Κάπου, κάποτε, σε μια κρύα γωνιά του Παρισιού, ήταν χωμένο ένα τριγωνικό σπίτι. Το οίκημα αυτό δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει ένα άλλο σπίτι. Εκτός του ότι του έλειπε η πολυτέλεια, δε του έλειπε η αγάπη, η ελπίδα, η συντροφικότητα. Οι ρωγμές το αγκάλιαζαν λες και ήθελαν να το γκρεμίσουν από την υπερβολική τους αγάπη. Το ξύλινο σανίδι είχε αρχίσει να χάνει την γυαλάδα του και δε σου έδινε πια την εντύπωση ότι είναι ένας ξύλινος καθρέπτης.
Τα δύο δωμάτια, στο μικρό σπίτ,ι με το ζόρι χωρούσαν και σου έδιναν την εντύπωση ότι ζορίζονταν. Αύριο θα ήταν Χριστούγεννα και το μοναδικό πράγμα που θύμιζε την ημέρα αυτή, δεν ήταν το τρέμουλο του ανθρώπινου σώματος στην προσπάθεια να διατηρήσει τη σωστή θερμοκρασία– γιατί τόσο κρύο είχε μόνο τον καιρό αυτό-, αλλά η μυρωδιά του σπιτικού ψωμιού και των κάστανων , που εάν αφουγκραστείς, για μια στιγμή μόνο ,θα θεωρήσεις ότι χτυπούν κάποιο τζάμι και κροταλίζουν στην προσπάθειά τους να ψηθούν.
Μέσα σε αυτή τη φωλιά ζούσε ο Ζωρζ με τη μητέρα του. Ο πατέρας δούλευε τόσο σκληρά για να μη λείψει τίποτα στην οικογένεια, ακόμα και παραμονή Χριστουγέννων. Έρχονταν στο σπίτι αργά το βράδυ ίσα-ίσα να ξεκουράσει το ξυλιασμένου του κορμί που τον άφηνε σιγά-σιγά με αποτέλεσμα να μην είναι πια ο εκείνος ο περήφανος άντρας που ήξερε τα πάντα για τα τρένα και επιδιόρθωνε μηχανικές βλάβες.
Ο Ζωρζ είχε πια συνηθίσει να μην κάνει Χριστούγεννα με τον πατέρα του. Και ας άκουγε τους άλλους φίλους του να σχεδιάζουν το γιορτινό τραπέζι, με όλες αυτές τις λιχουδιές και την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Γιατί ήξερε ότι την αυριανή ημέρα, είναι μια γιορτή, αλλά πολλοί είναι αυτοί, που δουλεύουν και είναι μακριά από τις οικογένειές τους, ακόμα και αυτές τις ημέρες. Απλά, είχε ονειρευτεί κάποια Χριστούγεννα που θα κατάφερνε να τον πείσει να μείνει στο σπίτι.
Δεν ήταν λίγες οι φορές άλλωστε, που είχε υποδυθεί τον άρρωστο, μόνο και μόνο για να τον καταφέρει να μείνει πίσω. Κι ας έβλεπε την αντίδραση της μάνας του που φαινόταν να είναι εξοικειωμένη. “Θα ήθελα μόνο μια φορά να κάναμε Χριστούγεννα και οι τρεις μας” έλεγε συνέχεια. Είχε συνηθίσει πια. Έπρεπε να είχε συνηθίσει.
