ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Λουλουδοκαμπούρης : Ένα παραμύθι που αγγίζει την παιδική πλευρά μας

0

Ας ανοίξει το μαγικό συρτάρι του συγγραφέα...

Ο ΛΟΥΛΟΥΔΟΚΑΜΠΟΥΡΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια πόλη κοντά στα σύννεφα του ουρανού που τη έλεγαν  Τελειούπολη. Η Τελειούπολη ήταν αρκετά μεγάλη. Είχε πολλούς κατοίκους που εργάζονταν καθημερινά και ο καθένας ήταν τέλειος σε έναν τομέα. Ο νάνος με το μπλε σκουφάκι καλλιεργούσε πολύ ωραία καρπούζια, το ξωτικό με την κόκκινη ζώνη έφτιαχνε πολύ γερά οχήματα, το κορίτσι μετά κοτσιδάκια μαγείρευε νόστιμες λιχουδιές για όλους. Ακόμα και τα ζώα σ' αυτήν την πόλη λειτουργούσαν όπως οι άνθρωποι και συνεργάζονταν μ' αυτούς. Όλα δούλευαν ρολόι και όλοι

συνεργάζονταν για το καλό της Τελειούπολης και ζούσαν ευτυχισμένοι. Κάπου στην άκρη της πόλης όμως ζούσε ένα μικρό πλασματάκι, ο λουλουδοκαμπούρης. Τον φωνάζανε έτσι γιατί είχε μια μικρή καμπούρα στο πίσω μέρος της πλάτης του και πάνω σ' αυτή είχε φυτρώσει ένα όμορφο λουλούδι. .

Οι κάτοικοι της Τελειούπολης βοηθούσαν το λουλουδοκαμπούρη, αλλά ποτέ δεν του δίνανε σημασία ή δεν τον παίρνανε στα σοβαρά. Όταν κάποια στιγμή ο λουλουδοκαμπούρης ρώτησε:

«Μα γιατί δεν με προσέχει κανείς;» , τότε ένα άλογο του απάντησε

«γιατί στα μάτια τους δεν είσαι σαν κι αυτούς. Δεν μπορείς να τους βοηθήσεις όπως εκείνοι βοηθούν εσένα γιατί δεν είσαι τέλειος σε κάτι» .

Ο Λουλουδοκαμπούρης τότε θύμωσε με αυτά που του είπε το άλογο και είπε από μέσα του:  «Και ποιο είναι αυτό το βρωμοάλογο που θα μου πει εμένα ότι δεν είμαι τέλειος; Θα γίνω τέλειος!» και αποφάσισε να πάει ως βοηθός στο χωράφι του νάνου.

Στην αρχή τα κατάφερνε με τις καλλιέργειες μέχρι που τα καρπούζια άρχιζαν να βγαίνουν τετράγωνα κι ο νάνος απογοητευμένος τον έδιωξε. Ο Λουλουδοκαμπούρης όμως δεν το έβαλε κάτω, πήγε να γίνει και βοηθός του ξωτικού, αλλά όταν άρχισαν να φεύγουν οι ρόδες από τις άμαξες της τελειούπολης και να τραυματίζονται οι κάτοικοι το ξωτικό θύμωσε και τον έδιωξε από τη δουλειά.  Αλλά και πάλι δεν το έβαλε κάτω και πήγε να βοηθήσει το κορίτσι με τα κοτσιδάκια. Εκεί τα πήγε καλά για αρκετό καιρό ώσπου μια μέρα ξεχάστηκε και έκαψε το ψωμί που είχε στο φούρνο για τους εργάτες και κόντεψε να πάρει φωτιά όλη η Τελειούπολη!

Τότε οι κάτοικοι της πόλης εξαγριωμένοι μαζί του συζήτησαν όλοι μαζί και αποφάσισαν να εξορίσουν το Λουλουδοκαμπούρη από τη Τελειούπολη. Εκείνος ρώτησε στενοχωρημένος: «Μα γιατί τι το κακό έχω πια που δε σας αρέσει;», κι εκείνοι μην έχοντας τι να του πούνε του απάντησαν: «Για όλα φταίει αυτή η καταραμένη καμπούρα σου! Φύγε από δω δεν αξίζεις να βρίσκεσαι στην Τελειούπολη, δεν είσαι ένας από μας.»

