ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΑΠΟΨΕΙΣ

Άη Γιάννης Καμένος και Σπήλι: Δύο μάχες της αρχής της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη.

0

Η μεγάλη εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821 ξεκίνησε, επίσημα, στην Κρήτη στις 29 Μαΐου, στη Μονή της Θυμιανής στα Σφακιά, όπου πάρθηκε η μεγάλη απόφαση για τη συμμετοχή των Κρητών σε αυτή. Όσον αφορά στα πολεμικά γεγονότα, οι περισσότεροι ιστορικοί (Κριτοβουλίδης, Μουρέλος, Παπαδοπετράκης, Ψιλάκης), συνηγορούν ότι η πρώτη μάχη δόθηκε στην περιοχή Λούλος Χανίων στις 14 Ιουνίου, με είκοσι Τούρκους νεκρούς και μόλις έναν Κρητικό. Υπάρχουν, όμως, ιστορικοί οι οποίοι τοποθετούν, χρονικά, τη μάχη των δύο αντιμαχόμενων πλευρών στον Άη Γιάννη τον Καμένο στις 13 Ιουνίου. Όπως και να έχουν, βέβαια, τα γεγονότα, ελάχιστη σημασία έχει ποια μάχη προηγήθηκε, με διαφορά ελάχιστων ημερών. Σημασία έχει ότι τις πρώτες εκείνες ημέρες της έκρηξης, οι επαναστάτες, βρίσκοντας απροετοίμαστους τους Τούρκους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι οι Κρητικοί ξεσηκώθηκαν, κατήγαγαν εναντίον τους μικρής σε έκταση νίκες, τεράστιες όμως όσον αφορά την ανάκαμψη του φρονήματός και του ηθικού τους.

Οι δύο μάχες, όμως, που θα ασχοληθούμε στο παρόν άρθρο, άσχετα με τον χρόνο που διαδραματίστηκαν, είχαν ιδιαίτερη σημασία στην ανύψωση και τόνωση του ηθικό των Κρητών, αφού σε αυτές έχασαν τη ζωή τους δύο από τους σημαντικότερους και φοβερότερους για την αγριότητα και τις ωμότητές τους εναντίον των χριστιανών, Τουρκοκρητικοί γενίτσαροι: Ο Ισμαήλ αγά Κουντούρης και ο Ντελή-Μουσταφά. Ο τίτλος και μόνο του αγά[1], που έφερε ο Ισμαήλ Κουντούρης, μαρτυρά την υψηλή θέση που κατείχε στην τουρκοκρητική κοινωνία του Ρεθύμνου.

Ο Ιωάννης Τσουδερός σε προχωρημένη ηλικία

Πρώτες αντιδράσεις των Τούρκων

Πληροφορούμενοι οι Τούρκοι το ξέσπασμα της επανάστασης στην Κρήτη, ενήργησαν άμεσα και βίαια. Στις 17 Μαΐου ο όχλος των Χανίων συνέλαβε και απαγχόνισε στην πλατεία της Σπλάντζιας στα Χανιά τον Επίσκοπο Κισάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκη και τον δάσκαλο Καλλίνικο Βεροιαίο, ενώ  στις 15 Ιουνίου προχώρησε στη σφαγή 300 αμάχων της πόλης και φυλάκισαν τον Επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου Καλλίνικο Σαρπάκη και τους Ηγουμένους των Μονών Γωνιάς και Γουβερνέτου.  

Την επόμενη ημέρα, στις 16 Ιουνίου, είχαμε παρόμοια γεγονότα από το άτακτο μουσουλμανικό πλήθος και στην πόλη του Ρεθύμνου. Άρχισαν να τρομοκρατούν τους χριστιανούς της πόλης, να λεηλατούν τα σπίτια και τα καταστήματά τους, ενώ σκότωσαν τον Χρήστο Καλλέργη και τον Ιωάννη Δεληγιώργη. Παράλληλα, φυλάκισαν τον Επίσκοπο Ρεθύμνου Γεράσιμο Περδικάρη, ενώ σε επιδρομή τους στα Περιβόλια σκότωσαν περίπου 60 αμάχους.

Ο σκοπός των Τούρκων ήταν προφανής. Να καταπνίξουν την επανάσταση εν τη γενέσει της, πριν αυτή προλάβει να εξαπλωθεί και στο υπόλοιπο νησί και κυρίως, πριν προλάβουν οι Κρητικοί να οπλιστούν στο σύνολό τους.

