ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ακολουθία των ιλίγγων μας του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Νεότερες βιολογικές ηλικίες

Στη Γαλλία του δέκατου όγδοου και των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα, το 13 τοις εκατό των εικοσάχρονων είχαν χάσει και τους δυο γονείς τους και τα τρία τέταρτα από αυτούς δεν είχαν κανέναν ανιόντα εν ζωή. Οι προνομιακές σχέσεις μεταξύ παππούδων και εγγονιών, οι οποίες ήταν τόσο αρμονικές σύμφωνα με τη λογοτεχνία, δεν υπήρχαν παρά ως εξαιρέσεις περιορισμένες εντός των πλουσιότερων τάξεων που ήταν και οι κύριοι καρπωτές της τότε μειωμένης θνησιμότητας. Ωστόσο αυτό δεν αποκλείει μια νέα ένταση και ποιότητα σ' εκείνες τις ανταλλαγές.

Εάν το 42 τοις εκατό των παιδιών είχαν ένα τουλάχιστον ζευγάρι παππούδων κατά τη γέννησή τους, το πιθανότερο ήταν να τους χωρίσει ο θάνατος κατά την παιδική τους ηλικία: μέχρι να φθάσουν τα 21, το 73 τοις εκατό είχε χάσει ήδη τους παππούδες του. Σε προηγούμενες εποχές, οι γενιές διαδέχονταν η μία την άλλη, χωρίς την επικάλυψη που παρατηρείται σήμερα.

Ο τρέχων ρυθμός θανάτων σημαίνει ότι η μέση ηλικία που χάνει κάποιος και τους δύο γονείς είναι τα 48, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμιά σχεδόν μεταβολή στη μέση ηλικία των κληρονόμων.

Από την άλλη, η μονάδα της οικογένειας έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά της, και δεν εξαφανίζεται προτού ενηλικιωθούν τα παιδιά: το 90 τοις εκατό των ατόμων έχουν ένα γονιό ή έναν παππού ή γιαγιά, στα εικοστά πρώτα τους γενέθλια. Σχεδόν ποτέ δεν χρειάζεται να κληθούν πλάγιοι συγγενείς για την ανατροφή τους.

Από όλες τις απόψεις που συζητήθηκαν παραπάνω προκύπτει ότι η κατάσταση των ηλικιωμένων σήμερα είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη του δέκατου όγδοου αιώνα. Οι διαφορές όμως είναι λιγότερο εμφανείς, εάν κοιτάξει κάποιος και άλλες όψεις της οικογενειακής ζωής. Πάρτε παράδειγμα την ενσωμάτωση των εξηντάρηδων με τα αδέλφια τους.

Στην «Παλαιά Γαλλία» ένας εξηνταπεντάχρονος είχε κατά μέσον όρο 1,37 επιζώντα αδέλφια. Το νούμερο αυτό δεν είναι και πολύ υψηλότερο σήμερα, λόγω του χαμηλού ρυθμού γεννήσεων: 1,55, με λίγο μικρότερη διακύμανση απ' όση του δέκατου όγδοου αιώνα. Οι διαφορές ηλικιών όμως μεταξύ αδελφιών είναι μικρότερες από παλαιότερα. Σήμερα, το 45 τοις εκατό των αδελφιών εξηνταπεντάχρονων είναι μεγαλύτερα και το 55 τοις εκατό μικρότερα.

Η κατάσταση αυτή έρχεται σε άμεση αντίθεση με εκείνη που επικρατούσε κατά το Παλαιό Καθεστώς, όταν μόνο το 27 τοις εκατό ήταν μεγαλύτερα. Μετά από αυτή την ηλικία, ο άνθρωπος ήταν συνήθως το μεγαλύτερο από τα αδέλφια του. Συνεπώς η συμπεριφορά και η αντίληψη περί ηλικίας διαφέρουν ριζικά από την μία περίοδο στην άλλη.

Όσο για τους θείους και τις θείες, αυτοί εξαφανίζονταν εξίσου γρήγορα με τους γονείς στο παρελθόν, ενώ τώρα ζουν πολύ μετά την ενηλικίωση των ανιψιών τους. Επίσης, λόγω των μικρότερων ηλικιακών διαφορών μεταξύ των αδελφιών, οι γενιές θείων και ανιψιών δεν διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς επικάλυψη.