Ο Ζωρζ ήταν ένα έξυπνο και όμορφο παιδί, με μεγάλες πλάτες και πλούσια μαλλιά. Σύμφωνα με τη μητέρα του άλλωστε, είχε πάρει από τον παππού του. Τα μαλλιά την περίοδο αυτή, φαίνονταν αδύναμα, καθώς τα ταλαιπωρούσε ο πλεχτός σκούφος που του είχε δωρίσει τη μητέρα του στα περσινά του γενέθλια. Ένας κανελί σκούφος, φτιαγμένος στο χέρι για όλες τις κρύες μέρες του χειμώνα. Ο ίδιος είχε αναρωτηθεί γιατί δε του είχε πλέξει ένα ζευγάρι κανελί γάντια , για να προστατεύει τα χέρια του, που συνήθιζαν να πλημμυρίζουν με σταγόνες αίματος στα κόκαλα του καρπού, λόγω του κρύου. Άλλωστε το ότι πουλούσε λαχεία, σήμαινε ταυτόχρονα ότι θα έπρεπε να φαίνονται και περιποιημένα τα χέρια. Πώς θα αγόραζαν οι κυρίες και οι κύριοι;
“Σήμερα θα πουλήσω αρκετά λαχεία” σκέφτηκε. Έτσι σηκώθηκε το πρωί και αφού ντύθηκε, έβαλε τον κανελί σκούφο του, που πίεζε τα μαλλιά του, πήρε ένα κομμάτι από το ψωμί που μόλις είχε βγει από τον τσίγκινο φούρνο, πήρε τις στήλες του με τους λαχνούς και βγήκε στο κέντρο του Παρισιού.
Το Παρίσι τις ημέρες αυτές έλαμπε από χρώματα, ο Σηκουάνας, που διασχίζει την πόλη, ένιωθες να συμμετέχει στο γιορτινό κλίμα. Τα μαγαζιά στολισμένα, με πολύχρωμα στολίδια και με πολλά λαμπάκια, να σχηματίζουν κάδρα σε όλα τα τζάμια, που γυάλιζαν από καθαριότητα τις ημέρες αυτές. Στα πιο πλούσια εστιατόρια και μαγαζιά συνήθως επικρατούσε μια απόχρωση. Συνήθως Χρυσαφί. Και ήταν τόσο μαγική η εναλλαγή στα φωτάκια, που νόμιζες ότι είχαν και αυτά ψυχή και περίμεναν να σβήσει το διπλανό, για να ανάψει το επόμενο! Στην άκρη της τζαμαρίας της κάθε βιτρίνας διέκρινες, παγωμένη υγρασία που μπορούσες να ζωγραφίσεις πάνω της. Ο Ζωρζ σκέφτηκε να ζωγραφίσει ένα τζάκι , με πολλά ξύλα. Τόσα πολλά ξύλα που νομίζεις ότι θα σκάσει. Και μια φλόγα δυνατή να στηρίζεται πάνω στο οινοπνευματί χρώμα κι από κάτω η ξύλινη βάση να χορεύει. Και είναι σα να ζωντανεύει και να προσπαθείς να αναγνωρίσεις το χορό της. Μια αφήνει τα χέρια κάτω, μια τα σηκώνει. Μια αφήνει τα χέρια κάτω μια τα σηκώνει...
Ο Ζωρζ προσπέρασε και την Παναγία των Παρισίων προκειμένου να φτάσει στον κεντρικό δρόμο, που έβγαινε κάθε μέρα. Στάθηκε για μια στιγμή έξω από την εκκλησία. Άκουσε σιγοψιθυριστούς ψαλμούς και ευχές, διάφορα τραγούδια και Χριστουγεννιάτικα κάλαντα, όσο ρουφούσε αέρα γεμάτο λιβάνι. Ήθελε να πάει μέσα, να ζεσταθεί, έστω για ένα λεπτό, αλλά μετά σκέφτηκε ότι θα έχανε πολύ χρόνο, διότι ο κόσμος θα πήγαινε νωρίς σπίτι σήμερα, να ετοιμάσει το τραπέζι. Παρ' όλο το κρύο, εισέπνευσε μερικές Χριστουγεννιάτικες νότες , που τον έκαναν να πάρει δύναμη και να συνεχίσει σκεπτόμενος τα δικά του Χριστούγεννα, όσο το κρύο, έσκιζε κύτταρο προς κύτταρο τα χέρια του. Από τα νύχια μέχρι και τον καρπό. Ένιωθε τις φλέβες του να χτυπούν όλες μαζί σε ένα ρυθμό στην προσπάθεια του οργανισμού να ζεστάνει το σώμα.
