Με έκπληξη διαβάσαμε τις δημόσιες θέσεις του κ. Δημάρχου Ρεθύμνης για τα καταστήματα εστίασης της παραλιακής ζώνης, ιδίως την άστοχη αναφορά (αργκό έκφραση μιας άλλης εποχής βέβαια…) περί κινδύνου ομοιότητας της παραλιακής μας ζώνης με το «Μπαγκλαντές» και περί «καταστημάτων πολυτελείας» στον δημόσιο χώρο. Οι ατυχείς χαρακτηρισμοί αυτοί, πρωτίστως, αδικούν την ίδια την πόλη και εμποδίζουν τον διάλογο για ένα πραγματικό πρόβλημα που παραμένει άλυτο εδώ και χρόνια.
Οι επαγγελματίες της παραλιακής δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ αυθαίρετα στον δημόσιο χώρο, ούτε έχουν μετατρέψει την περιοχή σε προέκταση των καταστημάτων τους. Οι διαμορφωμένοι χώροι μπροστά από τις επιχειρήσεις τους είναι κοινόχρηστοι και η χρήση τους παραχωρείται από το Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο με νόμιμες διοικητικές αποφάσεις και ετήσιο αντάλλαγμα. Οι επιχειρήσεις αποδέχονται την χρήση αυτή με κανόνες, με σεβασμό στις αισθητικές διαμορφώσεις των προβλεπόμενων κατασκευών και με συμμόρφωση στον ιστορικό χαρακτήρα της Παλιάς Πόλης. Άλλο όμως η προστασία του δημόσιου χώρου και του χαρακτήρα μιας περιοχής και άλλο η άρνηση αντιμετώπισης ενός υπαρκτού σοβαρού προβλήματος. Η ρυθμιστική Απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού για την εν λόγω περιοχή θεσπίστηκε πριν από δεκατρία χρόνια (2013) και προβλέπει συγκεκριμένο τύπο στεγάστρων, υαλοπετάσματα ύψους έως 1,60μ., απουσία όδευσης βρόχινων νερών κ.α.
Οι επαγγελματίες ζητούν εδώ και χρόνια κάτι συγκεκριμένο και απολύτως ελέγξιμο: την δυνατότητα να εξεταστεί θεσμικά η τροποποίηση αυτής της Υπουργικής Απόφασης, ώστε κατά τους χειμερινούς μήνες να επιτρέπονται αφαιρούμενα διαφανή προστατευτικά στοιχεία, αλλά και ένα διακριτικό σύστημα συλλογής των ομβρίων. Δεν ζητούν τσιμέντα, μπαζώματα. Δεν ζητούν νέες κτιριακές εγκαταστάσεις. Ούτε, βέβαια, ζητούν αύξηση τετραγωνικών μέτρων.
Η απαραίτητη (εξαιτίας της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής και των έντονων καιρικών φαινομένων που πλήττουν την περιοχή όσο καμία άλλη τον χειμώνα) πρόταση που έχει διαμορφωθεί, προβλέπει ελαφρά προσθαφαιρούμενα, πλήρως αποσπώμενα και αναστρέψιμα στοιχεία, χωρίς δημιουργία νέων χώρων κύριας χρήσης. Τα διαφανή υαλοπετάσματα και οι κομψές υδρορροές θα αφαιρούνται υποχρεωτικά από την 1η Μαΐου έως την 31η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, με δυνατότητα ετήσιου επιτόπιου ελέγχου από την Εφορεία Αρχαιοτήτων και κάθε άλλη αρμόδια Υπηρεσία.
Αυτό δεν είναι αίτημα «πολυτελείας». Είναι αίτημα για να μην βρέχεται ο πελάτης όταν φυσάει ακραία έντονος ο αέρας και όταν βρέχει καταρρακτωδώς. Είναι αίτημα για να μην διοχετεύονται ανεξέλεγκτα τα νερά από τα στέγαστρα πάνω στον κοινόχρηστο χώρο και στους διερχόμενους. Είναι αίτημα προστασίας του επαγγελματικού εξοπλισμού, των εργαζομένων και των επισκεπτών, αλλά και εύλογο αίτημα για την δυνατότητα λειτουργίας των επιχειρήσεων και κατά τους δύσκολους χειμερινούς μήνες.