Ο Λουλουδοκαμπούρης μάζεψε τα μπογαλάκια του και έφυγε κλαίγοντας. Στο δρόμο προς την έξοδο συνάντησε το ίδιο άλογο με το οποίο είχε μιλήσει πρώτα και του λέει κλαίγοντας  γοερά: «Εσύ γιατί ήρθες δηλαδή; για να γελάσεις κι εσύ μαζί μου;»

«Όχι»  αποκρίθηκε το άλογο στητό και λαμπερό. <»Ήρθα για να σου πω κάτι που ίσως σε βοηθήσει. Υπάρχει ένας μύθος που λέει ότι στο πιο ψηλό σύννεφο που είναι έχω από αυτή την πόλη κατοικεί μια βασίλισσα.»

Ο Λουλουδοκαμπούρης σκουπίζοντας τα δάκρυά του ρωτάει με απορία: «Πού στο ρολόι της τελειούπολης; Αυτό που βρίσκεται στο πιο ψηλό σύννεφο μακριά από την πόλη και ρυθμίζει τα πάντα για να λειτουργούν σωστά εδώ;»

«Ακριβώς» απαντά το άλογο.

«Εκεί μέσα μένει η βασίλισσα πίσω από το μεγάλο γρανάζι. Αυτή είναι που ρυθμίζει το ρολόι και την τελειούπολη, εκεί πρέπει να πας για να σε βοηθήσει» είπε το άλογο και εξαφανίστηκε με ένα γρήγορο καλπασμό

.

«Έι, περίμενε κι εγώ πώς θα φτάσω εκεί;» ρωτούσε ο Λουλουδοκαμπούρης, αλλά το άλογο είχε ήδη χαθεί.

«Τι να κάνω; «αναρωτιόταν «πώς θα φτάσω στο πιο ψηλό σύννεφο;» και πριν καλά καλά ολοκληρώσει τη σκέψη του ένας γλάρος πέταξε από πάνω του και ήρθε και κοντοστάθηκε δίπλα του.

«Τι έγινε φίλε μου;»  τον ρώτησε ο γλάρος,

«γιατί είσαι τόσο μπερδεμένος;»

«Θέλω να πάω στο πιο ψηλό σύννεφο, στο μεγάλο ρολόι που ζει η βασίλισσα και δεν ξέρω πώς»

Ο γλάρος εντυπωσιασμένος τον ρωτά:

«Μα είσαι  σίγουρος φίλε μου ότι υπάρχει αυτή η βασίλισσα; κι αν είναι επικίνδυνο;»

«Εγώ θέλω να πάω. Είναι η τελευταία μου ελπίδα. Θα με βοηθήσεις;»  του απαντά

αποφασιστικά.

«Εντάξει. Πήδα στην πλάτη μου και θα σε πάω εγώ μέχρι εκεί, αλλά να θυμάσαι ότι όσο έχουν μπει μέσα στο ρολόι ποτέ δεν γυρίζουν ίδιοι!» του λέει ο γλάρος και ανοίγει τα φτερά του για να τον μεταφέρει μέχρι το σύννεφο.

Ο Λουλουδοκαμπούρης φοβήθηκε. Σε όλο το δρόμο σκεφτότανε: «Λες να έχει δίκιο ο γλάρος; Κι αν γυρίσω πιο άσχημος από ότι είμαι ήδη; Κι αν η βασίλισσα με μισεί και θέλει να με σκοτώσει;»

Όταν ο γλάρος άφησε το Λουλουδοκαμπούρη στην είσοδο του ρολογιού ο

Λουλουδοκαμπούρης τον ευχαρίστησε και ο γλάρος πέταξε μακριά. Τότε είδε κι απόειδε ο Λουλουδοκαμπούρης και μπήκε για τα καλά μέσα στο ρολόι. Το ρολόι ήταν πελώριο και μπορούσες εύκολα να χαθείς εκεί μέσα. Λίγο κόντεψε να τον λιώσει ένα περίεργο γρανάζι, όταν μπέρδεψε τα βήματά του καθώς προχωρούσε, αλλά τελικά τη γλίτωσε! «Ουφ, παρά τρίχα!»

