ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΕΛΛΑΔΑ

Το «εύφλεκτο» 2026 για την κυβέρνηση - Οι μεγάλες προκλήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη

0

 Στο δρόμο της βρίσκονται παλαιοί αλλά και νέοι πολιτικοί αντίπαλοι, (βλ. Αλέξη Τσίπρα, Αντώνη Σαμαρά και πιθανώς Μαρία Καρυστιανού), οι οποίοι επιθυμούν το οριστικό τέλος της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Το «αδιέξοδο» στο αγροτικό είναι ένα πιεστικό ακόμα ζήτημα, προκειμένου να λήξουν τα μπλόκα στις εθνικές οδούς, στη σκιά μάλιστα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και της πολιτικής φθοράς που επιφέρει. Ένα από τα σημαντικότερα θέματα είναι ακόμη η διαχείριση της οικονομίας στην μετά το Ταμείο Ανάκαμψης εποχή, αλλά και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε έναν πλανήτη που κινείται στον αστερισμό του Ντόναλντ Τραμπ.

«Πόλεμος φθοράς» το αγροτικό

Η πιο άμεση και εκρηκτική πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση στην αυγή του νέου χρόνου είναι η σύγκρουση με τον αγροτικό κόσμο, η οποία ήδη από τα τέλη του 2025 έχει πάρει χαρακτηριστικά «πολέμου φθοράς» με μπλόκα, ακόμη και μάχες σώμα με σώμα σε εθνικές οδούς και λιμάνια. Οι αγρότες και οι αλιείς καταγγέλλουν ακραία αύξηση του κόστους παραγωγής (ενέργεια, λιπάσματα, ζωοτροφές), πιεσμένες τιμές παραγωγού, αδυναμία επενδύσεων και αίσθηση εγκατάλειψης από την πολιτεία.

Η Κυβέρνηση εναλλάσσει εδώ και εβδομάδες στρατηγικές «on the go», κινείται από το κάλεσμα σε διάλογο έως το «δεν έχουμε άλλο να δώσουμε, άλλο διάλογος, άλλο παράλογο», καθώς μέχρις στιγμής όλες οι προσπάθειες για εκτόνωση της κρίσης αποτυγχάνουν.

Οι αγρότες απέρριψαν το ραντεβού με τον Πρωθυπουργό, κάτι πρωτοφανές στα χρονικά, όσοι συναντήθηκαν με την αντιπροεδρία είναι «κόκκινο πανί »για τους υπόλοιπους και παρά το γεγονός πως η Κυβέρνηση επιμένει στο διάλογο και δηλώνει διατεθειμένη να συζητήσει κάποιες από τις απαιτήσεις του αγροτικού κόσμου, η άρνηση παραμένει. Ας προστεθεί πως για πρώτη φορά δεν υπάρχει στο παρασκήνιο κυβερνητικό στέλεχος το οποίο να εμπιστεύονται οι αγρότες ώστε να λειτουργήσει ως δίαυλος, ενώ ακόμη και οι «γαλάζιοι» συνδικαλιστές δεν αποχώρησαν από τα μπλόκα ώστε να προκληθεί τεχνητό «ρήγμα» στο κίνημα.

Η Κυβέρνηση όλα δείχνουν, πως θα παίξει το «παιχνίδι της υπομονής» και μέχρι να δει ανταπόκριση δηλώνει έτοιμη να δει βελτιώσεις σε:

  •     κόστος παραγωγής, μέσα από ρυθμίσεις που μειώνουν άμεσα τις επιβαρύνσεις και ενισχύουν τη ρευστότητα των παραγωγών
  •     στην ενέργεια, με τη διασφάλιση σταθερής και πιο χαμηλής τιμής για το αγροτικό ρεύμα (πληροφορίες του CNN κάνουν λόγο για 7,5 λεπτά την κιλοβατώρα, αναμένονται όμως ανακοινώσεις της ΔΕΗ)
  •     στα καύσιμα, και ειδικότερα στο ζήτημα του αγροτικού πετρελαίου στην αντλία (ρύθμιση επεξεργάζεται η ΑΑΔΕ μέσω application, αναμένεται πως θα γίνεται μέσω qr code στα πρατήρια)
  •     στον ΕΛΓΑ, με άμεσες αλλαγές στον κανονισμό, ώστε οι αποζημιώσεις να καλύπτουν το 100% της ασφαλιζόμενης ζημίας
  •     στην ενίσχυση των κλάδων που πιέζονται περισσότερο, όπως η κτηνοτροφία και συγκεκριμένες καλλιέργειες.
  •     ενώ θα δοθούν με την αλλαγή του έτους πάνω από 150 εκ. ευρώ από όσα περίσσεψαν, μετά από τους διασταυρωτικός ελέγχους στις πληρωμές.

