Με τη βοήθεια της Θείας Δύναμης οι ηλικιωμένοι του γειτονικού μας νομού, των Χανίων, πήρανε την απόφαση να συμμετάσχουν στην ημερήσια εκδρομή που οργάνωσε το γραφείο της επιθυμίας τους. Έτσι αφού ο καιρός ήτανε καλός, την περασμένη Κυριακή αφήσανε πίσω τους τη μοναξιά που περνούν κάθε ημέρα στο καφενείο της γειτονιάς τους, στην καρέκλα και στο κρεβάτι του σπιτιού τους. Το πρόγραμμα ήτανε περνώντας από το Ρέθυμνο να πάρουν τον πρωινό τους καφέ και συγχρόνως δύο φίλους που μας περιμένανε και στη συνέχεια να επισκεπτούν «το σπίτι του βοσκού» στους πρόποδες του Ψηλορείτη, περιοχή Κράνας Μυλοποτάμου, με ενδιάμεση στάση στο Μοναστήρι Χαλεπά για προσκύνημα. Κατά τη διαδρομή ένας ηλικιωμένος είπε ότι στην Κατοχή όλα τα σπίτια στα χωριά ήτανε του γεωργού ή του κτηνοτρόφου ή και τα δύο μαζί. Στη συνέχεια φθάσαμε στην είσοδο του συγκροτήματος «στο σπίτι του βοσκού» όπου εκεί μας περίμενε η ιδιοκτήτρια οικογένεια αυτού που την εκπροσωπούσε ένα από τα παιδιά της, ο Γιώργος. Ένα παλικάρτι γελαστό, χαρούμενο, ανδρειωμένο κρατώντας στο δεξί του χέρι την κατσούνα του βοσκού όπου μετά από λίγο ένας της παρέας μας λόγω ενθουσιασμού του αφιέρωσε τους παρακάτω στίχους: Κατσούνα μου κοπέλι μου – δείξε την αφεντιά σου – όταν γεράσω και πονώ – θέλω τη συντροφιά σου. Κατσούνα να έχει ο βοσκός – ράσο, τσιφτέ και σκύλο – βουργιάλι να ‘χει φαγητό – ποτέ δεν κάνει πίσω. Όταν γεράσουμε κι οι δυο – θα φύγουμε αντάμα – στου Άδη τις βουνοκορφές – θα ζήσουμε για πάντα. Μετά μας είπε τη σειρά που θα ακολουθήσουμε για να γνωρίσουμε το σπίτι τους που τα περισσότερα έχουν θεμέλια της παλιάς εποχής και επάνω της κτίστηκε η νέα που έχουμε σήμερα. Ακολουθώντας τον μας πήγε στον χώρο που φιλοξενούν μερικά ζώα του βουνού και της παλιάς εποχής με τα ονόματά τους και την καταγωγή τους. Τη σειρά πήρε το ρακοκάζανο που εκείνη την ώρα είχε αρχίσει να παράγεται η ρακή που όλοι τη δοκιμάσαμε. Σε σύντομο χρόνο μας ενημέρωσαν για τον τρόπο παραγωγής μέχρι να φθάσει να την πίνουμε.