Είπε και μπροστά του ξεπρόβαλλε το μεγάλο μπρούτζινο γρανάζι που στο κέντρο του είχε το θρόνο της βασίλισσας. Η βασίλισσα ήταν τόσο όμορφη και αγέρωχη, σα νεράιδα, τόσο που ο Λουλουδοκαμπούρης σχεδόν την ερωτεύτηκε με το που την είδε! Κι έτσι όπως την κοίταζε με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια του να λάμπουν εκείνη του μίλησε:

«Τι ζητάς εδώ καλέ μου ταξιδιώτη;»

Εκείνος ανασηκώθηκε και είπε διστακτικά: «Συγγνώμη, είστε η βασίλισσα του πιο ψηλού σύννεφου του μεγάλου ρολογιού του μεγάλου γραναζιού που κυβερνά την τελειούπολη;»

«Ναι, εγώ είμαι» είπε εκείνη χαμογελώντας γλυκά.

«Εσύ ποιος είσαι καλέ μου ταξιδιώτη;»

Ο Λουλουδοκαμπούρης ξεροκατάπιε και είπε:

«Με...φωνάζουν...Λουλουδοκαμπούρη.... και μέχρι τώρα ζούσα στην τελειούπολη, αλλά με έδιωξαν από κει»

«Γιατί καλέ μου;» τον ρώτησε η βασίλισσα ευγενικά.

«Γιατί για όλα φταίει αυτή η καμπούρα μου. Αν δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί.»

«Ναι, αλλά από αυτή την καμπούρα ζει αυτό το μικροσκοπικό λουλουδάκι, μια μορφή ζωής κι εσύ θέλεις να το βγάλεις;»

Ο Λουλουδοκαμπούρης το καλοσκέφτηκε και είπε με παράπονο: «Αν δεν βγάλω αυτή την καμπούρα κανείς δεν πρόκειται ποτέ να με δεχτεί στην τελειούπολη όσο ζωντανό κι ωραίο κι αν  είναι αυτό το λουλουδάκι κι εγώ θα είμαι δυστυχισμένος για πάντα»

«Είσαι σίγουρος ότι αυτό είναι που πραγματικά θέλεις;» τον ρώτησε η βασίλισσα.

«Ναι»  απάντησε εκείνος διστακτικά «θέλω να είμαι τέλειος σε όλα και δεν πρόκειται να γίνει αυτό αν δεν ξεφορτωθώ την παλιό καμπούρα μου»

Με το που ακούστηκε η τελευταία λέξη το λουλούδι μαράθηκε, η καμπούρα έφυγε και ο Λουλουδοκαμπούρης έγινε ένας ψηλός, όμορφος, γεροδεμένος νεαρός. Χαρούμενος με τον καινούριο του εαυτό πλησίασε τη βασίλισσα και της φίλησε το χέρι με αβρότητα.

Εκείνη του χαμογέλασε γλυκά και του είπε : «Μπορεί να νομίζεις ότι τώρα έχεις τα πάντα, όμως γρήγορα θα καταλάβεις ότι αυτό που χρειαζόσουν μόνο πραγματικά ήταν αυτό το λουλούδι. Ελπίζω  μόνο να μην είναι πολύ αργά»

Κι εκείνος απομακρύνθηκε αργά κοιτάζοντας την αφήνοντας πίσω του τη βασίλισσα, το μεγάλο γρανάζι και το πελώριο ρολόι. Απ' έξω βρισκόταν ο ίδιος γλάρος που τον είχε φέρει, αλλά αυτή τη φορά δεν τον αναγνώρισε, γιατί είχε αλλάξει πάρα πολύ. Έτσι κι εκείνος του είπε ότι τον λένε Μάριο και δεν τον άφησε να καταλάβει ότι ήταν ο Λουλουδοκαμπούρης.

