ΘΕΜΙΣ Και τι γίνεται φίλε… γιατί έτσι ντάουν!
ΑΡΗΣ Πως το κατάλαβες…(σκύβει το κεφάλι του προς το μέρος του Θέμι και του λέει) Κι εσύ απ’ τα ίδια…
ΘΕΜΙΣ Τα ξέρεις, Άρη, όταν πέσεις στο λούκι, δύσκολα βγαίνεις…και αυτή η ρημάδα, σου τρώει σιγά – σιγά, αλλά μεθοδικά, όλη σου τη ζωή (ανάβει τσιγάρο). Μας έφαγε η άτιμη, φίλε μου, και μεις οι δήθεν έξυπνοι, τρέχουμε από πίσω της και γίναμε χρηματοδότες της και ανόητα τσιράκια των εμπόρων Ναρκωτικών.
ΑΡΗΣ Έτσι είναι όπως τα λες! Γίναμε ρεμάλια για τις ξεφτίλες, αλλά τι να κάνουμε τώρα; Δεθήκαμε και γίναμε ένα με το δηλητήριο και δε μπορούμε δίχως του…
ΘΕΜΙΣ Και πως βολεύεις την κατάσταση;
ΑΡΗΣ Όλο και κάτι βρίσκεται…κι ευτυχώς σήμερα…(τρίβει το μπράτσο)
ΘΕΜΙΣ Τι σήμερα…
ΑΡΗΣ Α! μου φαίνεσαι για πρωτάρης…
ΘΕΜΙΣ Ε! όχι και πρωτάρης…έχω κι εγώ τις εμπειρίες μου…τις κακές στιγμές της ζωής μου.
ΑΡΗΣ Τις ξέρω φίλε μου, αλλά τι να κάθομαι να στα λέω…Βαρέθηκα μ’ όλους και πιο πολύ με τον ίδιο τον εαυτό μου…
ΘΕΜΙΣ Όχι κι έτσι…και με τον ίδιο τον εαυτό σου…κι εντάξει την ξέρω αυτή την ψυχολογία και τα φαινόμενα αυτοενοχής, όμως οι δικοί σου… η Μάνα και ο Πατέρας σου…
ΑΡΗΣ (φανερά αναστατωμένος στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων-μιλάει δυνατά). Φίλε, σε παρακαλώ να μη ξανακούσω αυτές τις λέξεις. Για μένα δεν υπάρχουν…
ΘΕΜΙΣ Γιατί μιλάς έτσι; Εντάξει κι εγώ δεν ένιωσα την αγάπη της Μάνας, όμως, έρχονται στιγμές που ξυπνώ και περιμένω να ακούσω το κτύπημα στην πόρτα του σπιτιού μας, τα ανάλαφρα βήματά της, τις στιγμές που θα έρθει κοντά μου, για να μου δώσει δύναμη να σταθώ, να παλαίψω, να πάρω ελπίδα από τα λεγόμενά της.
ΑΡΗΣ Κράτα την αγάπη σου για σένα…άκου Μάνα και Πατέρας...Άκου δύναμη και ελπίδα... Αλήθεια, ρε Θέμι, τα πιστεύεις όλα αυτά;
Και που ήταν η κυρία και ο κύριος πατέρας όταν εγώ τους χρειαζόμουνα; Όταν πιτσιρικάς, ακόμη, αναζητούσα τη σιγουριά των γονιών αυτή που έχουν και τα μικρά ζωάκια ακόμη…
Και το μόνο που θυμάμαι είναι τα βλοσυρά βλέμματα του κυρίου και της κυρίας…που, τελικά, ποτέ δεν κατάλαβα τι σχέση είχαν με τους γονιούς, μ’ αυτά που θυμάμαι στα τραγούδια και στους ύμνους… (κι αφού βάζει το δεξί του χέρι κάτω από το πηγούνι του και ακουμπάει στο τραπεζάκι, αρχίζει να τραγουδάει ψιθυριστά).
Πάλι σε είδα στ’ όνειρό μου
Νάρχεσαι, μάνα μου, γλυκειά,
μ’ ένα τριαντάφυλλο, ακριβό μου
και με την ζέστα στην καρδιά
Κι είδα ελπίδα κι είδα φως μου
τον κάθε πόνο να περνά
κι έλαμπε η αγάπη στο πρόσωπό σου
κι είδα στη νιότη (πνιχτό κλάμα, το επαναλαμβάνει)
κι είδα στη νιότη ζεστασιά…
(Ο Άρης ακουμπά το μέτωπο επάνω στο τραπεζάκι και σκεπάζει το πρόσωπό του με τα χέρια του, βγάζοντας πνιχτούς και παραπονεμένους λυγμούς. Εκείνη τη στιγμή σηκώνεται η Μαρία, που παρακολουθεί τη συζήτηση και κάθεται δίπλα στον Θέμι, σιγά – σιγά, και κάνει νόημα να μη μιλήσει.
ΜΑΡΙΑ (Αρχίζει ψιθυριστά να τραγουδά για τη Μάνα)
Αλήθεια σου λέω σ’ αγαπώ
κι ας είμαι μακριά σου, καλό μου
μέσ’ στην καρδιά μου σ’ έχω εγώ
μικρό παιδί, γλυκό μου!
Ένα μικρό απόσπασμα από το Θεατρικό μου έργο : Οι δρόμοι της Ατλαντίδας

