτή είχε «καθαριστεί» (εξού και το όνομα) από τις ξενικές προσθήκες, χρησιμοποιούσε τους κανόνες των αρχαίων και της αρχαΐζουσας, αλλά είχε ως θεμέλιο λίθο την λαϊκή γλώσσα. Στο μόρφωμα της Καθαρεύουσας συνέβαλε κατά πολύ και ο Αδαμάντιος Κοραής.

Κάπως έτσι πορεύθηκε η χώρα για σχεδόν 150 χρόνια. Άλλη «γλώσσα» μιλούσαν τα παιδιά στο σπίτι τους και τις παρέες τους, και άλλη στο σχολείο. Άλλη «γλώσσα» μιλούσαν οι βουλευτές στο βήμα της Βουλής και άλλη στα έδρανα, στις μεταξύ τους συζητήσεις. Τα εισαγωγικά μπαίνουν διότι κυριολεκτικά δεν μπορεί να υπάρξει διαχωρισμός γλωσσών εφόσον μιλάμε για μία ενιαία γλώσσα, την ελληνική. Η καθαρεύουσα, η αρχαΐζουσα, η δημοτική, η αρχαία ελληνική, αλλά και η σύγχρονη ελληνική, αποτελούν απλώς διαφορετικές μορφές της ίδιας «μητέρας γλώσσας». Της Ελληνικής.

Κατά καιρούς και ενώ όλο και περισσότεροι λόγιοι υποστήριζαν την απλοποίηση της γλώσσας και αντικατάσταση της καθαρεύουσας με την δημοτική, ξεσπούσαν διάφορα επεισόδια.

Τα «ευαγγελικά»

Το αξιοπερίεργο φαινόμενο βίαιων ταραχών με αφορμή γλωσσικά θέματα είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά το 1901, στην Αθήνα, με τα αποκαλούμενα Ευαγγελικά, που αφορούσαν τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική, γεγονότα που εντάσσονται σε μία ευρύτερη διαμάχη γύρω από το γλωσσικό ζήτημα και την ιστορία του στην Ελλάδα.

Ως «Ευαγγελικά» ή Ευαγγελιακά, έχουν καταγραφεί τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων, ή αλλιώς, παραφρασμένων , κατά την τρέχουσα τότε άποψη, στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη στις 9 Σεπτεμβρίου 1901.

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851 – 1935) ήταν λογοτέχνης, πρωταγωνιστής στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας, ο οποίος την εποχή «αποδίδει εις την γνησίαν γλώσσαν του ελληνικού Λαού» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε "Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο". Το έργο κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Όταν έφτασε και στην Αθήνα αυτή η απόδοση των Ευαγγελίων πέρασε εντελώς απαρατήρητη.

Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή όταν η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες, υπό τον τίτλο «Το έργον της Βασιλίσσης η Ακρόπολις το συνεχίζει». Ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας Βλάσης Γαβριηλίδης, ο οποίος θεωρείται  «πατέρας» της δημοσιογραφίας της σύγχρονης Ελλάδας, φυσιογνωμία προοδευτική, έκρινε ότι «θεάρεστον έργον είναι» να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να «γίνει απολύτως αντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Γαβριηλίδης ενήργησε έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα.

Παραδόξως εκείνοι που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν φοιτητές, αλλά και καθηγητές. Την εποχή εκείνη, επικρατούσε άκρατος εθνικισμός. Η βάση και η ουσία του ελληνικού έθνους ήταν η αρχαιολατρία. Έκφραση αυτής της κατάστασης αποτελούσε η αρχαΐζουσα «καθαρεύουσα» γλώσσα. Η απόκλιση από τη χρήση της θεωρούνταν εθνικό έγκλημα και όποιος την υπονόμευε προδότης, ανεξάρτητα από το αξίωμα, την κοινωνική ή πολιτική θέση που μπορεί να κατείχε. Στα πρωτοσέλιδα διαφόρων εφημερίδων οι δημοτικιστές παρουσιάζονταν ως άθεοι και προδότες.

Με την παρακίνηση καθηγητών τους, όπως οι «γλωσσαμύντορες» αντιδημοτικιστές ακαδημαϊκοίΚόντος, Βάσης και Μιστριώτης, οι φοιτητές άρχισαν να δραστηριοποιούνται.

Οι εφημερίδες της εποχής Εμπρός, Σκριπ και Καιροί κατέκριναν την Ακρόπολη και συστρατεύθηκαν με τους φοιτητές, μιλώντας για υποτιθέμενους «κινδύνους» τους οποίους αντιμετώπιζε το έθνος εξαιτίας της παράφρασης του Ευαγγελίου. Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της «γλώσσας των προγόνων» μας. Το ζήτημα δεν άργησε να μετατραπεί από ένα γλωσσικό ή έστω θρησκευτικό θέμα σε πολιτικό θέμα «εθνικών διαστάσεων». Υποδαυλίζονταν τα πνεύματα με απόψεις όπως ότι η «μετάφραση» του Ευαγγελίου ήταν έργο των «εχθρών της πατρίδος» και ότι η αιτία ήταν ο «σλαβικός κίνδυνος». Έτσι, δεν άργησαν τα πράγματα να εξελιχθούν σε τραγωδία.

Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν οκτώ έως έντεκα, σύμφωνα με διάφορες πηγές, νεκροί. Επίσης, υπήρξαν 70 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα. Υπήρξαν όμως και άλλα θύματα. H εφημερίδα Ακρόπολις διέκοψε τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και στο φύλλο της 7ης Νοεμβρίου ζήτησε συγγνώμη από τους φοιτητές δηλώνοντας ότι η εφημερίδα παραμένει «πολέμιος αμείλικτος παντός φρονούντως αντεθνικώς και ατίμως ότι το Ευαγγέλιον πρέπει να αναγιγνώσκεται εν ταις εκκλησίαις εις άλλην τινά γλώσσαν πλην εκείνης εις την οποίαν εγράφη υπό των Θεοπνεύστων ανδρών». Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη.

Εφημερίδα της εποχής γράφει την άλλη μέρα: «Οι ελεεινοί πρωταγωνισταί της βεβήλωσης των Ευαγγελίων θα τρίβουν αναμφιβόλως εξ ευχαριστήσεως τας χείρας, διότι εγένοντο παραίτιοι του αγριωτέρου θεάματος, το οποίον παρέστησαν αι Αθήναι από της αλώσεως υπό του Σύλλα. Πόλεως αλισκομένης, πόλεως σφαζομένης, πόλεως δολοφονουμένης. Αι σφαίραι του ναυτικού και του πυροβολικού, σφαίραι αδελφών οπλισθέντων εναντίον αδελφών, διέρρηξαν κρανία, συνέτριψαν στήθη, εξώρυξαν οφθαλμούς, έθραυσαν κνήμας και κατέστησαν την οδόν Κοραή και τα πέριξ ερυθράς εκ του αίματος. Η μωρά Κυβέρνησις, ήτις αφήκεν επί τόσους μήνας αδιάφορος ν’ αυξήση  και να γιγαντοποιηθή το σκάνδαλον, προσεπάθησε κατά την τελευταίαν στιγμήν να το καταπνίξει διά της βίας. Ως να μη ήρκουν δε αι σφαίραι του στρατού, προσετέθησαν εις αυτάς και τα ρεβόλβερ των μετημφιεσμένων και μη αστυφυλάκων και των άλλων αφωσιωμένων δολοφόνων, οίτινες επυροβόλουν κατά του λαού από των παραθύρων του Υπουργείου Οικονομικών».

Τα «Ορεστειακά»

Στην Αθηνά του 1903, από τις 6 μέχρι τις 9 Νοεμβρίου είχαν ξεσπάσει αιματηρά επεισόδια, που έμειναν γνωστά στην ιστορία ως Ορεστειακά. Ήταν μια εποχή, που το γλωσσικό ζήτημα εκτός από την πολιτιστική του διάσταση, είχε λάβει κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις.

Το τότε Βασιλικό Θέατρο, του οποίου καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν ο Στέφανος Στεφάνου, αποφάσισε να ανεβάσει την Ορέστεια του Αισχύλου, μεταφρασμένο σε απλή δημοτική γλώσσα από τον πανεπιστημιακό Γεώργιο Σωτηριάδη.

Η μετάφραση αυτή προκάλεσε την μήνη των καθαρολόγων της εποχής, των γλωσσαμυντόρων όπως λέγονταν τότε οι οπαδοί της αττικίζουσας γλώσσας. Κύριος υποκινητής των επεισοδίων αυτών ήταν ο καθηγητής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Μιστριώτης, φανατικός υπέρμαχος της αρχαΐζουσας γλώσσας, ο  οποίος ξεσήκωσε φοιτητές και προσκείμενες εφημερίδες ώστε να συμμετάσχει και ο αθηναϊκός λαός σε συλλαλητήρια.

Η πρεμιέρα δόθηκε την 1η Νοεμβρίου, με την Μαρίκα Κοτοπούλη να ενσαρκώνει το ρόλο της Αθηνάς Παλλάδας. Η τότε  Κυβέρνηση Δ. Ράλλη δεν αποδέχθηκε το αίτημα του Γ. Μιστριώτη, που πρέσβευε οι παραστάσεις των αρχαίων δραμάτων να γίνονται στη γλώσσα που γράφτηκαν κι έτσι ακολούθησαν επεισόδια. Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου διατάχθηκε ο στρατός να επιβάλει τη τάξη. Κατά τις συμπλοκές που ακολούθησαν στη διάλυση των διαδηλωτών κάποιοι στρατιώτες στο φόβο προσβολής τους πυροβόλησαν κατά του πλήθους με συνέπεια να φονευτούν δύο πολίτες και να τραυματιστούν επτά. Μετά από το γεγονός αυτό οι διαδηλωτές διαλύθηκαν, οι οχλαγωγίες σταμάτησαν και η αναταραχή τερματίσθηκε.

Πηγές: el.wikipedia, anapolisi.blogspot, iefimerida.gr

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1 Φεβρουαρίου: Η διπλή επέτειος του γλωσσικού ζητήματος που δίχασε τους Έλληνες

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