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και η εμπιστοσύνη που κλονίζεται

Την ίδια ώρα όμως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με καταγγελίες για παράνομες επιδοτήσεις που αγγίζουν τα 290 εκατ. ευρώ και οι τραγελαφικές εικόνες στην εξεταστική, που σπάει ρεκόρ τηλεθέασης, έχουν διαβρώσει σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη των νόμιμων αγροτών και κάποιων πολιτών στην Κυβέρνηση και στον μηχανισμό διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Η κυβερνητική επιλογή για ριζική αναδιοργάνωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με μεταφορά του στην ΑΑΔΕ, εκλαμβάνεται από μέρος της αντιπολίτευσης και αγροτών είτε ως απόπειρα «ξεπλύματος» του παρελθόντος, είτε ως τεχνοκρατική λύση χωρίς πολιτική αυτοκριτική.

Πρόκληση για την κυβέρνηση αποτελεί:

  •     Να καταφέρει να αποκλιμακώσει τις κινητοποιήσεις χωρίς να εμφανιστεί ότι λειτουργεί με καθαρά κατασταλτική λογική. Σε αυτό το μέτωπο αξιοποιείται σταδιακά η ρητορική περί «ασφυξίας» στον εμπορικό κόσμο και στους χειμερινούς προορισμούς.
  •     Να διασφαλίσει ότι οι κοινοτικές επιδοτήσεις δεν θα τεθούν σε κίνδυνο από την κακή διαχείριση και τις αδιαφανείς πρακτικές.
  •     Να αποφύγει λάθη όπως οι κρατήσεις στον ΕΛΓΑ πριν από την καταβολή των επιδοτήσεων, κάτι που τορπίλισε τον διάλογο.
  •     Να πείσει ότι υπάρχει κυριολεκτικά μία «νέα αρχή» στη σχέση κράτους – αγροτών, με αξιόπιστο σύστημα ελέγχων, με δίκαιη και έγκαιρη κατανομή πόρων.
  •     Αν αποτύχει, η εικόνα της κυβέρνησης ως «νοικοκύρη» που έφερε την επενδυτική βαθμίδα και την ανάπτυξη κινδυνεύει να συντριβεί από την αίσθηση βαθιάς αδικίας και μαρασμού στην περιφέρεια και στον πρωτογενή τομέα.

Το δυσθεώρητο κόστος της στέγης και η ακρίβεια

Το στεγαστικό αναδεικνύεται στην ίσως πιο φορτισμένη κοινωνική πρόκληση καθώς αγγίζει οριζόντια όλες τις κοινωνικές τάξεις, σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα. Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει ότι οι τιμές ενοικίων και κατοικιών – λόγω Airbnb, επενδυτικών αγορών, τουριστικής πίεσης και περιορισμένης νέας δόμησης – έχουν εκτοξεύσει το ποσοστό του εισοδήματος που χρειάζεται ένα νοικοκυριό για στέγη. Ο Κ. Μητσοτάκης, στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό, παρουσίασε ένα πακέτο έξι μέτρων ύψους περίπου 400 εκατ. ευρώ, που περιλαμβάνει:

  •     Επιδότηση έως και 90% για ανακαίνιση παλαιών κατοικιών με στόχο την αύξηση της προσφοράς ενοικιαζόμενων σπιτιών.
  •     Διπλή επιστροφή ενοικίου για εκπαιδευτικούς και γιατρούς σε περιοχές με στεγαστική πίεση.
  •     Περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση, με νέους κανόνες για περιοχές «κορεσμού».

Εδώ και χρόνια η Κυβέρνηση μιλά για την κοινωνική αντιπαροχή και μένει να την υλοποιήσει το 2026. Πρόκειται για έναν νέο τρόπο συνεργασίας του κράτους με ιδιώτες, και αναμένεται να βοηθήσει στην επίλυση του στεγαστικού ζητήματος, με την κατασκευή περισσότερων οικιστικών ακινήτων, χωρίς να επιβαρύνεται το Δημόσιο.

