‘’Φωνάζω τη μνήμη να θυμηθεί, περμαζώνω από τον αέρα τη ζωή μου, στέ- κουμαί σαν στρατιώτης μπροστά στον στρατηγό καί κάνω την αναφορά μου στον Γκρέκο. Γιατί αυτός είναι ζυμωμένος από το ίδιο κρητνκό χώμα με μένα, καί καλύτερα απ' όλους τους αγωνιστές που ζουν ή έχουν ζήσεί μπορεί να με νιώσει. Δεν αφήκε κί αυτός την κόκκινη γραμμή απάνω στις πέτρες; (Αναφορά στον Γκρέκο)
Ο κορυφαίος νεοέλληνας πεζογράφος και δραματικός συγγραφέας με οικουμενική αναγνώριση, διήλθε ως φαίνεται τον πνευματικό του βίο κάτω από επώδυνες ή πικρές αντίστοιχα περιστάσεις. Η ζωή του και ο ζήλος του στο τουρκοκρατούμενο Ηράκλειο το 1883, αποτέλεσε την αφετηρία των συλλογισμών του, όπως αποτυπώνεται στα πρωτόλεια ποιήματά του δημοσιευμένα στο τύπο αρχικά με το ψευδώνυμο "Πέτρος Ψηλορείτης" Ο βιωματικός κύκλος και κόσμος του αντίστοιχα πλουτίζεται με την στροφή στη γραφή μυθιστορημάτων, όπου κυριαρχούν ήρωες και δράματα, τυπωμένα ήδη στη μνήμη του λαού. Ήδη η ψευδωνυμική του παρουσία (Π. Ψηλορείτης) συνδέεται με ότι συνεπήρε του νου του ,την Κρήτη και τα έργα της (Αναφορά στον Γκρέκο, Καπετάν Μιχάλης κ. ά). Η άλλη διάσταση των βιωμάτων του η οποία έχει σχολαστικά ερευνηθεί, είναι οι ποικίλες ταξιδιωτικές εμπειρίες του (Ταξιδεύοντας). Όπως εξάλλου θα πει στην Αναφορά στον Γκρέκο 156 : " μία από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι. Να δω, ν'αγγίξω άγνωρα χώματα, να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες, να γυρίσω τη γης καί να μη χορταίνω καινούριες στεριές καί θάλασσες κί ανθρώπους κί ιδέες καί να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά"
Εστιάζοντας τις παρατηρήσεις μας στη βιωματική λέξη του Κ., όπως αποτυπώνεται στα έργα του, καταθέτουμε ορισμένες σκέψεις που ευελπι- στούμε να αποτελέσουν την απαρχή ευρύτερης έρευνας με θέμα την 11 ιδιωματική γλώσσα 11 του Καζαντζάκη.
Η Κρήτη όπως προ είπαμε αποτέλεσε το μέγα μείγμα εμπειριών ( με συνεπήρε η πνοή της Κρήτης και προσπάθησα ως άνθρωπος και ως συγγραφέας να πολεμήσω για την ειρήνη, τη λευτεριά, την ειρήνη και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου", θα γράψει σε γράμμα του προς την επιτροπή του απονεμηθέντος βραβείου ειρήνης στη Βιέννη.
Ωστόσο η έκταση της βιωματικής[1] αναζήτησης του συγγραφέα είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, αν δεν επιστρέφουμε στην κρηταγένειά του. Τούτο τεκμαίρεται από το γεγονός ότι τα έργα του διαπνέονται από δυο πυλώνες σκέψεις, τις προσωπικές κι εκείνες των ηρώων του περιπέτειες. Επίσης το γεγονός ότι η βιοθεωρία του υπήρξε σαφώς επηρεασμένη απο σημαίνοντες ευρωπαίους φιλόσοφους (Μπέρξον, Νίτσε, Σοπενάουερ). Ο άνθρωπος λοιπόν που χτίζεται και χτίζει ποικιλόμορφα μέσα του, ο οδυσ- σέας της ζωής, δεν είναι ούτε Έλληνας ούτε Κρητικός, είναι και τα δυο μαζί, είναι Κρητικός. Το επίθημα ωστόσο της βιωματικής του σχέσης με τη ζωή είναι η πίστη στην αλληλεγγύη των ανθρώπων, η μετουσίωση της σάρκας σε πνεύμα, γενόμενη σε κλίμα μοναξιάς, ερημιάς και φτώχειας, όπως θα γράψει σε γράμμα στον Γεώργιο Παπανδρέου.