Γεώργιος Τσουδερός, Αρχηγός Αγίου Βασιλείου

Μάχη στον Άη Γιάννη τον Καμένο

Στη βάση αυτού του σχεδίου, διατάχτηκε ο Ισμαήλ Αγά Κουντούρης από τον Μεχμέτ πασά του Ρεθύμνου να κινηθεί εναντίον των Σφακίων μέσω της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Η δύναμη που είχε μαζί του ήταν, κατ’ άλλους ιστορικούς, 200 άντρες και κατ’ άλλους 600. Ο στόχος ήταν να καταληφθούν τα χωριά Καλή Συκιά και Άη Γιάννης ο Καμένος και με επικουρικές δυνάμεις που θα ξεκινούσαν από το Ηράκλειο, να κινηθούν οργανωμένα εναντίον των Σφακίων, να καταπνίξουν την επανάσταση και να φέρουν τα κεφάλια των πρωτεργατών στο Ρέθυμνο.

Οι επαναστατικοί αρχηγοί του Ρεθύμνου, Ρούσος Βουρδουμπάς, Δεληγιαννάκηδες, Κουτρουμπάδες, Τσιριντάνης, Πολογιωργάκης, καθώς και τα τρία αδέρφια Τσουδεροί, Γεώργιος, Ιωάννης και ο Ηγούμενος της Μονής Πρέβελη, Μελχισεδέκ, επιστρέφοντας από τη Γενική Συνέλευση της Παναγίας της Θυμιανής, που είχε πραγματοποιηθεί στις 29 Μαΐου, πληροφορήθηκαν τις κινήσεις των Τούρκων. Ειδικά ο Ηγούμενος Μελχισεδέκ Τσουδερός, είχε ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Ισμαήλ Αγά, αφού ο τελευταίος, μερικές ημέρες πριν, στις 24 του Μάη, είχε προσπαθήσει, με τέχνασμα, να συλλάβει τον Ηγούμενο και να τον οδηγήσει στο Ρέθυμνο για να τον απαγχονίσουν. Η πυρπόληση του Μοναστηριού και ο φρικτός θάνατος δύο υπέργηρων καλόγερων της Μονής, είχαν μείνει χαραγμένα στη μνήμη του Μελχισεδέκ.  

Οι επαναστάτες, με συμβουλή του Ηγουμένου, που ήξερε καλά την περιοχή του Άη Γιάννη, αποφάσισαν να χτυπήσουν, εκεί, αιφνιδιαστικά τους Τούρκους, πριν καταφθάσουν οι επικουρίες από το Ηράκλειο. Η μάχη ξεκίνησε με το χάραμα της 16ης Ιουνίου του 1821. Οι Κρητικοί επιτέθηκαν με σφοδρότητα στους μουσουλμάνους, που δεν περίμεναν τέτοιας έντασης επίθεση. Ο ηρωισμός του Ισμαήλ Αγά και του Γλυμίδ-Αλή, διατήρησαν τις θέσεις τους για αρκετή ώρα. Με αντεπιθέσεις και από τις δύο πλευρές, η μάχη έδειχνε αμφίρροπη.

Σε ένα γιουρούσι, όμως, των Τούρκων, τραυματίστηκε ο Γλυμίδ-Αλής[2] και κλονίστηκε το φρόνημα των Τούρκων. Ο θάνατος, λίγη ώρα μετά, του Ισμαήλ Αγά Κουντούρη, μετέτρεψε τον κλονισμό σε πανικό. Οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν άτακτα, εγκαταλείποντας τον οπλισμό τους για να σωθούν.

Στη μάχη, που δεν κράτησε παραπάνω από δύο ώρες, οι Τούρκοι είχαν 22 σκοτωμένους και τριπλάσιους πληγωμένους, ενώ οι επαναστάτες έχασαν τρεις άντρες και πληγώθηκαν επτά. Δύο τούρκικα μπαϊράκια έπεσαν στα χέρια των Κρητικών, ενώ κατάφεραν να πάρουν πολλά ζώα φορτωμένα με τα είδη της επιμελητείας των Τούρκων. Τέλος, πολλοί άοπλοι ραβδούχοι[3] κατάφεραν να οπλιστούν με τα όπλα που πήραν από τους σκοτωμένους αντιπάλους τους και από αυτά που έριχναν, τρέχοντας για να σωθούν.