Οι σύγχρονες ομάδες άμεσων συγγενών πλησιάζουν το μέγεθος των αντίστοιχων του δέκατου όγδοου αιώνα, αλλά οι ηλικιακές διαφορές ήταν παλιότερα πολύ πιο σημαντικές. Σήμερα, όπως και τότε, ένας εξηνταπεντάχρονος απαριθμεί περί τα είκοσι άτομα με τα οποία έχει άμεση συγγένεια.

Στο παρελθόν όμως την ομάδα αποτελούσαν κυρίως πλάγιοι συγγενείς, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες η κάθετη συγγένεια έχει καταλάβει μεγαλύτερο μέρος. Τέλος, οι συγγενείς ενός εξηνταπεντάρη στο παρελθόν περιλάμβαναν όλες σχεδόν τις ηλικιακές ομάδες, ενώ σήμερα διαπιστώνονται συγκεντρώσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στις διαδοχικές γενιές, στις ηλικιακές ομάδες των 35-40 και 10-15.

Συνολικά οι αλλαγές αυτές έχουν μεταβάλλει βαθιά τα συναισθήματα ως προς την ηλικία: το να είσαι σήμερα 60 ετών σημαίνει να περιβάλλεσαι από τις γενιές των γονιών σου, από πλάγιους συγγενείς, που είναι επίσης εξηντάρηδες ή και περισσότερο, και από τα παιδιά και ίσως τα εγγόνια σου.

Η κατάσταση αυτή ουδεμία ομοιότητα έχει με εκείνες που έζησαν οι ηλικιωμένοι στο Παλαιό Καθεστώς, χωρίς γονείς, με μόνο μερικούς πλάγιους συγγενείς της ίδιας περίπου ηλικίας και με ένα δίκτυο συγγενειών ομοιόμορφα απλωμένο σε όλες τις ηλικίες, ειδικά μέχρι την ηλικία των 40.

Η πραγματικότητα του να είσαι 60 ετών έχει αλλάξει και από άποψη δημογραφικού προσδοκώμενου. Από το 1750 μέχρι το 1985, το ποσοστό των νέων ενηλίκων που έφθασαν το εξηκοστό έτος αυξήθηκε από το 42 στο 82 τοις εκατό για τους άντρες και από το 45 στο 92 τοις εκατό για τις γυναίκες.

Στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, ένας νεαρός ενήλικας είχε τέσσερις μόλις πιθανότητες στις δέκα να φθάσει σ' αυτό το ηλικιακό κατώφλι. Με την έναρξη του αιώνα, οι πιθανότητες ήταν έξι στις δέκα και τα λίγα προηγούμενα χρόνια πέρασαν τις οκτώ (εννέα, εάν ο νεαρός είναι έφηβος). Ως εκ τούτου μια ολόκληρη γενιά θα φθάσει τα εξήντα, με αποτέλεσμα η ηλικία αυτή να δείχνει πολύ λιγότερο ακραία απ' όσο έδειχνε μόλις μισό αιώνα πριν.

Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται πλέον κατώφλι των γηρατειών, ειδικότερα τώρα που ο ορίζοντας του προσδόκιμου της ζωής έχει ανοίξει τόσο πολύ; Στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, η ηλικία μετά την οποία απέμενε μία δεκαετία ζωής ήταν τα 64· το 1900 ήταν τα 65,7 για τους άντρες και 67,2 για τις γυναίκες· σήμερα είναι 72,3 και 77,6 αντίστοιχα. Εάν ένα από τα κριτήρια για τον καθορισμό της έναρξης των γηρατειών είναι το να «έχεις προχωρήσει πολύ στον δρόμο της ζωής», τότε τα εξηκοστά γενέθλια δεν αντιστοιχούν πλέον σε αυτό το οδόσημο.

Τι σημαίνει «είμαι γέρος»;

Η σύγκριση της αναλογίας των ατόμων ηλικίας 60 ετών και άνω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, στις αρχές του εικοστού και σήμερα δεν έχει νόημα, γιατί τα «ηλικιωμένα» άτομα εσχάτως διαφέρουν ριζικά ως προς το μέλλον, το προσδόκιμο του βίου, τη θέση στις επόμενες γενεές και την κατάσταση της υγείας τους.

