( Ο μύλος ο γερόμυλος, ο ξακουσμένος μύλος...)
του Γιώργη Τσιγδινού
Ανατολικά από το Σπήλι, σε απόσταση 1,5 χιλ. περίπου, δίπλα από τον κεντρικό δρόμο προς Αγία Γαλήνη βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής. Από το εκκλησάκι αυτό πήρε η ευρύτερη περιοχή το τοπωνύμιό της, που παραφθαρμένο στη γλώσσα του λαού λέγεται και ακούγεται αιώνες τώρα ως...Αγιά Φωτιά. Με το ίδιο όνομα είναι γνωστή και η ομώνυμη μεγάλη πηγή με το γάργαρο νερό, που πηγάζει από τις σχισμές των βράχων στη νοτιοανατολική ριζοβουνιά του Βορίζη, αλλά και ο ξακουστός νερόμυλος, ο μύλος της Αγιά Φωτιάς.
Το νερό το έβαλαν οι άνθρωποι στη δούλεψή τους από τα πανάρχαια χρόνια με τη ναυσιπλοϊα. Αργότερα εκμεταλεύτηκαν και τη μηχανική ενέργεια που παράγεται από την πτώση του και την κατεύθυναν στην επεξεργασία των προϊόντων τους. Θαυμαστές περιπτώσεις υπήρξαν οι νερόμυλοι, που άλεθαν τα δημητριακά και οι γνωστές μέχρι τις μέρες μας ρασοτριβές. Κατασκευές νερόμυλων στον Άη Βασίλη υπήρξαν πολλές σε διάφορες εποχές, μια και η περιοχή είναι προικισμένη με άφθονα τρεχούμενα νερά και μεγάλες νερομάνες. Ωστόσο όμως, ωσάν το μνημείο τούτο, το μύλο της Αγια Φωτιάς, με τη σπουδαία αρχιτεκτονική, το ογκώδες και μεγαλόπρεπο σχήμα του, πιστεύω, ότι δεν υπάρχει άλλο στην Κρήτη. Η πολυτάλαντη ποιήτρια και λαογράφος Ειρήνη Μριλλάκη-Καβακοπούλου από το Σπήλι, στην ποιητική της συλλογή “ΠΝΟΗ ΚΑΙ ΡΙΖΑ” γράφει για το μύλο της Αγιά Φωτιάς:
“..Στο μύλο, το γερόμυλο, τον ξακουσμένο μύλο
πούχει τ' ολόκρυγιο νερό, σαν τ' αοριού το χιόνι
κι είν' το λιγάτον του μακρέ, τριάντα οργιές και πέρα
κι είν' αψηλό κ' είναι βαθύ κι έχει κι οχτώ καμάρες.
Κι όπως τον ζώνουν οι κισσοί, τα δέντρα, οι πρασινάδες,
βρουχάται το νερό μ' ορμή, που πέφτει από τα ύψη,
αλέθουν οι μυλόπετρες κι η φτερωτή γυρίζει
και σκορπά πέρα το νερό ολάφριστο σαν κύμα,
μοιάζει, θαρρείς από μακριά σαν στοιχειωμένος Πύργος
αρχοντικό παλιού καιρού, που το ρημάζει ο χρόνος....”
Το νερό που έβγαινε από τα σπλάχνα του Βορίζη στη νοτιοανατιλική ριζοβουνιά το οδηγούσαν σε δύο στέρνες, που αποτελούσαν συμπληρωματικό εξάρτημα του μύλου, γιατί προς το τέλος του καλοκαιριού αυτό λιγόστευε κι έπρεπε να στερνιάζεται για να καλύπτει τις ανάγκες του. Από το στόμιο της στέρνας ένας μεγάλος ευθύγραμμος αύλακας, που καλύπτει μια απόσταση πάνω από εκατό μέτρα και στηρίζεται πάνω σε οχτώ πέτρινα τόξα (γέφυρες) οδηγούσε το νερό στο λιγάτο. Το λιγάτο, δηλαδή το στενό και βαθύ πηγάδι στην άκρη του αύλακα, γέμιζε μέχρι πάνω. Στη βάση του υπήρχε μια μικρή οπή, από την οποία αφηνόταν κατά περίπτωση να φεύγει το νερό, που στο σημείο αυτό είχε μεγάλη πίεση. Η δέσμη του νερού που έφευγε κτυπούσε και γύριζε τη φτερωτή του μύλου και μαζί της γύριζε και ο κεντρικός άξονας, που μετέφερε την κίνηση, δηλαδή τη μηχανική ενέργεια και κινούσε την πάνω μυλόπετρα -η κάτω ήτανε πάντα στεθερή- κι έτσι άλεθαν τα γεννήματα. Οι μυλόπετρες, η κοφινίδα, η γούρνα και τ' άλλα σύνεργα του μυλωνά ήτανε προφυλαγμένα σ' ένα μικρό δωμάτιο κάτω από το λιγάτο, στο οποίο πήγαιναν οι πελάτες τ' αλέσματα κι από εκεί έπαιρναν το αλεύρι κι έφευγαν.