Οι επαναστάτες, παίρνοντας θάρρος, συνέχισαν να καταδιώκουν τους Τούρκους και θεώρησαν καλό να προχωρήσουν στην εκκαθάριση και άλλων χωριών. Πράγματι, όδευσαν προς τα χωριά Κούμους και Αρμένους, εκδιώκοντας από εκεί τους Μουσουλμάνους που διέμεναν. Πήραν τα όπλα που βρήκαν στα σπίτια τους κι έτσι οπλίστηκαν κι άλλοι Κρητικοί οι οποίοι λαχταρούσαν για ένα τουφέκι σε αυτές τις πρώτες ημέρες της επανάστασης. Τέλος, επέστρεψαν στην Κοξαρέ όπου στρατοπέδευσαν για να οργανώσουν τις επόμενες κινήσεις τους.

Μελχισεδέκ Τσουδερός, Ηγούμενος της Μονής Πρέβελη

Μάχη στην περιοχή Καψαλές Σπηλίου

Ευρισκόμενοι στην Κοξαρέ οι επαναστάτες πληροφορήθηκαν ότι ο τρομερός για τη σκληρότητά του Ντελή Μουσταφάς, με 300 περίπου Αμπαδιώτες Τούρκους, είχαν αρχίσει εκφοβιστική επιδρομή στα χωριά του Αη Βασίλη, Μέλαμπες, Κρύα Βρύση και Ακούμια, πυρπολώντας, αρπάζοντας και σκοτώνοντας όποιον χριστιανό έβρισκαν στο διάβα τους, προχωρώντας προς το Σπήλι.

Οι αρχηγοί τους έκριναν σκόπιμο να επιτεθούν στον Ντελή Μουσταφά, ανακόπτοντας, έτσι, την πορεία του. Η νικηφόρα μάχη της προηγούμενης μάχης στον Άη Γιάννη τον Καμένο είχε χαλυβδώσει τους Κρητικούς και είχε αναπτερώσει το φρόνημά τους. Ο Ηγούμενος Μελχισεδέκ Τσουδερός, με έναν φλογερό λόγο έδωσε θάρρος στους επαναστάτες, καλώντας τους, μάλιστα, να αφήσουν τα λάφυρα της προηγούμενης νίκης στην Κοξαρέ, ώστε να κινηθούν πιο γρήγορα προς το Σπήλι, αφού η νίκη τους είναι βέβαιη και θα επιστρέψουν με περισσότερα λάφυρα. Πράγματι, τα λόγια του Ηγουμένου εισακούστηκαν, άφησαν τα λάφυρα σε μια πλατεία της Κοξαρές, με βάρδιες να τα φυλάνε και με τα τουφέκια και τα πολεμοφόδιά τους κινήθηκαν γοργά προς το Σπήλι να συναντήσουν τον Ντελή Μουσταφά.

Οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές συναντήθηκαν στη θέση Καψαλές, λίγο έξω από το Σπήλι. Οι χριστιανοί, έχοντας πάρει ψυχική δύναμη από την προηγούμενη νίκη τους, επιτέθηκαν με ορμή στους Αμπαδιώτες, οι οποίοι τα ‘χασαν. Σε λιγότερο από μία ώρα τους διασκόρπισαν, αφήνοντας μόνο του τον Ντελή Μουσταφά με τους δύο γυναικάδελφούς του, οι οποίοι, επιδεικνύοντας πραγματική ανδρεία, είχαν ταμπουρωθεί σε μια ισχυρή οχυρή θέση και πυροβολούσαν εναντίον των Κρητικών. Όποιος προσπάθησε να πλησιάσει, το πλήρωσε με τη ζωή του.

Η άνιση αυτή μάχη κράτησε αρκετή ώρα, με τους μουσουλμάνους να έχουν φέρει σε δύσκολη θέση τους χριστιανούς. Τότε, ο Ιωάννης Τσουδερός, αδερφός του Ηγούμενου, «σύρθηκε ωσάν όφις», αγνοώντας τα φονικά βόλια των αντιπάλων και βρέθηκε στην πλάτη τους. Ο Ντελή Μουσταφάς με τους άλλους δύο συμπολεμιστές του αναγκάστηκαν να παραδοθούν, αφού πρώτα πήραν διαβεβαιώσεις από τους Κρητικούς ότι δεν θα τους σκοτώσουν. Η παράδοση αναφέρει ότι τις ασημένιες μπιστόλες του και το καριοφίλι του, που εποφθαλμιούσαν όλοι οι Κρήτες αρχηγοί, ζήτησε να τα χαρίσει στον Ιωάννη Τσουδερό, αυτόν που τον ανάγκασε να παραδοθεί. Λέγεται ότι ο Ντελή Μουσταφάς είπε: «Έχω σκοτώσει τόσους χριστιανούς, που μόνο Γιάννηδες ήταν 99. Αλλά βρέθηκε ο τελευταίος Γιάννης για να με πιάσει».