Του ζήτησε ευγενικά να τον πάει στην τελειούπολη κι ο γλάρος τον μετέφερε μέχρι εκεί με τα φτερά του. Γυρνώντας ως Μάριος στην τελειούπολη όλοι τον κοιτούσαν με περιέργεια και θαυμασμό, όλοι θέλανε να μάθουνε ποιος είναι αυτός ο όμορφος νεαρός που ήρθε στην τελειούπολη, αλλά κανείς δεν ήξερε. Η φήμη του άρχισε να μεγαλώνει όταν ζήτησε να γίνει βοηθός του νάνου με το

μπλε σκούφο. Από τότε που άρχισε να δουλεύει καλλιεργώντας τα χωράφια του, τα καρπούζια έβγαιναν όλο και πιο μεγάλα και πιο ζουμερά και ήταν πολύ περισσότερα.

Βλέποντας το πόσο άξιος ήταν στη δουλειά του ο Μάριος, το ξωτικό του ζήτησε να γίνει κι εκείνος βοηθός του κι έτσι έφυγε από το νάνο για το μπλε σκούφο για να βοηθήσει το ξωτικό να φτιάχνει άμαξες. Αλλά κι εκεί πάλι ήταν πολύ καλός. Έφτιαχνε τις πιο γερές, μοντέρνες, γρήγορες και άνετες άμαξες που είχαν φτιαχτεί ποτέ στην τελειούπολη.

Και η φήμη του συνέχιζε να μεγαλώνει. Ώσπου το έμαθε το κορίτσι με τα

κοτσιδάκια και του ζήτησε να την βοηθήσει στο μαγείρεμα κι έτσι έφυγε κι από το ξωτικό για να βοηθήσει το κοριτσάκι με τα κοτσιδάκια και εκεί πάλι έφτιαξε τα πιο νόστιμα και μυρωδάτα, τα πιο χορταστικά φαγητά που είχαν φάει ποτέ οι εργάτες της Τελειούπολης! Όλοι έμαθαν γι' αυτόν και όλοι τον ζητούσαν στις δουλειές τους, όμως οι εργάτες από τους οποίους έφευγε για να βοηθήσει τους επόμενους ζήλευαν που τα κατάφερνε τόσο καλά σε όλα και μάλιστα καλύτερα από αυτούς και δεν μπορούσαν να το ανεχτούν. Προσπαθούσαν να βρουν κάτι για να τον κάνουν να

αποτύχει και να φύγει από την Τελειούπολη.

Όμως μάταια προσπαθούσαν γιατί πέρα από το ότι ο Μάριος ήταν τέλειος σε όλα είχε κερδίσει και τη συμπάθεια αυτών για τους οποίους δούλευε. Όλοι

ένιωθαν ασφάλεια κι εμπιστοσύνη δίπλα του.

Ώσπου μια μέρα ακούγεται ένα εκκωφαντικό «κρακ» και όλοι σταμάτησαν να δουλεύουν. Άρχισαν να βγαίνουν στους δρόμους της Τελειούπολης έντρομοι και να φωνάζουν: «Το ρολόι σταμάτησε, θα πεθάνουμε όλοι!!!»

Μέσα σε λίγα λεπτά η άλλοτε τελειούπολη έγινε Αναρχούπολη. Τίποτα δε δούλευε σωστά και όλοι φοβόντουσαν για τη ζωή τους μην μπορώντας να κάνουν κάτι γι' αυτό.

Τότε ο Μάριος αποφασισμένος αφήνει την τελειούπολη και τρέχει προς την έξοδο για να πάει προς το ρολόι.

Εκεί  για μία ακόμη φορά συναντά το άλογο. Του φωνάζει: «Λουλουδοκαμπούρηηη!»

Κι εκείνος ξαφνιασμένος σταματά και του λέει: «Είσαι ο μόνος που με αναγνώρισε!»

Το άλογο του είπε με σοβαρό ύφος: «Λουλουδοκαμπούρη άκουσε με! Η βασίλισσα είναι βαριά άρρωστη και πεθαίνει!  Γι' αυτό σταμάτησε το ρολόι. Μόνο εσύ μπορείς να την σώσεις, να μας σώσεις όλους!»