Ευτυχώς τα αυτιά του προστατεύονταν, όπως επίσης και ο λαιμός του χάρη σε ένα μαύρο χοντρό πουλόβερ, παχιάς προβιάς που φορούσε. Έψαξε λίγο την τσέπη του και βρήκε ό,τι είχε απομείνει από το ψωμί. Έβαλε ένα μικρό κομμάτι στο στόμα, όπως επίσης και όλα τα ψίχουλα, που με πολύ μεγάλη προσπάθεια είχε μαζέψει με το ένα δάχτυλο. Οι στήλες με τα λαχεία που κρατούσε πήγαιναν πάνω-κάτω. Θα έλεγε κανείς ότι εναρμονίζονταν με την διάθεση του λαχειοπώλη.
Καθώς απομακρύνονταν από την Παναγία των Παρισίων , κάποιες ξεχασμένες τελευταίες νότες και ψαλμωδίες έφταναν στα αυτιά του και έμπαιναν μέσα σα τα ενοχλητικά καλοκαιρινά κουνούπια:
Σήμερα που ο Χριστός γεννάται, ελάτε να γιορτάσουμε όλοι,
κάτω από μια φάτνη να βρεθούμε...
Διάφοροι περαστικοί, όλοι τους ντυμένοι χοντρά, αντάλλασσαν ευχές, δίχως όμως χειραψία, απλά με μια ματιά, μέσα στο κρύο, στο κέντρο του Παρισιού. Εκεί θα μπορούσε να βρει κανείς χιλιάδες σκουφιά, γούνες, γάντια, κασκόλ, όλα τόσο διαφορετικά , αλλά ταυτόχρονα και τόσο ίδια. Λαδί σκουφιά, μπλε γάντια, καφετί κασκόλ. Στα πρόσωπα όλων μπορούσες να διακρίνεις μια χαρά, μια ανάγκη για οικογενειακές συναντήσεις ,για στιγμές αγάπης και χαλάρωσης, για στιγμές φαγητού. Άλλοι πιασμένοι χέρι- χέρι, άλλοι αγκαζέ, άλλοι πλάι-πλάι σχημάτιζαν μια όμορφη θάλασσα ανθρώπων με φόντο τις γεμάτο φωτάκια, Χριστουγεννιάτικες ρόδες των Λούνα Παρκ.Ο Ζωρζ έτριψε τα χέρια του και προσπάθησε να τα ζεστάνει με το χνώτο του. Τα έτριβε, τα έτριβε,-σε σημείο που νόμιζε ότι θα βγάλουν σπίθες από τη δύναμη-, βρήκε τη γωνιά του, ξερόβηξε και καθάρισε τη φωνή του. Αμέσως ξεκίνησε να κράζει: Λαχεία, Ελάτε πάρτε Λαχεία! Πολλά λεφτά! Μπορεί να κερδίσετε!Ο Παριζιάνικος αέρας δυνάμωνε ενώ ο Ζωρζ προσπαθούσε να πουλήσει, έστω και μερικά τυχερά δελτία. Πλησίαζε συνήθως πλούσιες κυρίες, που κάτω από τα φαρδιά φορέματα διέκρινε τις καμπύλες, από το πολύ ρολό κιμά που πιθανόν να είχαν καταναλώσει και προσπαθούσε να τις πείσει για την τύχη τους.
Σε μερικές δούλευε το σχέδιό του. Άλλες πάλι, όταν τις πλησίαζε και τις κοίταζε στα μάτια, γύριζαν γρήγορα το βλέμμα τους και επιτάχυναν τον ρυθμό του βηματισμού τους. Μέχρι να ξαναμπεί και πάλι στο τσούρμο του κόσμου και να ενοχλήσει άλλες πλούσιες κυρίες.