Αμέσως μετά βρεθήκαμε στον χώρο ψησίματος του αντικριστού που θα το απολαύσουμε σε λίγο όλοι μαζί. Μας εντυπωσίασε που μας είπε ο Γιώργος ότι χρησιμοποιούν μόνο ξύλα ελιάς καθότι η φλόγα τους λόγω της ιδιότητάς της το κάνει ακόμα πιο νόστιμο. Η τελευταία μας ενημέρωση ήτανε στο μικρό τους τυροκομείο. Είχανε βάλει γάλα σε ένα μικρό καζάνι και αυτό επάνω στο φλόγιστρο για να βράσει. Ένας νεαρός το ανακάτευε με μια ξύλινη κουτάλα και όταν έφθασε γύρω στους 80-90 βαθμούς η θέρμανσή του βάλανε μέσα μια μικρή ποσότητα ξίδι και αμέσως έγινε τυρί. Μέτα το βάζανε σε μικρά με τρύπες δοχεία και σε πέντε λεπτά ήτανε έτοιμο το τυροζούλι και το δοκιμάσαμε με τη ρακή τους που μας κεράσανε. Αφού τελείωσε η ενημέρωσή μας πήραμε τον δρόμο προς το εστιατόριο. Ανοίγοντας την πόρτα αντικρίσαμε έναν απέραντο χώρο και στο μέσον η τραπεζαρία έτοιμη για να γευτούμε τους παραδοσιακούς μεζέδες του σπιτιού τους. Μπαίνοντας μέσα αναπνεύσαμε τις νόστιμες μυρωδιές των φαγητών που είχανε ετοιμάσει με πρώτο του αντικριστού που ψήθηκε από ξύλα ελιάς. Παρά την κούραση που είχαμε από την ενημέρωση των εξωτερικών εγκαταστάσεων η όρεξή μας αμέσως άνοιξε από τους πρωτότυπους μεζέδες που ερχότανε ο ένας μετά τον άλλο για να μας την ανοίξει ακόμα κι άλλο. Το προσωπικό ήτανε συνέχεια παρών και ότι θέλαμε σε λίγο χρόνο ήτανε κοντά μας. Επί αρκετή ώρα υπήρχε σιγή γιατί κυριαρχούσανε οι νοστιμάδες όλων των φαγητών που τα απολαμβάναμε χαρούμενοι. Όμως εκτός των φαγητών τα βλέμματα όλων μας πήγανε και στο πέτρινο δημιούργημα των εγκαταστάσεων. Σίγουρα χρειαστήκανε πολλά χρόνια για να γίνουν οι μελετημένες αυτές εργασίες που κοσμούν όσους πήρανε μέρος με πρώτη την οικογένεια του βοσκού που έκανε αυτήν τη σκέψη. Το ίδιο και αμέτρητοι τόνοι ειδικής πέτρας να μεταφερθούν από διάφορες περιοχές. Μετά με τη βοήθεια της Θείας δύναμης και με την αρχιτεκτονική τους επεξεργασία έγινε αυτό το επιθυμητό τους απέραντο έργο που σήμερα αποτελεί κόσμημα οικογενειακής δημιουργίας. Από όλους τους εκδρομείς έγιναν πολλά ευγενή σχόλια για τους ιδιοκτήτες που το έργο τους κόσμησε την οικογένεια και όλη την περιοχή. Ακόμα λέγανε ότι έχει σήμερα μεγάλη αξία για τους νέους που δεν γνωρίζουν αυτά που βιώσανε οι πρόγονοί τους την παλιά εποχή στα επαγγέλματα του κτηνοτρόφου και του αγρότη και ότι σήμερα επιβάλλεται να τα μάθουν. Γι’ αυτό η Πολιτεία έχει την υποχρέωση να ενδιαφερθεί για να πηγαίνουν να τα επισκέπτονται όταν φοιτούν εις τα σχολεία τους με τις μαθητικές τους εκδρομές και να τα βλέπουν ζωντανά πώς ήτανε η εποχή που ζήσανε οι πρόγονοί τους. Έτσι μόνο αυτό το συγκρότημα θα γίνει ανώτερο σχολείο και θα βοηθάει στην πρόοδό τους. Φεύγοντας η οικογένεια «το σπίτι του βοσκού» εισέπραξε τόσα πολλά μπράβο όσοι ήτανε και οι εκδρομείς από τα Χανιά. Ένας ηλικιωμένος όρθιος μέσα στο λεωφορείο είπε: ότι μάθαμε από την ενημέρωση και ότι είδαμε να τα μεταφέρουμε στην πόλη μας γιατί έχουν μεγάλη αξία και πρέπει όλοι να γνωρίζουμε πρώτα τα δικά μας μέρη και μετά να πηγαίνουμε στα ξένα κράτη.