«Πεθαίνει;;;»  ρωτάει πανικόβλητος εκείνος.

«Πήγαινε να τη βρεις» του απαντά το άλογο και φεύγει καλπάζοντας προς την πόλη.

Τότε ο Μάριος σφύριξε δυνατά και ο γλάρος, ο φίλος του που πετούσε στον αέρα κατέβητε  για να τον μεταφέρει και πάλι στο πιο ψηλό σύννεφο, στο πελώριο ρολόι, στο μεγάλο γρανάζι, στη βασίλισσα.

Μόλις έφτασε μπήκε τρέχοντας στο ρολόι και δε σταμάτησε μέχρι να φτάσει στο μεγάλο γρανάζι. Εκεί στο κέντρο του υπήρχε η βασίλισσα ετοιμοθάνατη στο νεκροκρέβατό της, περιτριγυρισμένη από τις ακόλουθές της που θρηνούσαν για κείνη ραίνοντας την με ροδοπέταλα.

Ο Μάριος έβγαλε το καπέλο του και προχώρησε αργά προς το μέρος της, γονάτισε και της έπιασε το χέρι. Εκείνη γύρισε νωχελικά και με κουρασμένη φωνή του είπε:

«Καλέ μου Λουλουδοκαμπούρη, ήρθες πάλι;»

«Ναι! Της είπε εκείνος, ακόμη και τώρα είσαι τόσο όμορφη!»

«Αχ, καλέ μου η ομορφιά μου δεν είναι τόσο δυνατή για να νικήσει το θάνατο!»

«Τότε τι είναι αυτό που μπορεί να νικήσει το θάνατο;» ρώτησε με απελπισία ο

Λουλουδοκαμπούρης.

«Η αγάπη. Αυτή η αγάπη που υπήρχε μεταξύ των κατοίκων της τελειούπολης, όταν πρόσφερε ο ένας στον άλλο πριν αρχίσουν να ζηλεύουν, αυτή η αγάπη που είχες κάθε φορά που ήσουν πρόθυμος να βοηθήσεις τους άλλους όχι για να είσαι τέλειος, αλλά για να τους βοηθήσεις πραγματικά, αυτή η αγάπη που υπήρχε στην ψυχή σου κάθε φορά που κάποιος σου έλεγε τα προβλήματά του κι εσύ τον άκουγες και μπορούσες να τον καταλάβεις όπως κανένας άλλος κάτοικος της Τελειούπολης. Αυτή  ήταν η αγάπη που έκανε το λουλούδι σου να ανθίσει, το λουλούδι που θα με θεράπευε και που χάθηκε όταν αποφάσισες να γίνεις τέλειος!»

Ο Λουλουδοκαμπούρης άκουγε και δεν πίστευε στα αυτιά του! Είχε τόσο καιρό στην καμπούρα του ένα θαυματουργό λουλούδι και η βασίλισσα που το ήξερε το άφησε να μαραθεί και να πεθάνει ρισκάροντας την ίδια της τη ζωή για την επιθυμία του να γίνει τέλειος;

Κόντευε να τρελαθεί. Η βασίλισσα ήταν πολύ αδύναμη και ξεψύχησε λέγοντας του: «σε ευχαριστώ»

Αμέσως οι ακόλουθές της άρχισαν να θρηνούν έντονα για εκείνη, για το χαμό της. Τρομαγμένος έκανε πίσω κοντοστάθηκε σε ένα μικρό παράθυρο. Όταν κοίταξε μέσα από αυτό είδε όλη την Τελειούπολη να παγώνει και κρυστάλλους να τυλίγουν κάθε γωνιά της. Λυπημένος γύρισε προς τη βασίλισσα, γονάτισε και άρχισε να ξεσπάει σε κλάματα.