Είχε περάσει η ώρα και ο κόσμος σιγά- σιγά πήγαινε προς τα σπίτια του. Άλλοι κρατούσαν σακούλες με γλυκά , ενώ άλλοι με κρέατα. Τα χνώτα του κόσμου σχημάτιζαν μικρές πηγές καπνού που χάνονταν στην Παριζιάνικη ατμόσφαιρα. Η κίνηση αραίωνε. Ακόμα κι έτσι το Παρίσι σου μιλούσε και σου υπενθύμιζε ότι δεν απέμεναν πολλές ώρες , μέχρι την Μεγάλη Γιορτή. Ο Ζωρζ είχε πουλήσει πέντε τυχερούς κλήρους και είχε μαζέψει κάποιες δεκάρες, που είχε βρει στο δρόμο. Για καλή του τύχη είχε βρει και μια σακούλα, από ψημένα κάστανα. Προφανώς θα είχε πέσει από κάποιον περαστικό, ο οποίος ετοιμάζονταν για το τραπέζι των Χριστουγέννων. Τόση ετοιμασία αυτό το τραπέζι! Ψώνια μιας ολόκληρης εβδομάδας και φαγοπότι μιας ώρας.
Βολεύτηκε γρήγορα σε ένα παγκάκι, έτριψε αυτή τη φορά και τους μηρούς του και μετρούσε τις δεκάρες. Τουλάχιστον με αυτά τα χρήματα, θα μπορούσε να πάρει ένα μικρό κοτόπουλο, για να το ψήσει η μητέρα του και να το μοιραστούν μαζί. Και χωρίς γέμιση θα ήταν μια χαρά. Ξεφλούδισε μερικά κάστανα και τα καταβρόχθισε, ενώ τα ένιωθε να κατεβαίνουν αργά, γρατσουνώντας, αλλά και ζεσταίνοντας τον σωλήνα μέσα του. Τα χέρια του είχαν κοκκινίσει, όμως θα παρέμενε εκεί για μερικές ώρες ακόμα. “Εμπρός καλά μου χεράκια και ποδαράκια. Μην διαμαρτύρεστε, έχουμε λίγη ακόμα ώρα μπροστά μας. Βοηθήστε με και εγώ θα σας περιποιηθεί σε καυτό νερό, με πράσινο σαπούνι Μασσαλίας και λάδι πρώτης ποιότητας!”
Χάθηκε για λίγο στις σκέψεις του. “ Χριστούγεννα. Όμορφη γιορτή, αλλά... Μα πώς είναι δυνατόν να γιορτάζουμε κάτι τόσο χαρούμενο, σε μια περίοδο που η φύση είναι νεκρή και πενθεί; Τα δέντρα είναι γυμνά, κρύο παντού, άνθρωποι που κυκλοφορούν και κοιμούνται στους δρόμους, ξεκουράζονται για πάντα και ζεσταίνονται για μια ζωή. Το νερό παγώνει, είναι σα να πεθαίνει και αυτό. Τελικά ωραία τα Χριστούγεννα, αλλά υπάρχουν και άνθρωποι, όπως εγώ, που μόνο χαρά δε φέρνουν. Ωραίες οικογενειακές στιγμές... Να είναι καλά τα παραμύθια που μας κρατούν συντροφιά και συμπληρώνουν τα ιδανικά Χριστουγεννιάτικα όνειρά μας...”
Τις σκέψεις του διέκοψε ένας τύπος, που εμφανίστηκε σαν από τον ουρανό δίπλα του. Ο Ζωρζ παρατήρησε το φθαρμένο παλτό του, και τα καλομεταχειρισμένα παπούτσια του. Φορούσε ακόμη ένα γκρι καπέλο που κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος του κεφαλιού του. “Θα μου δώσεις κι εμένα ένα λαχείο;” τον ρώτησε. “ Να σου δώσω ευχαρίστως κύριέ μου. Δώσε μου μια δεκάρα κι είμαστε εντάξει” απάντησε ο Ζωρζ. “ Δεν έχω μια δεκάρα καλέ μου άνθρωπε. Ζήτα μου κάτι άλλο.” είπε πάλι ο ξένος. “ Λυπάμαι κύριε, αλλά δε θέλω κάτι άλλο. Θέλω να μαζέψω χρήματα. Αύριο έχουμε Χριστούγεννα. Η μάνα μου είναι σπίτι και περιμένει να της πάω το κρέας. Αν μπορούσα θα στο έδινα έτσι. Χωρίς κάποιο αντάλλαγμα. Γιατί φαίνεσαι ταλαιπωρημένος. Και μου θυμίζεις και πολύ εμένα. Αλλά βλέπεις, χρειάζομαι μόνο μία δεκάρα.” συμπλήρωσε ο Ζωρζ.
