Η υπόθεση με τη λεγόμενη «φάρσα» σε βάρος του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας της κυβέρνησης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό επικοινωνιακό ευτράπελο. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρότερο και αγγίζει τον πυρήνα της αξιοπιστίας των κρατικών μηχανισμών που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία της εθνικής ασφάλειας.
Πρώτα και κύρια, το περιστατικό δημιουργεί εύλογη ανησυχία στους πολίτες. Όταν ένας άνθρωπος που κατέχει μία από τις πιο ευαίσθητες και κρίσιμες θέσεις του κρατικού μηχανισμού μπορεί να πέσει θύμα εξαπάτησης, είναι φυσικό να γεννάται το ερώτημα: πόσο ασφαλείς είναι οι διαδικασίες προστασίας των θεσμών και των προσώπων που διαχειρίζονται κρίσιμες πληροφορίες; Και, κατ’ επέκταση, τι μπορεί να περιμένει ο απλός πολίτης από έναν κρατικό μηχανισμό που οφείλει να εμπνέει εμπιστοσύνη;
Υπάρχει όμως και μία ακόμη πιο ανησυχητική διάσταση. Τέτοιου είδους περιστατικά εκπέμπουν προς το εξωτερικό την εικόνα ενός κράτους με αδυναμίες στα συστήματα ασφαλείας και στις διαδικασίες επαλήθευσης. Δεν έχει σημασία ποιος πραγματοποίησε τη συγκεκριμένη ενέργεια. Σημασία έχει ότι οι πραγματικοί αντίπαλοι της χώρας, όσοι διαχρονικά επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν οποιοδήποτε κενό ασφαλείας, παρακολουθούν και αξιολογούν τέτοιες εξελίξεις. Η αξιοπιστία μιας χώρας στον τομέα της εθνικής ασφάλειας αποτελεί στοιχείο αποτρεπτικής ισχύος. Όταν αυτή πλήττεται, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό αλλά ουσιαστικό.
Αναπόφευκτα, το ζήτημα αποκτά και πολιτικές διαστάσεις. Η θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας προϋποθέτει απόλυτη εμπιστοσύνη, τόσο από την πολιτική ηγεσία όσο και από τους διεθνείς συνομιλητές της χώρας. Όταν αυτή η εμπιστοσύνη κλονίζεται, ανεξάρτητα από τις προθέσεις ή τις εξηγήσεις που δίνονται, δημιουργείται ένα αντικειμενικό πρόβλημα λειτουργίας του θεσμού.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ανάληψη πολιτικής ευθύνης δεν αποτελεί ομολογία ενοχής ούτε προσωπική απαξίωση. Αντίθετα, η παραίτηση μπορεί να αποτελέσει πράξη θεσμικής ευαισθησίας, σεβασμού προς τον ρόλο που υπηρετεί κανείς και υπευθυνότητας απέναντι στη χώρα. Στις ώριμες δημοκρατίες, η πολιτική ευθύνη λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης των θεσμών και όχι ως ένδειξη αδυναμίας.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ισχυρούς θεσμούς, σοβαρότητα και αξιοπιστία, ιδιαίτερα σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Αυτά δεν είναι πεδία για επικοινωνιακή διαχείριση ούτε για μικροκομματικές αντιπαραθέσεις. Η εμπιστοσύνη των πολιτών και το κύρος της χώρας αποτελούν πολύτιμα αγαθά που κερδίζονται δύσκολα και χάνονται εύκολα. Και γι’ αυτό, κάθε περιστατικό που τα τραυματίζει οφείλει να αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που του αναλογεί.