Ποιος διαφωνεί ότι η ανθρώπινη κατάσταση που περιγραφόταν με την κατηγοριοποίηση «γέροι άνω των 60» εξελίχθηκε ελάχιστα το διάστημα 1850 με 1930 και ότι άλλαξε ριζικά στο περασμένο δεύτερο μισό του αιώνα;

Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η μελέτη του ποσοστού των ατόμων ηλικίας 60 και άνω από τον δέκατο όγδοο αιώνα και εξής θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατανόηση της μακραίωνης εξέλιξης του πληθυσμού;

Ποια δημογραφική αλήθεια θα μπορούσε να προκύψει από μια τέτοια μελέτη;

Είναι δυνατόν να συγκροτηθεί ένα διαφωτιστικό και κατανοητό σύνολο στοιχείων επί της γήρανσης του πληθυσμού; Το αίτημα για ένα μέτρο του γήρατος τίθεται όλο και πιο επιτακτικά, δεδομένου ότι έχουμε δει μια μακρά περίοδο ριζικών αλλαγών. Η δυσκολία είναι στην εύρεση ενός νέου δείκτη που θα ανταποκρινόταν σε αυτές τις αλλαγές από την άποψη της σημερινής πραγματικότητας του να είσαι 60 ετών.

Χρειαζόμαστε ένα δείκτη που θα καθόριζε ένα ηλικιακό ισοδύναμο, διαφορετικό από την πολιτική ηλικία, που να εφαρμόζεται στις διακριτές περιόδους της ζωής του ατόμου. Για πάνω από ένα αιώνα, η εκτίμηση του πιο σημαντικού στοιχείου της αλλαγής, που είναι η κατάσταση της υγείας, ήταν δυνατή μόνο σε ποσοτικό επίπεδο, με μόνη τη χρήση στοιχείων θνησιμότητας παραβλέποντας πολυάριθμες άλλες ποιοτικές συνιστώσες.

Άραγε δεν μπορούμε να τολμήσουμε μια κατ' αρχήν υπόθεση ότι όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να γιορτάσει κάποιος τα εξηκοστά πέμπτα γενέθλιά του, τόσο καλύτερη είναι η κατάσταση τη υγείας του; Το αντίστροφο αυτής της πρότασης φαίνεται βέβαιο: αρκεί, παραδείγματος χάρη, να εξετάσουμε την κατάσταση της υγείας των εξηντάρηδων σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες. Στη Γαλλία, παράλληλα με τις μελέτες που τονίζουν την πτώση της θνησιμότητας όσο ανεβαίνουμε την κοινωνι­κοοικονομική κλίμακα, υπάρχουν και εκείνες που καθιερώνουν νεότερες «βιολογικές ηλικίες», για όμοιες πολιτικές ηλικίες, στις ίδιες προνομιούχες ομάδες.

Το γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας και το μέτρο της θνησιμότητας σε μια δεδομένη ηλικία είναι άμεσα συνδεδεμένα είναι προφανές, αυτό που δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί είναι η αυστηρή αναλογία αυτής της σχέσης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπορεί κάποιος να αντιτάξει το επιχείρημα ότι οι πρόσφατες ιατρικές εξελίξεις μπορούν να παρατείνουν τη ζωή ατόμων τα οποία δεν θα έπρεπε να αριθμούνται στον ενεργό πληθυσμό. Από την άλλη όμως, και σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά, η πρόοδος της ιατρικής έχει ως αποτέλεσμα την εξάλειψη πλήθους νόσων και παθήσεων που συχνά στο παρελθόν προκαλούσαν μόνιμες αναπηρίες.

Μολονότι οι στατιστικές θνησιμότητας δεν το αναφέρουν ρητά, σταδιακά όλο και λιγότεροι εξηντάρηδες είναι ακινητοποιημένοι, έχουν μειωμένη ακοή ή όραση, πάσχουν από χρόνια βρογχίτιδα ή «ποδάγρα» και έχουν σοβαρά κυκλοφορικά προβλήματα.

Άραγε δεν μπορούμε να πούμε ότι σύμφωνα με τους δείκτες η υπάρχουσα ποιοτική πρόοδος, με τα χρόνια που κερδίζονται, αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις δαπάνες για την ιατρική ή τη νοσοκομειακή περίθαλψη, οι οποίες όλο και πιο συχνά χρειάζονται μόνο στην πολύ προχωρημένη ηλικία;

Δυστυχώς είναι αδύνατον να προχωρήσουμε πέρα από αυτά τα λιγοστά δεδομένα και τα συμπεράσματα της κοινής λογικής: στατιστικές για τον βαθμό νοσηρότητας ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα είτε είναι ανύπαρκτες είτε είναι αναξιόπιστες.