Μετά την παράδοσή τους, οι Κρητικοί τους οδήγησαν στον Καμένο Άη Γιάννη για να τους δείξουν τα πτώματα του Ισμαήλ Αγά Κουντούρη και των άλλων γενιτσάρων. Εκεί, τους τουφέκισαν, μη τηρώντας, δυστυχώς, την υπόσχεσή τους, παρόλο που θα μπορούσαν να τους κρατήσουν ως ομήρους και να τους ανταλλάξουν με άλλους χριστιανούς που είχαν συλλάβει οι Τούρκοι.

Οι δύο αυτές μάχες, εκτός από την ψυχολογική τόνωση που έδωσε στους επαναστάτες, αφού είδαν ότι οι Τούρκοι δεν είναι ανίκητοι και άτρωτοι, όπλισε πολλούς αμάχους με τουφέκια και πολεμοφόδια, αυξάνοντας τον αριθμό των οπλισμένων Κρητικών για τις επόμενες μάχες που θα ακολουθούσαν.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Βουρλιώτης Εμμανουήλ, Οι πρώιμες αφηγηματικές πηγές για την επανάσταση του 1821 στην Κρήτη, στο Νέα Χριστιανική Κρήτη, τ. 33, Ρέθυμνο, 2014.
  • Γούδας Α., Βιογραφία Τσουδερών ή Καλλεργών, Εν Αθήναις, 1930
  • Ζαμπελίου, Κριτοβουλίδη, Ιστορία των επαναστάσεων της Κρήτης – συμπληρωθείσα υπό Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη, Αθήναι, 1971.
  • Μουρέλλος Δ. Ιωάννης, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειον, 1931.
  • Μουρέλλος Δ. Ιωάννης, Κρητικαί Βιογραφίαι, Εν Αθήναις, 1931.
  • Παπαδάκης Μιχάλης, Το Μοναστήρι του Πρέβελη στην Κρήτη, Αθήνα, 1978.
  • Παπαδοπετράκης Γρηγόριος, Ιστορία των Σφακίων, Αθήναι, 1971.
  • Σπυρόπουλος Γιάννης, Οθωμανική διοίκηση και κοινωνία στην προεπαναστατική δυτική Κρήτη, (Επιστημονική επιμέλεια Ασπασία Παπαδάκη), Γ.Α.Κ. Ν. Ρεθύμνης, Ρέθυμνο, 2015.
  • Ψιλάκης Βασίλειος, Ιστορία της Κρήτης, Τ. Γ’, Εκδόσεις Μινώταυρος, Χανιά, χ.χ.

 


[1] Αγάς: Τίτλος που δινόταν σε υψηλόβαθμους αξιωματικούς του στρατού, κυρίως σε αρχηγούς στρατιωτικών σωμάτων, αλλά και σε μη στρατιωτικούς, όπως σε υψηλόβαθμους μουσουλμάνους διοικητικούς αξιωματούχους και γενικά σε μουσουλμάνους προύχοντες.

[2] Ο Γλυμίδ-Αλής θα σκοτωθεί, λίγους μήνες αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου 1822 στη μάχη στα Ακόνια, έξω από το Ρουσσοσπίτι.  

[3] Στις πρώτες μάχες της επανάστασης, υπήρχε μεγάλη έλλειψη όπλων στους επαναστατημένους Κρητικούς. Σε κάθε μάχη, πίσω από τους οπλισμένους, υπήρχαν διπλάσιοι άοπλοι, με μοναδικό τους όπλο τη «σπαθόβεργα» και τη «χουρχούδα», που στα χέρια των επαναστατών ήταν αξιόμαχα φονικά όπλα. Στη μάχη στον Σκλαβόκαμπο, έξω από τα Ανώγεια, στις 26 Απριλίου 1822, οι Ανωγειανοί αντιμετώπισαν τους Τούρκους, αποκλειστικά, σχεδόν, με αυτά τα όπλα.  

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