Ο νέος νόμος προβλέπει πως ο ιδιώτης θα χτίζει ή θα ανακαινίζει αναξιοποίητα δημόσια κτίρια και οικόπεδα που μέχρι σήμερα έμεναν ανεκμετάλλευτα, με δικά του χρήματα. Από τα νέα διαμερίσματα που θα προκύψουν, τουλάχιστον το 30% μένει στο Δημόσιο και θα παραχωρούνται με χαμηλό ενοίκιο σε νέους, οικογένειες και ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ τα υπόλοιπα διαμερίσματα διατίθενται και εκείνα στην αγορά προς πώληση, ενισχύοντας το οικιστικό απόθεμα. Παράλληλα, σε συνεργασία με το Υπουργείο Άμυνας θα αξιοποιηθούν ανενεργά στρατόπεδα για να δημιουργηθούν καινούργιες κατοικίες.

Παράλληλα, το ζήτημα της ακρίβειας στα τρόφιμα και στην ενέργεια παραμένει, ακόμη και αν ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί. Η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία καταγράφει ότι πάνω από τα δύο τρίτα των Ελλήνων αισθάνονται φτωχότεροι σε σχέση με το παρελθόν, ποσοστό πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κάτι που λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής φθοράς ανεξάρτητα από τα μακροοικονομικά νούμερα.

Το τέλος του ταμείου ανάκαμψης και ο «μετά-RRF κόσμος»

Ο προϋπολογισμός του 2026 προβάλλεται από την κυβέρνηση ως «προϋπολογισμός ωριμότητας», με προβλεπόμενη ανάπτυξη περί το 2,4%, πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 2,8% του ΑΕΠ και συνέχιση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους προς το 137–138% του ΑΕΠ.

Σημαντικό μέρος των επενδύσεων στηρίζεται ακόμη στα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, με την Ελλάδα να εμφανίζει υψηλό ποσοστό συμβασιοποίησης και απορρόφησης σε σχέση με άλλες χώρες, αλλά με σημαντική εξάρτηση από αυτά τα κεφάλαια.

Εως σήμερα έχουν ενταχθεί και θα χρηματοδοτηθούν 542 έργα συνολικού προϋπολογισμού 17,69 δισ. ευρώ. Από αυτά τα δάνεια του Ταμείου είναι περίπου 7,8 δισ. ευρώ, άλλα 5,8 δισ. ευρώ είναι δάνεια των τραπεζών και περί τα 4,1 δισ. ευρώ είναι τα ίδια κεφάλαια από την πλευρά των επιχειρήσεων. Ο κλάδος της ενέργειας απορροφά το 39,1% των συμβασιοποιηθέντων έργων με έργα συνολικού προϋπολογισμού 6,9 δισ. ευρώ. Ο κλάδος του τουρισμού συμμετέχει με ποσοστό 22,1%, h βιομηχανία/μεταποίηση συμμετέχει με 18,4%, oι τηλεπικοινωνίες με 8,5%.

    Είναι χαρακτηριστικό όμως, όπως επισημαίνουν αναλυτές, ότι οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού – Διαρθρωτικού Σχεδίου που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Οκτώβριο, επιβεβαιώνουν την ανησυχία για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας καθώς σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης την πενταετία 2029-34 θα κυμανθεί από 0,2-0,4%, επιδόσεις στασιμότητας και απόκλισης από τον ευρωπαϊκό κανόνα.

Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης από το 2027 και μετά αποτελεί πηγή ανησυχίας, καθώς αναμένεται να επηρεάσει και την αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους.

Όπως υπογραμμίζει στην αρθρογραφία του ο Μάνος Ματσαγγάνης, καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Μιλάνο, «πρόσφατη ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολογίζει το συνολικό όφελος για την ελληνική οικονομία σε μόλις 29,6 δισ. ευρώ (σε βάθος δεκαετίας), έναντι 36,6 δισ. ευρώ κατανομής στη χώρα από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Αντί δηλαδή της προσδοκώμενης πολλαπλασιαστικής και μόνιμης επίδρασης, το όφελος είναι μικρότερο από τους πόρους που εισρέουν: με τεχνικούς όρους, ο πολλαπλασιαστής εκτιμάται για την Ελλάδα σε 0,81 (έναντι 1,05 στο σύνολο της Ε.Ε.)».

Η UBS και άλλοι διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι το ελληνικό «οικονομικό θαύμα» – όπως περιγράφεται από την κυβέρνηση – δείχνει σημάδια «κόπωσης» μετά το 2026, όταν τα ευρωπαϊκά κονδύλια θα αρχίσουν να μειώνονται και οι αγορές θα εστιάζουν περισσότερο στα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας.