Οι κρητικοί λοιπόν πρωτοστατούν στις εμπειρίες του : αυτοί, γράφει, τρώνε όχι μόνο τα αυγά με τα τσόφλια αλλά και τα τσουκάλια που τα βρά- ζ,ουν...εκείνοι ως άνθρωποι είναι είτε μπακιρένια είτε πήλινα τσικάλια, άμα είσαι πήλινο και ραγίσεις δεν ξανακολλάς πια". Στοιχεία που ενδυναμώνουν την βιωματικότητά του είναι η περηφάνια και η αλήθεια, όπως έλεγε η δεύτερη σύζυγός του Ελένη Σαμίου.
Επιχειρώντας ίσως ως ενδεικτικό παράδειγμα την ανίχνευση βιωματικών στοιχείων στον άξονα : καζαντζάκης- κρήτη- κρητικοί, θα αναφερθούμε κυρίως στο έργο του Αναφορά στον Γκρέκο ως το κατ'εξοχήν έργο, δίπολο και καθρέφτης μαζί, ανάμεσα στην περιπετειώδη οικογενειακή ζωή και στους ήρωες του έργου. Πρόκειται για μια "ποιητική αυτοβιογραφία" που εκδόθηκε τέσσερα χρόνια από το θάνατό του. Η βίωση εικόνων από την Κρήτη του καιρού του συμφύρεται με την ομολογία της λογοτεχνικής του μεθόδου : "διάβαζα συναξάρια, άκουγα παραμύθια, έπαιρνε το αφτί μου κουβέντες κι όλα μεταμορφώνονταν μέσα μου..". Ο θάνατος δεν τον άφησε να τελειώσει τούτο το οδοιπορικό μνήμης και αγώνα. Η διορία που ζητούσε από το Θεό, ο 74χρονος τότε συγγραφέας δε του δόθηκε, ενώ ήλπιζε πως δύναται να διανύσει με πόνο και αίμα πολύ χρόνο ανάμεσα στους ανθρώπους και την ολοκλήρωση της.
Τα πρώτα αναγνώσματα του Κ. ήταν φυλλάδες αγίων[2]. Συγκεκριμένα η "Αγία Επιστολή[3]", όπως εξάλλου μαρτυρείται στο 8° βιβλίο στην Αναφορά στον Γκρέκο. Τα παιδικά παιγνίδια αντικαθίστανται ίσως πρόωρα με θρησκευτικά κείμενα, " διάβαζα συναξάρια, άκονγα παραμύθια, έπαιρνε τα'αφτί μου κουβέντες κι όλα μεταμορφώνουνταν και παραμορφώνουνταν μέσα μου...", διαβάζουμε στον Ασυμβίβαστο (1977).
Στα έργα του ακολούθως συρρέουν πλήθος εικόνων, αποσπάσματα εκκλησιαστικών ακολουθιών, δοσμένα σ' ένα πολυπρισματικό καθρέπτη, όπου κυριαρχεί η λαϊκή αντίληψη για τις θρησκευτικές παραδόσεις, κυρίως αγιολογικές. Στον Καπετάν Μιχάλη αναφέρει σχετικά για τη μορφή του Αγίου Μηνά, πολιούχου του Μεγάλου Κάστρου. Εκείνος που δεν αφήνει απάτητο κανένα σοκάκι, φεύγοντας σιωπηλά από το εικόνισμά του και περνώντας από τις πόρτες των ανθρώπων που με αγωνία περιμένουν άγρυπνοι τη γιατρειά τους. Κι άμα τελειώσει την αποστολή του, επιστρέφει στο κόνισμά του (για τη σχέση του Κ. με τον λαϊκό πολιτισμό : Κ. Ρωμαίος, Ν. Εστία, Στ. Αποστολάκης, Θ. Δετοράκης κ. α").