Ο μύλος στην Αγιά Φωτιά χαλούσε. Τρειος φορές χάλασε και ξαναχτίστηκε. Φαίνονται μάλιστα τ' απομεινάρια των παλαιότερων κτισμάτων. Το εντυπωσιακό και μεγαλόπρεπο συγκρότημα που σώζεται μέχρι σήμερα, πρέπει να κατασκευάστηκε προς το τέλος του 19ου ή στις αρχές του 20ου αιώνα από μαστόρους Ακουμιανούς και Κεραμιανούς. Το πιο δύσκολο τμήμα του λόγω της θέσης, του ύψους και των πιέσεω του νερού που δεχόταν ήτανε τι λιγάτο. Αυτό το έχτισε ο Κεραμιανός πρωτομάστορας Μιχαήλ Σαββοργίνης, που ενυπόγραφα έργα του υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή. Ο ίδιος κατασκεύασε και τοποθέτησε το περίτεχνο καμπαναριό της Παναγίας στον Κισσό
- 2 -
το έτος 1901. Για το κτίσιμο του λιγάτου και των γυριστών τόξων χρησιμοποιήθηκε σαντορινιό χώμα -δηλαδή ηφαιστειογενές πέτρωμα- με μπόλικο ασβέστη, όπως γινόταν στα παλιά κτίσματα.
Από το μύλο αυτό ζούσαν πολλές οικογένειες και ήτανε σπουδαία επιχείρηση σε εποχές εξαιρετικά δύσκολες για τη χώρα μας, όπως ήτανε το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, γι αυτό ήτανε μοιρασμένος σε σαράντα παράδες, δηλαδή μερίδια. Η ωριαία απόδοση του μύλου σε σιτάρι ήταν 120 οκάδες (περίπου 150 κιλά) και το αξάϊ, δηλαδή το δικαίωμα του μύλου επί του βάρους του αλέσματος ήταν 5%. Από το αξάϊ έπαιρνε το μισό ο μυλωνάς και το υπόλοιπο το μοιράζοταν οι μεριδιούχοι. Οι κυριότεροι σημερινοί ιδιοκτήτες του μύλου είναι ο Γιάννης Τσουδερός, ο Ζαχαρίας Βασιλάκης, οι Λεντιδάκηδες κ. ά
Ο τελευταίος μυλωνάς στο μύλο της Αγιά Φωτιάς ήτανε ο Ζαχαρίας Βασιλάκης, ο οποίος μου διηγήθηκε όλα όσα πιο πάνω αναφέρω. Μου είπε επίσης ότι ερχόταν με τα ζώα ν' αλέσουν στην Αγιά Φωτιά από μακρινές αποστάσεις, όπως από το Χορδάκι, το Άνω Μέρος και το Ροδάκινο. Μου ανάφερε επίσης στην αφήγησή του ως σπουδαίο τεχνίτη τον Μάρκο Ξεζωνάκη ή Κατσιρο-Μάρκο από τα Δαριβιανά, ο οποίος πελεκούσε τμηματικά τις μυλόπετρες και τις συναρμολογούσε, έδενε το μύλο καθώς έλεγαν οι παλιότεροι με απόλυτη επιτυχία και ταλειότητα.
Ο μύλος έκλεισε πριν από πενήντα περίπου χρόνια, δηλαδή τη δεκαετία του 1960, μια και η τεχνολογία με τις μηχανές και το ηλεκτρικό ρεύμα άφηνε πίσω της τους παλαιούς νερόμυλους και την τεχνολογία τους, που επί αιώνες στάθηκαν αρωγοί κι επίκουροι στην προσπάθεια επιβίωσης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των προγόνων μας. Όλοι όμως στην ευρύτερη περιοχή θυμούνται ακόμη το λεβέντη μυλωνά το Στεφανή τον Βασιλάκη ή Κοντύλη και θα τον θυμούνται για πολλές γενιές ακόμα , μέχρι να λέγονται και ν' ακούγονται οι δυο μαντινάδες που έχουν βγει γι αυτόν, από την εποχή που αυτός ήτανε στις δόξες του. Την εποχή του ήτανε θαυμάσιος καλλιτέχνης στη λύρα, τραγουδούσε και χόρευε, δηλαδή χαρισματικός και χαρακτηριστικός τύπος παλιού Σπηλιανού. Στην επιδεξιότητά του αυτή αναφέρονται και τα παρακάτω δίστιχα.
“ Το στάρι καθαρίζουνε και βγάζουν το κριθάρι,
΄ ο γέρος ο Κοντύλαρος έπιασε το δοξάρι.
Το στάρι καθαρίζουνε και βγάζουνε τη νήρα,
ο γέρος ο Κοντύλαρος την έπιασε τη λύρα.”
Τον ονόμασαν οι Σπηλιανοί Κοντύλη, γιατί συνυπηρέτησε στη Μακεδονία με το Στρατηγό Κοντύλη, τον οποίο εθαύμαζε και ανέφερε συχνά στις συζητήσεις του. Πολέμησε και στη Μικρά Ασία και πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους, αλλά τελικά κατάφερε και ξαναγύρισε στο αγαπημένο του Σπήλι. Η Ειρήνη Μπριλλάκη-Καβακοπούλου συνεχίζει και περιγράφει με γλαφυρότητα το Στεφανή το μυλωνά:
“...Κι ο μυλωνάς του , ο Στεφανής, με τα μακρυά μουστάκια,
και το ψιλόλιγνο κορμί και το καθάριο βλέμμα,
είν' ένας γνήσιος Κρητικός, χορατατζής, λεβέντης.
Που παίζει και τη λύρα ντου και στο ρυθμό του μύλου
λέει τραγούδια τση φιλιάς, του έρωντα κανάκια,
τση Μικρασίας τους καϋμούς και της αιχμαλωσίας
.................................................................................
Μα κι' όντε γίνει στο χωριό γάμος, για πανηγύρι
κι έρθει και πιάσει στου χορού την μπροστινή τη μπάντα
ο μυλωνάς ο Στεφανής, σαν Κρητικός λεβέντης
βεργολιγίσει το κορμί και στρίψει το μουστάκι,
κάνει την να σειστεί τη γης, σαν νάν' παλληκαράκι....”


