ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανάπτυξη που δε φτάνει στην τσέπη μας - Τι πρέπει να αλλάξει;

0

Πριν λίγες μέρες, συζητούσα με έναν παλιό φίλο που διατηρεί κατάστημα στην αγορά του Ρεθύμνου. «Βλέπω τα νούμερα της οικονομίας στις ειδήσεις να ανεβαίνουν», μου είπε, «αλλά στο ταμείο μου και στο σπίτι μου, η πραγματικότητα είναι διαφορετική». Αυτή η κουβέντα αποτυπώνει ακριβώς αυτό που ζούμε: μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων.

Και δεν είναι απλώς αίσθηση. Τα νούμερα το επιβεβαιώνουν και μάλιστα από ευρωπαϊκές πηγές που μόλις δημοσιεύτηκαν.

Τα αποκαλυπτικά στοιχεία της Eurostat

Στις 30 Απριλίου 2026, η Eurostat δημοσίευσε τα τελευταία στοιχεία για τη φτώχεια στην Ευρώπη. Για την Ελλάδα, το εύρημα είναι καταλυτικό: το 27,5% των Ελλήνων - 2,8 εκατομμύρια συμπολίτες μας - βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, στη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 20,9%. Και δίπλα σε αυτά τα νούμερα: το 66,8% των Ελλήνων θεωρεί τον εαυτό του φτωχό ή δυσκολεύεται να φτάσει στο τέλος του μήνα — ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τη δεύτερη χώρα, τη Βουλγαρία, και το υψηλότερο στην ΕΕ.  Τα στοιχεία είναι αποκαρδιωτικά και ένδειξη της βαθιάς κοινωνικής αδικίας που συντελείται στην Ελλάδα.

Δουλεύεις και πάλι δεν φτάνει

Κι αν κάποιος/α διατυπώσει την πεποίθηση: «μα τουλάχιστον όποιος/α δουλεύει τα βγάζει πέρα…», να ξέρει πως το 10,7% των εργαζομένων στην Ελλάδα ανήκει στους «εργαζόμενους φτωχούς» δηλαδή εργάζονται αλλά παραμένουν κάτω από το όριο της φτώχειας.  Γι’ αυτο πολλοί εργαζόμενοι αναγκαζονται να κάνουν δεύτερη και τρίτη δουλειά για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα. Ταυτόχρονα, ενώ ο μέσος όρος διαθέσιμου εισοδήματος στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 20,4% από το 2010, στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 25,8%. Αποτελεί τη χειρότερη επίδοση σε ολόκληρη την  Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η «κατοικία» συμπληρώνει την εικόνα: το 28,9% των ελληνικών νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για τη στέγη. Βρισκόμαστε στην πρώτη θέση στις χώρες της ΕΕ, με ευρωπαϊκό μέσο όρο μόλις 8%.  Σε μια πόλη σαν το Ρέθυμνο, όπου η στέγη έχει γίνει είδος πολυτελείας τα ενοίκια τρώνε περίπου τον μισό μισθό πριν καν πληρωθεί ο λογαριασμός του ρεύματος.

Κέρδη για τους λίγους - λογαριασμοί για τους πολλούς

Την ίδια ώρα που το 66,8% των Ελλήνων δυσκολεύεται, στην άλλη πλευρά του λόφου τα κέρδη προκαλούν ίλιγγο. Το 2025 ήταν εξαιρετικά κερδοφόρο για τις ελληνικές τράπεζες: τα τέσσερα συστημικά ιδρύματα κατέγραψαν συνολικά κέρδη άνω των 4,6 δισ. ευρώ.  Οι ίδιοι πολίτες που χρηματοδότησαν με φόρους τα bailout της κρίσης (συνολικά 50 δισ. ευρώ) βλέπουν τώρα αυτά τα κέρδη να μην επιστρέφουν πίσω στην κοινωνία ούτε μέσω φορολόγησης ούτε μέσω ανταγωνιστικών επιτοκίων καταθέσεων. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Ισπανία, Ουγγαρία, Τσεχία, Λιθουανία) επέβαλαν έκτακτους φόρους στα υπερκέρδη των τραπεζών, συλλέγοντας πόρους για να ανακουφίσουν τα νοικοκυριά τους. Στην Ελλάδα, ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης διαβεβαίωσε επενδυτές σε εκδήλωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο Λονδίνο ότι «η έκτακτη φορολόγηση των τραπεζών δεν είναι ένα από τα μέτρα» της κυβέρνησης.

Αυτό, όπως μπορεί να καταλάβει ο καθένας και η καθεμία, αποτελεί πολιτική επιλογή. Όπως πολιτική επιλογή είναι και η ανοχή στις ολιγοπωλιακές πρακτικές που διατηρούν τεχνητά ψηλές τιμές στα σούπερ μάρκετ, στα καύσιμα και στην ενέργεια. Το κόστος ζωής δεν ανεβαίνει λες και είναι φυσικό φαινόμενο, είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών!!!

Τι χρειάζεται να γίνει στην πράξη;

Χρειαζόμαστε μια άλλη λογική διακυβέρνησης. Όχι «ανάπτυξη» ως αυτοσκοπό που μετριέται σε δείκτες και ισολογισμούς, αλλά ένα νέο μοντέλο που θα βάζει στο επίκεντρο την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου, την ενίσχυση της εργασίας και την προστασία των δημόσιων αγαθών -υγείας, παιδείας, πρόνοιας.

Αυτό σημαίνει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές:

α) φορολόγηση των υπερκερδών εκεί που πραγματικά συσσωρεύονται (ενδεικτικό είναι πως το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού ελέγχει το 25% του εθνικού πλούτου στην Ελλάδα),

β) ουσιαστικός έλεγχος των αγορών απέναντι στις ολιγοπωλιακές πρακτικές,

γ) θεσμική προστασία του στεγαστικού δικαιώματος μέσω κοινωνικής κατοικίας και έλεγχο της βραχυχρόνιας μίσθωσης, που μαστίζει περιοχές όπως το Ρέθυμνο.

Σημαίνει μεταρρυθμίσεις που να είναι ταυτόχρονα εφαρμόσιμες και τολμηρές, γιατί ο ρεαλισμός και το θάρρος δεν είναι αντίθετα. Σημαίνει, επομένως, ένα αναπτυξιακό όραμα που μπορεί να συνδυάζει την κοινωνική δικαιοσύνη με την πράσινη μετάβαση, γιατί δεν υπάρχει βιώσιμο μέλλον αν εξαιρούμε τους πολλούς από τα οφέλη του.

Αυτές οι απαντήσεις δεν αποτελούν ουτοπία. Είναι πολιτική επιλογή και η βασική διαφορά ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά στη χώρα μας και στην Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι πολιτικό

Η ευημερία του Ρεθύμνου - και της χώρας - δεν κρίνεται από τους ισολογισμούς των τραπεζών. Κρίνεται από το αν ο γείτονάς μας μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του, να στείλει τα παιδιά του σε ασφαλές - πλήρως στελεχωμένο με προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή σχολείο, να περάσει τα γηρατειά με αξιοπρέπεια.

Τα δεδομένα της Eurostat δεν είναι απλώς αριθμοί. Αποτυπώνουν πως είναι η κατάσταση για εκατομμύρια πολίτες στην Ευρώπη. 2,8 εκατομμύρια από αυτούς είναι δικοί μας άνθρωποι. Άνθρωποι μέσα και δίπλα στα σπίτια μας.
 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανάπτυξη που δε φτάνει στην τσέπη μας - Τι πρέπει να αλλάξει;

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