Και είναι τουλάχιστον παράδοξο να παρουσιάζεται αυτή η συζήτηση, ως σύγκρουση ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα και την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Και η ίδια η πολιτισμένη Ευρώπη, έχει αποδείξει, ότι τα δύο αυτά μπορούν να συνυπάρξουν. Μεταξύ πολλών παραδειγμάτων, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του δήμου της Φλωρεντίας, μιας πόλης με ιστορικό κέντρο ενταγμένο στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, όπου ο σχετικός νέος κανονισμός (σε ισχύ σήμερα) για τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεν προέκυψε ερήμην της αρχαιολογικής προστασίας, αλλά κατόπιν ειδικού πρωτοκόλλου συνεργασίας με την αρμόδια δημόσια υπηρεσία του Ιταλικού Υπουργείου Πολιτισμού «Soprintendenza Archeologia, Belle Arti e Paesaggio». Και τι προβλέπει; Σε περιοχές εκτεθειμένες στα καιρικά φαινόμενα επιτρέπονται, κατά τη χειμερινή περίοδο, σε 3 πλευρές πρόσθετα αυτοφερόμενα διαφανή προστατευτικά στοιχεία - panels από γυαλί ή plexiglass (pannelli frangivento). Αυτή είναι μια σύγχρονη αντίληψη προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς με κανόνες, διαφοροποίηση, αισθητική ομοιομορφία, εποχικότητα, αναστρεψιμότητα, έλεγχο και όχι λογική ότι κάθε μέτρο προστασίας αποτελεί εξ ορισμού προσβολή του ιστορικού περιβάλλοντος. Εξάλλου, η σύγχρονη αντίληψη της αρχαιολογικής προστασίας μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρές ρυθμίσεις και διαφοροποιήσεις, όχι όμως κατ’ ανάγκη σε απόλυτη απαγόρευση.
Το ίδιο ακριβώς πρέπει να συζητηθεί και για το Ρέθυμνο. Το πραγματικό αίτημα δεν είναι η διατήρηση μιας (αμφισβητούμενης) παρανομίας, αλλά ποιο πρέπει να είναι το κανονιστικό πλαίσιο του αύριο, ώστε να επιβιώνουν οι επιχειρήσεις και οι πολυάριθμοι εργαζόμενοι όλες τις εποχές του έτους.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της διαφορετικής άποψης σε σχέση με τις πρόσφατες ραδιοφωνικές δηλώσεις του κ. Δημάρχου Ρεθύμνης, που είμαι πεπεισμένος ότι δεν φθάνει σε επίπεδο εκατέρωθεν διαφωνίας. Δεν μπορεί από τη μία πλευρά να αναγνωρίζεται από όλους ότι η χειμερινή λειτουργία μιας επιχείρησης στο παραλιακό μέτωπο παρουσιάζει αντικειμενικές δυσκολίες εξαιτίας των ακραίων καιρικών φαινομένων και από την άλλη η θεσμική τοποθέτηση να ομιλεί για απαιτήσεις «πολυτελείας».
Οι επιχειρηματίες της παραλιακής ζώνης δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν ενιαίους κανόνες, αυστηρούς, αισθητικά ελεγχόμενους, εφαρμόσιμους, χωρίς αυθαίρετες και ετερόκλητες παρεμβάσεις, με ελεύθερους διαδρόμους κίνησης, με σεβασμό στην Παλαιά Πόλη, για ένα όμορφο παραλιακό μέτωπο. Αλλά συγχρόνως ζητούν μια περιοχή επισκέψιμη, ζωντανή και βιώσιμη επιχειρηματικά και τον χειμώνα. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και η λειτουργία μιας ζωντανής ιστορικής πόλης δεν είναι αντίπαλοι στόχοι. Το αποδεικνύει η ίδια η ευρωπαϊκή πρακτική.
Γι’ αυτό πρέπει να αφήσουμε στην άκρη χαρακτηρισμούς που διχάζουν και να στηρίξουμε μια συγκεκριμένη θεσμική πρόταση: Τροποποίηση της Υπουργικής Απόφασης του 2013, με αυστηρά τυποποιημένες λύσεις, εποχικά και αποσπώμενα υαλοπετάσματα μόνο κατά την χειμερινή περίοδο, οργανωμένη διαχείριση των ομβρίων, υποχρεωτική θερινή απομάκρυνση των πρόσθετων στοιχείων και όλα αυτά με την πλήρη εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων.
Αυτό δεν είναι υποχώρηση απέναντι στην αυθαιρεσία, αλλά ακριβώς το αντίθετο: είναι αντικατάσταση της αβεβαιότητας από έναν σαφή κανόνα. Το Ρέθυμνο δεν χρειάζεται αυθαίρετες κατασκευές, αλλά ούτε επιχειρήσεις που αδυνατούν να λειτουργήσουν επί μήνες. Χρειάζεται δημόσιο χώρο προστατευμένο, επιχειρήσεις νόμιμες και βιώσιμες και μια διοίκηση που, αντί να αντιμετωπίζει κάθε νέο πραγματικό πρόβλημα με όρους του 2013, να έχει την όρεξη και την διορατικότητα να φροντίζει, να μάχεται και να προσαρμόζει τους κανόνες στις σύγχρονες συνθήκες και ανάγκες της πόλης, χωρίς να θυσιάζει ούτε την ιστορία της, ούτε την οικονομική ζωή της.