“Μα αν μου δώσεις το λαχείο, μπορεί να κερδίσω και να σου δώσω όσες δεκάρες θέλεις. Επειδή όμως ,βλέπω ότι είσαι τίμιο και καλό παιδί, θα σου δώσω το μοναδικό πράγμα που έχω πάνω μου.” είπε ο ξένος και με μια κίνηση έβγαλε από την τσέπη του ένα ζευγάρι γυαλιά μυωπίας. Ο Ζωρζ τα παρατήρησε και διέκρινε πολλές γρατσουνιές πάνω τους, ενώ ο ψευτο-μπρούντζινος σκελετός του, είχε αρχίσει να ξεβάφει. Κράτησε τα στρογγυλά γυαλιά, και ως αντάλλαγμα του έδωσε μια ολόκληρη στήλη με λαχεία και μερικά κάστανα που είχαν περισσέψει στην σακούλα. “ Σε ευχαριστώ καλέ μου άνθρωπε που μου δίνεις να φάω κάτι. Είναι αλήθεια ότι πεινούσαν πολύ. Μα πως θα στα ξεπληρώσω όλα αυτά;” ρώτησε ο ξένος. “Μου φτάνουν μόνο τα γυαλιά. Η μητέρα μου τον τελευταίο καιρό δε βλέπει πολύ καλά, οπότε νομίζω ότι θα της είναι χρήσιμα. Μα είναι γιορτές. Μόνος σου θα τις περάσεις;” αναρωτήθηκε ο Ζωρζ. “ Ω, ναι. Για ακόμη μια χρονιά μόνος. Αλλά βλέπεις δε με πειράζει καθόλου. Έχω συνηθίσει. Γιατί τα Χριστούγεννα μικρό μου παιδί, φέρνουν χαρά, μόνο στους πλούσιους. Ειδικά όταν το παγκάκι, που κοιμάσαι είναι ακριβώς μπροστά από ένα τέτοιο σπίτι ή μια πατισερί. Είναι δύσκολο στην αρχή να βλέπεις χιλιάδες σκιές μαζεμένες στα σπίτια, να τρώνε, μέχρι του σκασμού , ενώ εσύ κάθεσαι και να έχεις παρέα μόνο τον κύριο Χιόνι, τον κύριο Κρύο και την κυρία Αστέρια. Μόναξια. Έχει πολύ μοναξιά ότι δεν έχεις λεφτά. Και να εύχεσαι, φυσικά. να έχει πιο λίγο κρύο, φέτος το χειμώνα, ώστε να τα καταφέρεις μέχρι και την Άνοιξη.” μονολόγησε ο Κύριος. “ Να έχεις όμορφα Χριστούγεννα ακόμη κι έτσι. Καλή επιτυχία Ξένε και να φυλάγεσαι από το κρύο.” αποκρίθηκε ο Ζωρζ.
“Σου εύχομαι Καλά και ονειρικά Χριστούγεννα, όπως τα είχες φανταστεί” είπε ο Ξένος ενώ σηκώθηκε και άρχισε να απομακρύνεται. Ο Ζωρζ ένιωθε τύψεις, που δε του είχε δώσει, χωρίς κάποιο αντάλλαγμα αυτό που του είχε ζητήσει, αλλά με αυτό τον τρόπο ήταν και οι δυο καλυμμένοι. Κράτησε στο χέρι τα γυαλιά και παρατηρούσε τον ξένο που απομακρύνονταν μέσα στο σούρουπο μέχρι, που τον κατάπιε το σκοτάδι.
Η ώρα είχε περάσει, είχε μαζέψει κάποια χρήματα. Έτσι με όλη του την ενέργεια και δύναμη, που του είχε απομείνει, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του, αφού διέσχισε πάλι, το κέντρο του Παρισιού, την Παναγία των Παρισίων, με επόμενη στάση την αγορά κοντά στη γειτονιά του.