Εάν πάλι θέλουμε να υπολογίσουμε την αλλαγή στην προοπτική της ζωής, δεν πρέπει να δούμε και την ηλικία όπου το προσδόκιμο του βίου είναι ακόμα δέκα χρόνια; Ο κατάλληλος γι' αυτό δείκτης είναι σύνθετος: εκφράζει με τα δύο τρίτα της τελικής τιμής του την πιθανότητα πενταετούς επιβίωσης, για κάποιον που βρίσκεται μεταξύ του εξηκοστού και του εβδομηκοστού πέμπτου έτους, και με το ένα τρίτο την ηλικία στην οποία απομένουν σε κάποιον δέκα ακόμη χρόνια ζωής.

Θα ήταν αφελές να θεωρήσουμε ότι το αποτέλεσμα δίνει την ακριβή ηλικία στην οποία η κατάσταση της υγείας είναι ισοδύναμη από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι στις μέρες μας. Εάν πάρουμε μια ηλικία η οποία γενικά φαίνεται να είναι αρκετά κάτω από εκείνη της μειωμένης αυτονομίας, τα 74 για τις γυναίκες, μπορούμε να ακολουθήσουμε την εξέλιξη του ηλικιακού της ισοδυνάμου όσον αφορά τη γενική κατάσταση της υγείας.

Το ηλικιακό αυτό ισοδύναμο, που εξελίσσεται σύμφωνα με τις αλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης και διατροφής, με τη βελτίωση της δημόσιας υγείας, της ατομικής υγιεινής και της ιατρικής, παρέμεινε σταθερό για τους άντρες για όλο τον δέκατο ένατο αιώνα και μέχρι την περίοδο του μεσοπολέμου, ενώ η αρχή μιας βελτίωσης για τις γυναίκες εμφανίζεται ήδη από το 1880.

Τον εικοστό αιώνα το γυναικείο ηλικιακό ισοδύναμο είχε ταχεία άνοδο, ενώ για τους άντρες πρόοδος αρχίζει να εμφανίζεται μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, και συγκεκριμένα μετά το 1970.

Τέλος, σε μια εκ των υστέρων ανάπλαση όπου χρησιμοποιούνται γενικοί δείκτες, η αρχική τιμή των οποίων έχει προσαρμοστεί στις παρούσες συνθήκες, προκαλεί μάλλον έκπληξη το γεγονός ότι καταλήγουμε σε ένα πλατό του δέκατου ένατου αιώνα που πλησιάζει τα 60 χρόνια και για τα δύο φύλα, ακριβώς δηλαδή στο κατώφλι που χρησιμοποιούσαν οι στατιστικολόγοι του δέκατου ένατου αιώνα. Πρόκειται άραγε για μια εμπειρική επαλήθευση της προτεινόμενης μεθόδου ή μήπως είναι ένα είδος α posteriori επιβεβαίωσης της ηλικίας που είχε υιοθετηθεί κατά τον δέκατο ένατο αιώνα;

Μια συμπληρωματική ένδειξη για το πολιτισμικό ρίζωμα της στατιστικής κατάταξης «άνω των 60 = γηρατειά», που χρησιμοποιούνταν αδιάκοπα από τον δέκατο όγδοο αιώνα μέχρι τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, είναι ότι προσδιόρισε μια κατηγορία και οδήγησε στην πεποίθηση ότι το κατώφλι των γηρατειών είναι αναλλοίωτο. Η πεποίθηση αυτή είχε ισχυρό αντίκτυπο στα προγράμματα για τους ηλικιωμένους, καθώς και στη γενικότερη κοινωνική ανάλυση.

Απ' όταν πρωτοεμφανίστηκε η ιδέα της σύνταξης, γύρω στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, είναι στενά συνδεδεμένη με το γεγονός ότι είναι αδύνατον να συνεχίζει κάποιος να εργάζεται επ' άπειρον για να κερδίζει τα προς το ζην, και αυτό λόγω της μείωσης των δυνάμεων και των αναπηριών που συνδέονται με την προχωρημένη ηλικία.

Οι εργαζόμενοι σε βαρύτερα επαγγέλματα -ανθρακωρύχοι ή εργαζόμενοι στα τρένα- κέρδισαν το δικαίωμα να συνταξιοδοτούνται στα 50 με πλήρη σύνταξη.

Παρά τις αλλαγές στην πραγματικότητα της ηλικίας, την εξαφάνιση πολλών επαγγελματικών κινδύνων και τα πρόσφατα προ-συνταξιοδοτικά μέτρα που στόχο έχουν τη μείωση κάποιων δυσκολιών που είναι εγγενείς σε ορισμένα επαγγέλματα, η ηλικία συνταξιοδότησης παραμένει γενικά συνώνυμη με την έναρξη του γήρατος, μολονότι τα δύο αυτά σημεία του κύκλου της ζωής χωρίζονται από μια εικοσαετία πάνω κάτω.