Η πρόκληση για την κυβέρνηση το 2026 είναι να δείξει ότι:

  •     Η ανάπτυξη δεν είναι συγκυριακή και επιδοματική, αλλά αποτέλεσμα κρίσιμων μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν παραγωγικότητα, εξαγωγές και ιδιωτικές επενδύσεις.
  •     Η πορεία του χρέους παραμένει πτωτική ακόμη και σε σενάρια αύξησης επιτοκίων ή χαμηλότερης ανάπτυξης.
  •     Το φορολογικό μείγμα, με μεγάλη εξάρτηση από έμμεσους φόρους (ΦΠΑ, ΕΦΚ), δεν συντηρεί την αίσθηση κοινωνικής αδικίας.

Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση έχει επενδύσει σοβαρά και σχετικά αποτελεσματικά στο αφήγημα της «σοβαρής, φιλο-επενδυτικής Ελλάδας» προς διεθνείς αγορές και επενδυτές, με περιοδείες του πρωθυπουργού σε Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για προσέλκυση κεφαλαίων.

Μένει να αποδείξει πως αξιοποίησε το Ταμείο Ανάκαμψης για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και πως δεν «σπατάλησε» ευρωπαϊκά προγράμματα και μία ιστορική ευκαιρία.

Η «βόμβα» του δημογραφικού

Η πρόκληση του δημογραφικού στην Ελλάδα είναι μία από τις πιο δομικές και μακροπρόθεσμες απειλές για την οικονομική και κοινωνική βιωσιμότητα της χώρας, ιδιαίτερα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2026.

    Με γηράσκοντα πληθυσμό, χαμηλή γεννητικότητα και μαζική μετανάστευση νέων τα προηγούμενα χρόνια, η Ελλάδα αντιμετωπίζει πίεση στα ασφαλιστικά ταμεία, στην αγορά εργασίας, απαιτώντας άμεσες και συνεκτικές πολιτικές. Πολιτικές που έχουν αργό χρόνο ωρίμανσης.

Σύμφωνα με την UBS η μείωση του εργατικού δυναμικού (15–64 ετών) προβλέπεται γύρω στο -6% έως το 2030, ενώ το ποσοστό γονιμότητας παραμένει κάτω από 1,5 παιδί ανά γυναίκα. Οι δημογραφικές αυτές τάσεις θέτουν σημαντικές προκλήσεις στην αγορά εργασίας και στην κοινωνική ασφάλιση.

Το 2026, με τη λήξη του RRF, η κυβέρνηση θα πρέπει να ενισχύσει τις επενδύσεις σε παιδικούς σταθμούς, φύλαξη και υψηλή τεχνολογία για προσέλκυση πληθυσμού. Χωρίς ριζικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. ευέλικτη εργασία, προσιτή στέγαση), το δημογραφικό θα επιταχύνει την οικονομική συρρίκνωση, απειλώντας την πολιτική σταθερότητα.

Η επιμονή στις μεταρρυθμίσεις

Για να αντιμετωπιστεί η πρόκληση της περιόδου μετά το RRF, ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει ότι είναι κρίσιμο να συνεχιστεί η μεταρρυθμιστική δυναμική της Κυβέρνησης και θέτει ως προτεραιότητες την περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση του ελλείψεων εργαζομένων με δεξιότητες. Υπάρχει ακόμη περιθώριο, σημειώνει ο ΟΟΣΑ, για να μειωθούν τα διοικητικά βάρη των επιχειρήσεων, για αποτελεσματική διαβούλευση των νέων νομοθετικών πρωτοβουλιών και για τη μείωση των περιορισμών στις επαγγελματικές υπηρεσίες και ειδικότερα στους συμβολαιογράφους και στους δικηγόρους.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει παρά την πολιτική πόλωση, στο να πιέζει το επιτελικό κράτος για παραδοτέα καθώς εκτιμά πως με βάση αυτά θα τον κρίνουν οι πολίτες ο 2027. Τη νέα χρονιά σε πρώτη γραμμή μπαίνουν 20 μεταρρυθμίσεις και 20 μεγάλα έργα, τα οποία θα γίνουν γνωστά πιθανώς σε συνέντευξη Τύπου που θα δώσουν Κωστής Χατζηδάκης και Άκης Σκέρτσος.

Ήδη πάντως ο προϋπολογισμός του 2026 περιλαμβάνει ένα πακέτο 14+3 μεταρρυθμίσεων, από την ολοκλήρωση του κτηματολογίου και των πολεοδομικών σχεδίων, μέχρι την ορθή διαχείριση των υδάτινων πόρων, την ψηφιοποίηση του δημοσίου και τις υποδομές για αποθήκευση ενέργειας μέσω ΑΠΕ.