Εξάλλου η διετής μαθητεία του συγγραφέα σε κλειστό γαλλικό σχολείο της Νάξου, αποτέλεσε το πρόκριμμα αλλά και την ενσυνείδητη τάση του να στραφεί και να δημιουργήσει σε ησυχαστήριους μοναστικούς τόπους (το θέμα της σχέσης του Κ. με το βυζάντιο έχει επαρκώς μελετηθεί από τον Θ. Δετοράκη, Παλίμψηστον 4 1987).
Κατ'επέκταση της μαθητείας και συνάμα βίωσης του Κ. με την βυζαντινή γλώσσα, μορφολογικά αξίζει να παρατηρήσει κανείς του τίτλους πολλών έργων (Νικ. Φωκάς, Παλαιολόγος, Ιουλιανός).
Οι παραπάνω επισημάνσεις ίσως προβληματίζουν τον μελετητή αν και σε ποιο βαθμό ο Κ. ενστερνίζεται βιωματικά ζυμώνεται με τη λέξη, αφού σε αρκετές περιπτώσεις δε τις δημιουργεί πρωτογενώς, τις ακούει, τις μεταπλάθει, τις ζωογονεί, όπως στην περίπτωση της συνομιλίας του με τον Πρεβελάκη. Ωστόσο είναι γνωστές οι λεξικογραφικές του συμβολές, όπως η απόπειρα ολοκλήρωσης του λεξικού καθαρεύουσας δημοτικής σε συνεργασία με τον Πρεβελάκη, ούτε προφανώς ανάλογη προσπάθεια με τον γάλλο γλωσσολόγο Andre Mirambel.
Τον συνεπαίρνει ίσως η Οδύσσεια[4], ένα μακρύ μεθομηρικό ταξίδι, όπου ο κόσμος γίνεται τραγούδι γιαυτόν : ήλιε γορφο παίγνίδίομάτη μον, φρογό λαγωνικό μου, την άγρη π'αγαπώ ξετόπωσε καί πάρ'την του κυνηγού, κί ό τι τηράς στη γης μαντάτευε κί ό τι γροικάς μολόγα, (καί παρακάτω)...κί αγάλια, με το παίξε γέλασε καί το βαθύ κανάκι, πέτρες, νερό, φωτιά καί χώματα θα γίνουν όλο πνέμα"στίχοι 23 κ. ε.
Η λέξη, η φράση, το μικροκείμενο στον Κ. εκφράζουν, κατά τη γνώμη μου, την διατύπωση πρότερων ιδεών(ένα είδος πλατωνισμού), όπου εκείνες σαρκώνονται σε αισθητές εμπειρίες, γεμάτες ζωντάνια, καθρεφτί- σματα της λαϊκής καθημερινής ζωής. Η βιωματική αρματωσύνη του συγγραφέα συνοψίζεται σε κάποιες σταθερές, νομίζω ερευνητέες γλωσσικά και όχι μόνο. Μερικές μόνο μπορεί να είναι: α. η πολύσημη χρήση συνθέτων λέξεων με αναφορές σε περιστάσεις της λαϊκής ζωής (ουρανομήκης, αντροχωρίστρα, θεοφονιάς), με την παρατήρηση ότι συνήθως τα σύνθετα εκφράζουν τροπική αντίθεση, το ένα δεν συμβιβάζεται με το άλλο (για το θέμα αυτό έχουμε την θαυμάσια εργασία του Χρ. Χαραλαμπάκη[5] δημοσιευμένη στην Ν. Εστία και αναδημοσιευμένη στο βιβλίο του : Νεοελληνικός Λόγος με τον γενικό τίτλο ' 'τα ιδιωματικά στοιχεία στην νεοελληνική
Λογοτεχνία", β. παρεμφερής μορφολογικά εντοπίζεται και η χρήση επιθέτων δαιμονόδαρτος, αετογοργομάτης, αστραπονούσης, ενώ κατά τον Πρεβελάκη, ο Κ. χρησιμοποίησε περί τα 200 επίθετα στην Οδύσσεια.