«Εγώ φταίω για όλα,» είπε «εγώ και οι ηλίθιες επιθυμίες μου. Τι το ήθελα να γίνω τέλειος, αφού στο τέλος διαλύθηκε η τελειούπολη. Τι σημασία έχει να είμαι αποδεκτός από τους άλλους αν εγώ πρώτα δεν μπορούσα να εκτιμήσω τη μοναδική δύναμη που είχε η καμπούρα μου και το λουλούδι της; Και τώρα έτσι όπως τα κατάφερα η αγαπημένη μου βασίλισσα πέθανε! Μακάρι να μπορούσα να γίνω ξανά ο Λουλουδοκαμπούρης, μακάρι!»

Καθώς τα δάκρυά του έπεφταν στο πρόσωπο της βασίλισσας, έγινε κάτι μαγικό που ποτέ ξανά δεν είχε ξαναγίνει... Η βασίλισσα άρχισε να ξυπνάει και πάλι!

Οι ακόλουθές της δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους κι εκείνη του μίλησε:

«Καλέ μου Λουλουδοκαμπούρη, εσύ με έσωσες!»

Ο Λουλουδοκαμπούρης σήκωσε το κεφάλι του παγωμένος και δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του!  Η ΒΑΣΊΛΙΣΣΑ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΖΩΝΤΑΝΗ.

«Μα...Μα πώς έγινε αυτό;»

"Τα δάκρυά σου ήταν δάκρυα πραγματικής αγάπης, γι' αυτό με έσωσες! " του απαντά η βασίλισσα.

Κι εκείνος την αγκαλιάζει και από τη χαρά του της φιλά τα χέρια.

Η βασίλισσα κοκκινίζει και οι ακόλουθές της γελούν και του λέει: «Αφού λοιπόν το θες πραγματικά....τότε θα γίνεις και πάλι ο Λουλουδοκαμπούρης» και μεμιάς ο μέχρι τώρα Μάριος ξαναγίνεται ο παλιός γνωστός Λουλουδοκαμπούρης με την καμπούρα του και ένα ακόμα πιο μεγάλο και όμορφο λουλούδι από αυτό που είχε πριν.

«Αυτό το λουλούδι θα σε βοηθά να γιατρεύεις όσους κατοίκους της Τελειούπολης είναι άρρωστοι κι έτσι κανείς πια στην Τελειούπολη δεν θα πεθαίνει.

Αφού έσωσες εμένα μπορείς να τους σώσεις όλους!» του είπε και τα μάτια του έλαμψαν από χαρά

«Αυτό θα κάνω βασίλισσά μου! Σε ευχαριστώ για όλα» της φιλά για τελευταία φορά το χέρι, κάνει μια βαθιά υπόκλιση και φεύγει προς την έξοδο. Καθώς φεύγει ακούει το μεγάλο γρανάζι να γυρίζει και πάλι, η βασίλισσα τον χαιρετά και βλέπει την Τελειούπολη όπως ήταν πριν. Ο πάγος είχε λιώσει πια, δεν υπήρχε!

Χαρούμενος εγκαταλείπει το πελώριο  ρολόι και βρίσκει το φίλο του το γλάρο ο οποίος αυτή τη φορά τον αναγνώρισε.

«Που είσαι βρε Λουλουδοκαμπούρη; Έχω πολύ καιρό να σε δω. Τα κατάφερες τελικά και δεν σε άλλαξε το ρολόι!» του λέει

«Κάνεις λάθος» λέει ο Λουλουδοκαμπούρης «με άλλαξε πολύ περισσότερο απ' όσο νομίζεις»

Και ανεβαίνει με ένα σάλτο στην πλάτη του για να πετάξουν μαζί πίσω στην Τελειούπολη.

Το συγκεκριμένο παραμύθι ανήκει στην συλλογή παραμυθιών του Βάιου Ντάφου "Ενα συρτάρι Παραμύθια". Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις  :Bookstars  και θα το βρείτε σε επιλεγμένα καταστήματα και στην σελίδα των εκδόσεων.  Παραγγείλετε το βιβλίο και δώστε παλμό και ζωή στην παιδική κρυμμένη καρδιά!

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Λουλουδοκαμπούρης : Ένα παραμύθι που αγγίζει την παιδική πλευρά μας

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