Τη χρονιά αυτή αναμένεται να ξεκινήσει ο διάλογος και για την εφαρμογή του σχεδίου για το νέο Λύκειο αλλά και για την καθιέρωση του εθνικού απολυτηρίου. Σε κάθε περίπτωση το νέο σύστημα θα εφαρμοστεί από το σχολικό έτος 2029–2030, προκειμένου να διασφαλιστεί η προετοιμασία όλων των εμπλεκομένων.

Συνταγματική αναθεώρηση

Η πρόκληση της συνταγματικής αναθεώρησης αποτελεί κρίσιμο πολιτικό στοίχημα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2026, καθώς απαιτεί ευρύτερες συναινέσεις σε μια δύσκολη πολιτική σκηνή και μπορεί να καθορίσει θεσμικές αλλαγές ή να οδηγήσει σε βαθιά πόλωση.

Με προγραμματισμένη έναρξη στις αρχές του 2026, η διαδικασία θα δοκιμάσει την ικανότητα της ΝΔ να συνεργαστεί με την αντιπολίτευση, ενόψει των εκλογών του 2027, ενώ περιλαμβάνει «καυτά» ζητήματα όπως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και η σταθερότητα των θεσμών.

    «Η συνταγματική αναθεώρηση είναι ευκαιρία για συζητήσεις που θα χτίσουν γέφυρες και δεν θα ανοίξουν ρήγματα». Αναμένω από τα κόμματα να τοποθετηθούν με υπευθυνότητα», σημείωσε ο πρωθυπουργός σε συνάντησή του με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα.

Συγκεκριμένα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απευθυνόμενος στον Νίκο Ανδρουλάκη τον Μάρτιο του 2025 τον κάλεσε να «συμφωνήσουν τώρα» σε τέσσερα ζητήματα:

  •     Στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας στη Δικαιοσύνη: Να προτείνουν οι ολομέλειες των δικαστών πρόσωπα. «Είμαι έτοιμος για αναθεώρηση του άρθρο του Συντάγματος», είπε.
  •     Στην αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ειδική μεταχείριση των υπουργών. «Να μην δίνουμε την εντύπωση ότι η Βουλή προστατεύει πολιτικούς», τόνισε.
  •     Στη συνταγματική αλλαγή του άρθρου 16 και
  •     Στην κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο


Οι κάλπες του 2027, οι δελφίνοι και τα τρία νέα κόμματα

Η Κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση και ένα πολιτικό σκηνικό που μοιάζει με κινούμενη άμμο στο δρόμο προς τις εκλογές.

    Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα, ο συντονισμός έως ένα σημείο Καραμανλή, Σαμαρά, Βενιζέλου στην κριτική τους και οι δηλώσεις Καρυστιανού περί κινήματος, απαιτούν σαφή στρατηγική από την Κυβέρνηση που θα πρέπει να ξεδιπλωθεί από την πρώτη ημέρα του έτους και να οδηγήσει σε αντισυσπείρωση απέναντι στους ανερχόμενους.

Η Μαρία Καρυστιανού, μετά τα «back and forth», δηλώνει ότι «το πολιτικό σύστημα είναι τόσο σαθρό, που δεν μπορεί να επιδιορθωθεί» και προαναγγέλλει ένα κίνημα το οποίο θα κατέβει στις εκλογές και ο οποίο δεν θα «ακουμπά» σε κανένα από τα παλιά κόμματα ή στους πρωταγωνιστές τους.

«Δεν υπάρχει καμία περίπτωση συνεργασίας με τα προηγούμενα κόμματα, οτιδήποτε έχει ακουμπήσει το παλιό σύστημα δεν μας αφορά» δήλωσε πρόσφατα.

Πάντως για πρώτη φορά πρόσωπο το οποίο δεν προέρχεται από την πολιτική δείχνει μία τέτοια δυναμική. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της Interview η Μαρία Καρυστιανού καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό (24,3%) μεταξύ των προσώπων που ξεχώρισαν περισσότερο στη δημόσια ζωή τη χρονιά που φεύγει. Μάλιστα όταν οι πολίτες ερωτώνται ποιο νέο κόμμα πιστεύουν ότι θα πήγαινε καλύτερα στις εκλογές, σε περίπτωση που ιδρυόταν είτε από τον Αλέξη Τσίπρα είτε από τη Μαρία Καρυστιανού, τα αποτελέσματα έδειξαν πως το υποθετικό κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού συγκεντρώνει 53%, υπερδιπλάσιο ποσοστό σε σχέση με το 23% που αποδίδεται στο αντίστοιχο του Αλέξη Τσίπρα.