Επανέρχομαι στην αρχική σκέψη για την βιωματική σκέψη και γλώσσα του κρηταγενή συγγραφέα : μια ενδελεχέστερη μελέτη του γλωσσικού κύκλου γραφής, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπακούει ως φωνολογική σύνθεση στον κύκλο της ζωής, γέννηση- ωρίμανση- θάνατος, στη δίνη καθένα των αντιθέσεων, αντροχωρίστρα, αλαφρόστατος κ.ά.
Και πάλι στην Αναφορά στον Γκρέκο[6] θα πει "ο σκληρός λόγος κουφο- δρόμησε μέσα μου, ol θύμησες ξεκίνησαν καί σπρώχνει η μία την άλλη καί βιάζονται". Φαίνεται πως οι Λέξεις, ο νους, η καρδιά, η ζωή και ο θάνατος, όλα στ γης πατούνε.
Ωστόσο η στροφή στη βαθύτερη σχέση του με την κρητική διάλεκτο, μάνα και τροφό των λέξεών του, θα γίνει περισσότερο εμφανής στο "Συμπόσιον[7]" (Βερολίνο 1922), προάγγελο της Ασκητικής. Εδώ ο συγγραφέας ονομάζεται Άρπαγος και ποδηγετεί εύστοχα τη ζύμωση της λέξης που πλάθει τελικά σαν κεράμιο σκεύος (οι συνειρμοί λέξη-χώμα-σκπεψη- ζωή-λόγος).
Ιδού ένα απόσπασμα : "ένα πρωί σ' ένα νησί κατεβαίνοντας στάκρογίάλί, είδα ένα μεγάλο σβώλο πηλό να τον ζυμώνει με αδρά ψημένα χέρια ο αργάτης . Καί ξαφνικά να υψώνεται στον τροχό, να χορεύει νικώντας τη βαριά του φύση καί να παίρνει όλα τα θαύματα της περιστροφής σαν να ήταν πνέμα, σαν νάταν βόστρυχος από φωτίά-τέτοία να νιώθω μέσα μου ένα χέρι να με συντρίβει".
Ο Κ. σκέφτεται και ζυμώνει αυτά που βλέπει, σαν ταξιδεύει, καθώς οι Λέξεις συνωστίζονται όσα και τα ταξίδια του.
Η "εμπαθής" στροφή του προς τη γλώσσα των βιωμάτων δεν τεκμαίρε- ται μόνο από την θητεία του, ως προείπαμε, στη σύνταξη Λεξικού αλλά και στη διαρκή δοκιμασία του σε περιόδους γλωσσικών αγώνων και αμφισβητήσεων. Θήτευσε στη Νέα Σχολή του Παλαμά, σε εποχή και ακμή δυο εξεχόντων Λογοτεχνών, του Ρο'ίδη και Παπαδιαμάντη, με βαθύτερα ωστόσο δημοτικοφανή στοιχεία. Εν τελεί εξήλθε "νικητής" , με την έννλοια ότι συντάχθηκε με τους εν τέλει με τους αντιπάλους το Ψυχάρη[8], αφού ξεκάθαρα πλέον θεμελιώνει ή εξαρτά την ποιότητα του γραπτού λόγου από την προφορική γλώσσα. (όπως εξάλλου θα πει σε ομιλία του το 1909 στο Ηράκλειο ως πρόεδρος του συλλόγου δημοτικιστών "ο Σολωμός).
Η γλώσσα[9] του Κ. είναι κατ'ουσίαν ένα στερέωμα της δημιουργικής φύσης : άνθρωποι, ζώα, πουλιά, λουλούδια, όλα υα πλάσματα του Θεού, όπως είχε εξάλλου βιώσει από τα μελετήματά του, μικρές φωτιές αγάπης για τον άνθρωπο και τη μοίρα του.
Γιαυτό στον Πρωτομάστορα θα πει "πολλές στιγμές κάποτε σπάνε μέσα μας, βγαίνουν όξω στο φως, ελευτερώνουν έτσι την ψυχή που κρύβουν".