Ήδη από τις πρώτες αράδες της έκθεσης που έκανε η Επιτροπή για τη Μελέτη των Προβλημάτων των Ηλικιωμένων φαίνεται τόσο η ανθεκτικότητα του κατωφλίου γήρατος, όπως παραδόθηκε από τους στατιστικολόγους, όσο και η παραδοσιακή αντίληψη για το γήρας και τους ηλικιωμένους που κληροδοτήθηκε από τη δημογραφία.

Στην ουσία επαναλαμβάνονται αυτούσια σχεδόν τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν και διαδόθηκαν από τη Συμμαχία. Παραδείγματος χάρη: «Πολιτικά και ψυχολογικά, το γηράσκειν εκφράζεται με συντηρητισμό, προσκόλληση στις συνήθειες, έλλειψη κινητικότητας και ανικανότητα προσαρμογής στις εξελίξεις». Σε άλλο σημείο διαβάζει κανείς σχετικά με τον εργασιακό εξοπλισμό και μεθόδους πως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στους τομείς όπου εργάζονται ηλικιωμένοι σε ικανές αναλογίες οι συνέπειες είναι καταστροφικές.

Στην ουσία η Επιτροπή αυτή περιέγραψε τις συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού με όρους ταυτόσημους με εκείνους που χρησιμοποιούνταν από την περίοδο του μεσο­πολέμου. Στόχο είχε την εκτίμηση του κόστους που μπορεί να φόρτωναν οι ανενεργοί ηλικιωμένοι στον ενεργό πληθυσμό. Η συνθήκη του γήρατος συνεπώς προβληματίζει τους πολιτικούς, καθώς έχουν ενημερωθεί ότι τα γηρατειά μπορεί να γίνουν φρένο στην οικονομική ανάπτυξη, να προκαλέσουν κοινωνικές εντάσεις και να θέσουν σε κίνδυνο την εθνική ενότητα μεταξύ των γενεών.

Σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης των δαπανών για τη στέγαση σε ιδρύματα εγκαινιάστηκε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τον ηλικιωμένο πληθυσμό, που επικεντρωνόταν κυρίως στα εισοδήματα, έτσι ώστε να επανεισαχθούν τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα στο καταναλωτικό κύκλωμα και να παραταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η περίοδος αυτονομίας και ανεξαρτησίας. Έτσι προέκυψε μια συνειδητή προσπάθεια να διαφοροποιηθεί η αντίληψη για τη μεγάλη ηλικία, με την αντικατάσταση της εικόνας της αποσύνθεσης με εκείνη της διατήρησης.

Βεβαίως μια πολιτική για τους ηλικιωμένους αναφέρεται σε βάθος χρόνου, επειδή αφορά όλους τους πολίτες οι οποίοι θεωρητικά θα φτάσουν σ' εκείνο το σημείο. Έπρεπε όμως να προστεθεί ότι οι σύγχρονες γενιές των ηλικιωμένων, οι οποίες απολαύουν συντάξεις και σιγουριά εισοδημάτων, μπορούν πολύ καλά να μετέχουν στις κοινωνικές εξελίξεις, δεδομένου ότι η υγεία τους και η ικανότητά τους να ταξιδεύουν, να καταναλώνουν, να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και να προσφέρουν ανεκτίμητη βοήθεια στα παιδιά τους -η ικανότητά τους εν ολίγοις να διατηρούν επάξια τη θέση τους στην κοινωνία- έχουν βελτιωθεί σε αφάνταστο βαθμό.

Ένα πρόγραμμα που επιχείρησε να επηρεάσει την ενσωμάτωση των ηλικιωμένων με το να διαγιγνώσκει την ανικανότητα προσαρμογής τους, να υιοθετεί την απαισιοδοξία που συνδέεται συνήθως με τη μεγάλη ηλικία και να μένει πίσω από την εξέλιξη της ανθρώπινης κατάστασης των γηρατειών τη στιγμή που έπρεπε να βρίσκεται στην πρωτοπορία!

 

Πηγή:    "Τα γηρατειά από την αρχαιότητα"

Paul Johnson

Εκδόσεις "Πολύτροπον"

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ακολουθία των ιλίγγων μας του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