Την ίδια ώρα η Κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα πυρά που δέχεται από τον Αντώνη Σαμαρά, καθώς ενδεχόμενη πολιτική του κίνηση θα μπορούσε να «κόψει» 2 ή 3 κρίσιμες μονάδες από τη ΝΔ στις εκλογές, κάτι που ενδεχομένως θα της στοίχιζε την αυτοδυναμία.

Στις πρώτες κάλπες του 2027, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να λάβει ένα πολύ ισχυρό ποσοστό, ακόμη και αν δεν επιτευχθεί η αυτοδυναμία, αν θέλει να αποκρούσει όσους σχεδιάζουν αποσταθεροποίησή του και αλλαγή αρχηγού «εν κινήσει».

    Τα «πνεύματα των πρώην», (βλ. Καραμανλή, Βενιζέλου κλπ) προβληματίζουν την ίδια ώρα την Κυβέρνηση. Με τον Κώστα Καραμανλή (αγαπητό ακόμη στους κεντρώους) γέφυρες το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει στήσει και μάλλον τα πράγματα χειροτερεύουν, ενώ και ο Ε. Βενιζέλος επιμένει στην κριτική του περί μη διακυβερνήσιμης χώρας.

Και αυτό το τονίζουμε μετά τα σχόλια του Πρωθυπουργού κατά τον προϋπολογισμό, όπου έκανε λόγο για «αγωνίες πολιτικών του καναπέ», τόνισε χαρακτηριστικά «βλέπουμε φλερτ με μια “Ιθάκη” μοιρασμένη σε εξώστες και πλατείες και αγωνίες διαφόρων πολιτικών του καναπέ μήπως και η κυβερνητική παράταξη χάσει την ταυτότητά της: τραγικά και κάποτε κωμικά, αλλά για τον τόπο κυρίως αντιπαραγωγικά – παρεμβάσεις χωρίς ουσιαστική κριτική και θετικές αντιπροτάσεις. Η πολιτική απαξιώνεται και ο πολίτης απογοητεύεται».

Σο εσωτερικό, ο Νίκος Δένδιας τους τελευταίους μήνες επιχειρεί μια εμφανή «διαφοροποίηση εντός Κυβέρνησης», ειδικά μετά την υπόθεση του άγνωστου στρατιώτη, αλλά όλα δείχνουν πως δεν θα επιχειρήσει κάποια κίνηση αν οι συνθήκες δεν είναι απολύτως σωστές και ευνοϊκές για τον ίδιο.

Γεωπολιτικές ισορροπίες, άμυνα και προσφυγικό

Το 2026 η Ελλάδα κινείται σε ρευστό διεθνές περιβάλλον, με πολέμους, ενεργειακή αβεβαιότητα και μεταβαλλόμενες ισορροπίες εντός ΝΑΤΟ και ΕΕ. Η κυβέρνηση έχει επενδύσει σε αμυντικές δαπάνες, εξοπλιστικά προγράμματα και εμβάθυνση στρατηγικών σχέσεων με Γαλλία, ΗΠΑ και περιφερειακές δυνάμεις, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως «πυλώνα σταθερότητας» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κρίσιμο τεστ για τα ελληνοτουρκικά θα είναι το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, το πρώτο τρίμηνο του 2026, το οποίο αναβάλλεται εδώ και ενάμιση χρόνο. Για την ίδια περίοδο έχει συμφωνηθεί και ο Στρατηγικός Διάλογος Ελλάδας - ΗΠΑ με την παρουσία του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές.

Παράλληλα, το προσφυγικό/μεταναστευτικό παραμένει μόνιμη πρόκληση, με την ανάγκη φύλαξης των συνόρων, διαχείρισης ροών και συμμόρφωσης με ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ισορροπία ανάμεσα στη σκληρή στάση στα σύνορα, στην ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου και στην εσωτερική πολιτική εκμετάλλευση του θέματος αποτελεί λεπτή πολιτική άσκηση, ειδικά σε ένα περιβάλλον ανόδου της ακροδεξιάς διεθνώς.

 

cnn.gr

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

KPRINT Banner
ΕΛΛΑΔΑ

Το «εύφλεκτο» 2026 για την κυβέρνηση - Οι μεγάλες προκλήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