Θα ολοκληρώσω τούτο το ρομαντικό ίσως ταξίδι που ζητεί και αξίζει πολλές όχι μόνο γλωσσικές μα κυρίως γλωσσικές αποκαλύψεις με ένα απόσπασμα από το [10] Ταξιδεύοντας-Αγγλία, έκδ. Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1969, ως ένα ακόμη τεκμήριο της βιωματικής πορείας του συγγραφέα : στο παραπάνω έργο μνημονεύει τη συνάντησή του με τον Πέτρο Βλαστό (1879-1941), εκλεκτό νεοέλληνα και διανοούμενο της διασποράς ο οποίος επηρέασε σημαντικά τα ελληνικά γράμματα της εποχής του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος αλληλογραφούσε με τον Ψυχάρη, ανήκε στον κύκλο του εμπορικού οίκου Ράλλη στις Ινδίες, όπου συσπείρωνε σημαίνο- ντες δημοτικιστές του 20 αιώνα (Αλ. Πάλλης, Εφταλιώτης, Αμβρόσιος Βλαστός κ. ά), όπως μας πληροφορεί ο Αλέξανδρος Αργυρίου.
'"Να γυρίζεις, γράφει την Ελλάδα με τεντωμένο αυτί, ν'ακούς απ'το στόμα του λαού τη λέξη παρθένα ακόμα χιλιάδες χρόνια αμουτζάλωτη απ το μελάνι, καί να την παίρνεις μαζί σου, όπως κλέφτουνε τη γυναίκα που αγαπούμε, με κουρσάρικη αναγάλλία ! Να σκαρφαλώνεις βουνά, να πεινάς, να διφάς, νάσαι κατάκοπος και ξαφνικά να τα ξεχνάς όλα γιατί αντάμωσες, ένα βοσκό και σε φίλεφε μιαν άγνωστη περίλαμπρη λέξη ! Μονάχα όποιος αγαπάει τη δημοτική γλώσσα με τόσο πάθος νιώθει πως δεν πειράζει που παλεύει χωρίς βοήθεια μέσα στην αμάθεια, την τεμπελιά καί την αδιαφορία της ράτσας του".
Η κρηταελΛηνική γλώσσα γραφής (κατά την γλωσσολόγο Ειρήνη Φιλιπ- πάκη) εμπεριέχει τελικά ένα ιδιότυπο ασκητισμό, όπου η τέχνη του λόγου ακολουθεί τους κυματισμούς της ζωής ως την άβυσσο ενός ανείπωτου κόσμου. Και τα έσχατα λόγια του Κ. (Αντίπολις, 4-6-1957) : " Θέλω να πε- θάνω στην Κρήτη. Είναι η γη μου. Εκεί στο Κάστρο. Κί αν δεν προφθάσω να πεθάνω εκεί, εκεί θέλω να με βάφουνε. Το σώμα της Κρήτης έφτιασε το αίμα μου, αυτό θέλω να το πιεί".
Εδώ τον περίμεναν οι άνθρωποί του, όχι μόνο όσοι ομοθυμαδόν επρό- κειτο να τον τίμησαν επιτάφια αλλά τα πρόσωπα που είχε ζήσει στην παιδική του ηλικία. Αυτά που λέγει ο ίδιος μάχονταν ν'αναστήσει στον Καπετάν Μιχάλη της παιδικής του ηλικίας. Ειαυτά, συνεχίζει πασχίζε να γράψει δυο τρεις γραμμές, αξίζουν μια μικρή θέση στον ήλιο, ένα καλό λόγο. Ποιος να γράψει γιαυτούς ; Και τα παιδιά τους και τα αγγόνια τους, τους ξέχασαν". Άραγε μόνο εκείνους αφορούσε αυτή η επιθυμία ;
Ο μεγάλος λογοτέχνης που τιμάται ανά τον κόσμο και δη από την Εταιρεία Φίλων, "έζαινε" κρυφά μα μαστορεμένα, όσα σαν μύρια κύματα έγιναν σελίδες λόγου και τέχνης για την οικουμένη των αναγνωστών του, φυτώριο γαρ και η παρούσα εσπερίδα.
