ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τούτη η τέχνη τοίχο θέλει

0

Επιμέλεια: Κατερίνα Βοτζάκη

Γης τοίχος, εχώριζενε το σπίτι του πατέρα μου, από τση Λάμπραινας με του Λάμπρου.

Πρόσφυγκας ο Λάμπρος και είχενε παντρευτεί μια χωριανή μου κι' χανε δυό καμεράκια τσ' εποχής εκείνης, πετροπελεκυμένα γιατ' έκανε το τεχνίτη και τα ντούρντισενε ο ίδιος ο Λάμπρος, με δοκάρια και καλαμωτή κι' από πάνω στο δώμα, είχενε λεπίδα και κάθα χρόνο, εκουβάλιενε λεπιδόχωμα, από τη μπέρα μπάντα και το

κοπανίζανε για να μη βάνει νερό το χειμώνα.

Απόξω 'δα σ' ένα γωνιάκι ήτονε κολλητά ένα κουζινάκι. Ο θεός να τη κάμει κάμερα απού δεν ήτονε δυό επί ένα μέτρο, με πέτρα κι' αυτό και δώμα όπως και τ' άλλα και 'πρεπε να μπεις καβρουλιστά για να μη βαρείς στο ανώφυλλιο απού τανε στο 'να μέτρο, δοκάρι.

Μα και μέσα να 'μπαινες, δεν έστενες μπόι γιατί 'τονε χαμηλό και έβριχνενε στα δοκάρια η κεφαλή σου.

Εκειά μέσα είχανε μια παρασιά και μαγεροτσικαλίζανε κ' ένα τρυπάλι να πορίζει ο καπνός.

Κοπέλια, σκουδιά δεν είχανε, γερόντοι αθρώποι, αποκαμωμένοι, δεν ηθέλανε και πολλά. Μια μπουκιά φαητό και 'να κρασί, εκείνο να τ' αγαπούσανε περίσσια και οι δυό, το ευλοημένο. Μα καλά επερνούσανε, εληδάκια είχανε και βγάνανε το λαδάκι ντονε, κι  ο Λάμπρος εμαστόρευενε ένα κι' άλλο, κι' έιχανε λεφτουδάκια και κάθε βράδυ είχανε τη πλάκα ντονε, να τσι γροικά κιανείς. Σιομέθυστοι κι' οι δυό να λένε: - Συγεία Λάμπρο.... - Συγεία Κατερίνα...-Συγεία Λάμπρο, με καλός τη πατρίδα... -Για δες μούτρα για πατρίδα, τση 'λεγενε, σκεβρομαγουλιασμένη, σταρβομπόυκα... Κι' είχενε κ' ένα τυρί στη ράχη η συχωρεμένη...Μα και ο Λάμπρος δεν ήτονε πρώτο μπόι. Θα ν' ήτονε ενάμησι μέτρο ανέ σήκωνε ίσια πάνω τα χέργια ντου, ο συχωρεμένος. Είπαμενε πως δεν είχανε κοπέλια και γιαυτό μπορεί να πίνανε και σβήνανε το καημό ντονε στο κρασί και κάθε βράδυ λέγανε ένα τραγουδάκι σα να νανουρίζανε ένα βυζανιάρικο:

-Που 'σουνα βρε που 'σουνα και δεν ηφενούσουνα;

Μες στση λάμπας το γυαλί, φύλαγες το κονιαλί;

Ετούτονα το τραγουδάκι, το 'χενε ακούσει ο Λάμπρος στη Μικρά Ασία και κονιαλί ήθελε να πει μωρό.

Μα θα μου πείτε πως ενταγιαντούσανε τόσες σας ώρες σε κείνηνα τη τρύπα. Αθρώποι δε κατένε.

Και μιαν ημέρα μου φώνιαξενε να μπω μέσα η Λάμπραινα, σα γειτόνοι που 'μαστονε να με καληχερίσει.

Και μπαίνω στο κουζινάκι και τρέχανε τα μάθια μου από τσι καπνές και θα μου 'χενε δώσει πράμα καραμέλες και σπω όξω γιατί δεν ενταγιάντουνα το καπνηκάρι. Ήτονε που ήτονε πολλά μελαχροινή μα με τσι καπνές ήτονε σα ντο τσεμπέρι που τύλιγε τη κεφαλή τζη.

Μα ο Λάμπρος επρωτοπόθανε κ' έμεινε μοναχή τση η Λάμπραινα και τηνε θώργιες κι' όλο εμέθιενε και βάστανε σαφής το τοίχο.

-Θειδάκι, τση λέγαμε, γιάντα βαστάς το τοίχο;

-Τούτη η τέχνη, τοίχο θέλει, απάντανε.

Και μιαν ημέρα, πάει στην Αθήνα που 'χενε ανήψια να τα δει. Περνά μιαν εβδομάδα, περνούνε δυό, ένας μήνας, φανιά τζη.

Κι' ήρθενε το μαντάτο... Εσκοτώθηκενε η Λάμπραινα...Ακούμπησεν σ' ένα λεοφωρείο και χάντανε πως ήτονε τοίχος, μιαν νύχτα που δεν εκαλόφεγγενε απο τη μεθιά κι' από τα γέρα.

Έμεινε όμως... Τούτη η τέχνη, τοίχο θέλει...

Αληθινή ιστορία, από τον Σήφη Σκουντριδάκη.

Όποιος έχει να μας πει μια δική του ιστορία, ας επικοινωνήσει μαζί μου.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τούτη η τέχνη τοίχο θέλει

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