“Μέρες που είναι γίνονται θαύματα και βλέπεις την ουσία των Γιορτών”, άκουγε καθώς περνούσε έξω από την Παναγία. Ο Ζωρζ έπιασε στα χέρια τα γυαλιά του Ξένου. Σκέφτηκε πως θα έπρεπε ήδη να τα είχε δοκιμάσει, διότι μπορεί να τον είχε ξεγελάσει ο άγνωστος και να είναι ψεύτικα. Αφού σταμάτησε σε μια γωνιά τα φόρεσε για να σιγουρευτεί ότι δεν τον είχε ξεγελάσει ο Ξένος.
“Μα πότε πρόλαβα και έφτασα στο σπίτι τόσο γρήγορα;” αναρωτήθηκε. Ο Ζωρζ δίχως να το καταλάβει βρισκόταν μπροστά από το σπίτι του, τριγωνικό και φθαρμένο, όπως πάντα. Κοίταξε το ρολόι του και ήταν περασμένες οκτώ. “Ωχ, ελπίζω να προλάβω την αγορά...” δεν ολοκλήρωσε την φράση του, διότι τον διέκοψε μια αναπάντεχη εικόνα. Από το παράθυρο διέκρινε δύο φιγούρες με έντονη μύτη: τους γονείς του, να κάθονται στο τραπέζι, με πολλά φαγητά, γαλοπούλες, χοιρινά, τάρτες φρούτων, πουτίγκες, σαλάτες , πολύ ψωμί και ένα ρουμπινένιο μπουκάλι από κρασί. Κι ήταν σα να πραγματοποιήθηκε η εικόνα που του είχε περιγράψει ο Ξένος. Μπήκε γρήγορα μέσα, όσο οι γονείς του τον καλωσόρισαν. Ο πατέρας του , του είπε ότι του είχαν δώσει άδεια από του δουλειά για τις ημέρες των Χριστουγέννων, ενώ η μητέρα του τον δικαιολόγησε και τον ησύχασε που δεν πρόλαβε να πάει στην αγορά. Ο Ζωρζ κοιτούσε και δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ η στιγμή αυτή. Η μητέρα του παραπονέθηκε ότι πρέπει να ξεκινήσουν το φαγητό για να μην κρυώσουν, όσο ο πατέρας του γέμιζε τρία ποτήρια, από το ρουμπινένιο κρασί και ήταν σα να έβλεπες ένα ολοκάθαρο ρουμπίνι, να λιώνει και να γεμίζει το κρασοπότηρο.
Ο Ζωρζ ξεκίνησε πρώτα με ένα κομμάτι γεμιστής γαλοπούλας και συνέχισε με ένα μπούτι από κοτόπουλο. Έτρωγε τόσο λαίμαργα, που πολλές φορές κόντευε να πνιγεί. Δοκίμασε από όλα τα πιάτα, ενώ ένιωθε τα χέρια του ανακουφισμένα από τη ζέστη που ξεπηδούσε από το τζάκι. Και είναι η αλήθεια ότι σήμερα έβγαζε μπόλικη. Ένιωθε τη φλόγα να τσουρουφλίζει σιγά-σιγά το πρόσωπό του και να φτάνει μέχρι και τα κάτω άκρα. Οι ήχοι του καμένου ξύλου αντηχούσαν στο δωμάτιο, σαν μικρά πυροτεχνήματα ή σαν μικρά σακουλάκια παγίδες, που έσκαγαν για να τρομάζουν τα άτακτα παιδιά οι γιαγιάδες .Ίσα- ίσα που ενοχλούσαν τα γέλια και τις συζητήσεις της οικογένειας. Η μυρωδιά από την άλλη, διαπερνούσε όλο το διάφραγμα και διέσχιζε σαν τρελή όλο το σώμα, που τελικά κατέληγε στα πνευμόνια. Είχε αρχίσει να νιώθει το στομάχι του να πρήζεται από το πολύ φαγητό. Μετά από λίγες χουχουλιάρικες στιγμές, θυμήθηκε τα γυαλιά που είχε πάρει από τον Ξένο στο κέντρο. Με μία κίνηση έβγαλε τα γυαλιά από το πρόσωπό του. Μια γκριμάτσα παγωμάρας τον διαπέρασε και ένα ρεύμα τσουχτερού Παριζιάνικου αέρα.