[1] Για το θέμα της βιωματικής γλώσσας βλ. : R. Jakobson, Lihguistics and Poetics, Cambridge 1978. Επίσης Γ. Μπαμπινιώτης, Γλωσσολογία και Λογοτεχνία, Αθήνα 1991, σελ. 84 κ.ε.. Μια πλήρης και εμπεριστατωμένη μελέτη για την λέξη στον Καζαντζάκη είναι : Ν. Παπαδογιαννάκη, Προς μια βιωματική διάσταση της λέξης, Μνήμη Πρεβελάκη- Καζαντζάκη, έκδοση I. Λ. Ε. Ρ., επιμέλεια Ν. Παπαδογιαννάκη, Ρέθυμνο 2000.
[2] Θ. Δετοράκη, Εισαγωγή στη σπουδή των αγιολογικών κειμένων, Ρέθυμνο 1985 (παν/κές παραδόσεις). Αξιόλογη ωστόσο μελέτη είναι : το ιστορικό υπόστρωμα των Κρητικών έργων του Ν. Καζαντζάκη, Νεοκρητικά Μελετηματα 1971-2005, τόμος Β', έκδοση Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, Ηράκλειο 2005, σελ. 179-184.
[3] Πρόκειται για απόκρυφο κείμενο χρονολογούμενο τον 3° ή 4° αιώνα μ. X., προσφιλέστατη ωστόσο λαϊκή φυλλάδα.
[4] Ν. Καζαντζάκης, Οδύσσεια, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1966. Επίσης βλ. Π. Πρεβελάκη, Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, Αθήνα 1958.
[5] Από τις πρώτες μελέτες για τη γλώσσα του Καζαντζάκη είναι : Ανδριώτης Νικόλαος, Η γλώσσα του Καζαντζάκη, Νέα Εστία (Χριστούγεννα 1959), Αγαπητός Τσοπανάκης, Η γλώσσα και το λεξιλόγιο του Καζαντζάκη, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1977. Πληρέστερη μελέτη με ειδικές παρατηρήσεις βλ. Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, Νεοελληνικός λόγος, κεφ.7 Το πρόβλημα των ιδιωματικών στοιχείων στην νεοελληνική λογοτεχνία, σελ. 161187, όπου πλούσια και ειδική βιβλιογραφία. Του ιδίου επίσης : Κρητολογικά Μελετημα- τα, Παν/κές εκδόσεις 2001, σελ. 319-326, όπου πρωτότυπα αναπτύσσεται η μεταγλωσσική εμπειρία του Καζαντζάκη. Επίσης βλ. Ν. Κοντοσόπουλου, Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής, Αθήνα 1981. Παλιότερη αλλά σημαντική εξάλλου παραμένει η μελέτη του P. Bien, Kazantzakis and the Linguistic Reyolution in Greek Literature, Princeton Un. Prees 1972.
[6] Ν. Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, Αθήνα 1961 (φιλολογική και τυπογραφική επιμέλειας Εμμ. X. Κάσδαγλη), απ'όπου και οι παραπομπές.
[7] Ν. Καζαντζάκη, Συμπόσιον, έκδοση Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1971(2φ
[8] Σύμφωνα με όσα θα γράψει τον Μάρτιο του 1924 στη Γαλάτεια (βλ. Ν. Καζαντζάκης, Επιστολές προς τη Γαλάτεια, εκδόσεις Δίφρος, Αθήνα 1958.
[9] Για τη λαϊκή γλώσσα του Κ. και συγκεκριμένα για τους αστεϊσμούς (περιπαίγματα)
έχει δημοσιεύσει ο γράφων τη μελέτη : Μανώλη Γ. Ανδρουλιδάκη, Περιπαίγματα στην Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη, πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, έκδοση Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, Νοέμβριος 2011. Επίσης του ιδίου : Ο Καζαντζάκης και η κρητική διάλεκτος, παν/κές παραδόσεις, Διδασκαλείο Δ. Εκπ/σης του Πν/μίου Κρήτης, Ρέθυμνο 2009-2010.