Ο Ζωρζ βρέθηκε δύο τετράγωνα μακριά από το σπίτι του. Ακριβώς εκεί που ήταν, όταν πρωτοφόρεσε τα γυαλιά. Μέρες που είναι γίνονται θαύματα και βλέπεις την ουσία των Γιορτών, σκέφτηκε και ζούλιξε στα χέρια του το ζευγάρι, με τον μπλε σκελετό και τα βρώμικα τζάμια. Δεν ήθελε να τα ξαναβάλει. Όσο κι αν το ήθελε, όσο κι αν τον πονούσε χειρότερα από τον Παριζιάνικο κοφτερό αέρα. Αυτό που ήθελε είχε καταφέρει και το είχε ζήσει. Έστω και λίγο. Τώρα είχε μάθει την ουσία. “Καλύτερα όμως ,να συμβιβάζεσαι με την πραγματικότητα” σκέφτηκε “ και του χρόνου να περιμένεις πιο πολλά. Αυτά που δεν έγιναν ποτέ, κουβέντες που δεν ειπώθηκαν, καταστάσεις που έμειναν στη μέση, μπερδέματα που δε τα έλυσε καμία χτένα.”
“Μια νεκρή εποχή ο χειμώνας, που ένα τόσο χαρούμενο γεγονός σε ζωντανεύει και σε κάνει να περιμένεις και άλλα. Να περιμένεις ακόμα πιο όμορφα Χριστούγεννα. Η ουσία των Χριστουγέννων: κάθε χρόνο να γίνονται όλο και πιο όμορφα. Με την γιορτή αυτή γεννιέται ξανά η φύση, προκειμένου να ανθίσει πάλι και να οργιάσει και πάλι να πεθάνει. Ελπίδα. Φοίνικας. Στάχτη. Αναγέννηση. Τόσα πολλά κοινά.”
Ο Ζωρζ κοίταξε το ρολόι. Σε λίγο θα έκλειναν τα μαγαζιά. Ίσα-ίσα που θα προλάβαινε να αγοράσει μια κότα. Κοίταξε στα δεξιά του ένα κλασσικό, κακόγουστο, στενό Παριζιάνικο καφέ. Πολύς κόσμος μέσα. Στην άκρη όμως είδε μια γνώριμη φιγούρα. Ήταν ο Ξένος που του είχε δώσει τα γυαλιά. Καθόταν και έπινε μόνος τον καφέ του. Τον κοίταξε. Και ήταν σα να του είπε με τα μάτια, ότι τα γυαλιά δεν κρύβουν κάποιο μυστικό- είναι απλά δυο τζάμια-. Τα μαγικά γυαλιά γεννιούνται από την ανάγκη της καρδιάς για ζεστασιά. Μόνο που κάποιες φορές, χρειαζόμαστε λίγη καθοδήγηση για να βρούμε αυτό που επιθυμούμε. Μερικές στιγμές μετά, κοίταξε το διπλανό τραπέζι: δύο φίλοι ρουφούσαν από ένα κανελάτο καπουτσίνο. Οι καφέδες την εποχή αυτή είναι για να πίνονται δυο-δυο, ψιθύρισε. Μια νιφάδα χιονιού έκανε την εμφάνισή της, ντυμένη με το πιο λευκό της φόρεμα και προσγειώθηκε σαν πεταλούδα πάνω στον ώμο του. Περπάτησε με προορισμό το μπακάλικο. Άλλωστε είχε και μια μάνα που τον περίμενε σπίτι. Και ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Κάπου στο Παρίσι.
Υ.Γ. Και είμαι σίγουρος πως αν πάρετε ένα ζευγάρι γυαλιά και σας φανούν ταλαιπωρημένα, μη τα πετάξετε. Φορέστε τα και κοιτάξτε τριγύρω σας. Όλο και κάτι όμορφο θα δείτε που δε το βλέπατε.
Γιάννης Μπλέτας


