ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Βένι: Σήμα σωμάτων και ψυχών του Μανόλη Σκαρσούλη

0

«Ορώντες με άφωνον και άπνουν προκείμενον, κλαύσατε πάντες επ’ εμοί, επισκέπτες και προσκυνητές, καθ’ όσον πριν από 30-40 χρόνια ήμουν περιχαρές και υποδεχόμουν εκατοντάδες πιστούς, άφνω επήλθε η φοβερά περίοδος του μαρασμού, ομοία του θανάτου».

Ερωτηματικά

  1. Έχει κάποιος άραγε ευθύνη για την μετατροπή της χρήσης τους χώρου, από προσκύνημα σε μάντρα προβάτων;
  2. Έχει κάποιος άραγε ευθύνη για την βεβήλωση και την τυμβωρυχία των ιερών;
  3. Έχει κάποιος άραγε ευθύνη για την δύσκολη και επικίνδυνη πρόσβαση; Μέχρι τώρα βοηθούσε ο Άγιος να μη συμβεί ατύχημα, από το Ξεροκάμπι όμως και πάνω δεν αρκεί ούτε η βοήθειά του.

Πολύ φοβάμαι ότι δεν φταίει κανείς. Είτε Αρκαδιώτης, είτε ταγός. Τα ερείπια τα δημιουργεί ο πανδαμάτωρ χρόνος. Κάθε τόπος ακμάζει και παρακμάζει. Σχολή Ασωμάτων και Βένι σε αγαστή συντροφία ερειπίων. Τα προπύργια τ’ Αμαριού αφέθηκαν από τους ίδιους τους Αμαριώτες να γίνουν φυτώρια αγριο-συκιών και αθανάτων.

Πονεί η ψυχή μου όταν αναστορούμαι το μεγαλείο τους, όπως το ζήσαμε μέχρι και τη δεκαετία του ’60. Μετά μπήκαν στην πόλη οι οχτροί κι οι ντόπιοι τα εγκατέλειψαν, σαν να μην ήταν δικά τους. Όλοι πλύνουν τας χείρας τους και καταλογίζουν ευθύνες στα κονδύλια που έπιαναν τα παράστρατα προτού σοπατήσουν στην κορυφή.

b

Το Βένι ερημώθηκε γιατί αφέθηκε στο έλεος του. Σταμάτησε να προσελκύει αφού ο Αη Αντώνης πλακώθηκε στα ερείπια του. Τα πάντα ακόμα και τα «ιερά» θέλουν «Δημόσιες Σχέσεις». Οι πιστοί τρέχουν εκεί που νομίζουν ότι εισακούονται καλύτερα και προπαντός στους νέους αγίους που είναι ακόμα ευήκοοι.

Αν περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απραξίας του θαυματουργού αγίου, οι πιστοί και με το δίκιο τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε πιο προσιτούς, που έχουν κατέβει από τις βουνοκορφές. Αν δεν πάει αυτοκίνητο στον πέργιαυλο ή στα 50 μέτρα, λίγοι πιστοί θα τιμήσουνε τον άγιο. Φυσικά οι λίγοι είναι και οι εκλεκτοί, αλλά αυτό το εννοούν πάλι οι λίγοι. Οι πολλοί έχουν αποχαυνωθεί πλήρως. Αν μπορούσαν θα παρακολουθούσαν την λειτουργία από τ’ αυτοκίνητό τους.

Το Βένι από το υψομετρικό των 600-700μ. είναι το ορόσημο τ’ Αμαριού. Οι ξένοι περιηγητές από τον 18ο αιώνα σκιτσάρισαν την περίφημη θέα π’ απλώνεται από το ύψος του. Μαζί με το φαράγγι της Πατσού, την Λίμνη των Ποταμών, τους Αρμούς και τη Ντόργια, οριοθετούν ένα θαυμαστό οικοσύστημα με κυρίαρχο χρώμα το πράσινο της χαμηλής βλάστησης. Αν εκμεταλλευτεί σωστά μπορεί να σηματοδοτήσει την αναστροφή της ερημοποίησης του τόπου.

Για μένα αυτό που απαιτείται είναι η έμπρακτη αγάπη που δείχνεις για τον τόπο σου και η πίστη που σε διακατέχει για την υλοιποίησή της. Αν το πάρουνε ζεστά δυο-τρεις νοματέοι που το συζητήσανε δεν υπάρχει περίπτωση να στραβώσει η δουλειά. Έτσι απλά και κατανοητά «Όρτσα διάλε την πίστη του κι όπου το βγάλει η βράση». Ν. Καζαντζάκης. Η εξουσία αν μείνει άπραγη, θα χοντρύνει από τα πιλάφια. Έχω κάνει έναν υπολογισμό ότι αν τρώει 4 πιλάφια του μήνα, σε 4 χρόνια θα φάει 200. Αν βαρυστομαχιάσει θα χάσει και την επόμενη μέρα, όπερ σημαίνει ότι 300 μέρες πάνε στο φούντο. Τι ευθύνες να ζητήσουμε μετά;

 

Προσκύνημα στο Βένι, του Δικηγόρου Μιχαήλ Μ. Παπαδάκη

Στην αρχή του έτους 1907 έμενα με την μητέρα της μητέρας μου – τη λαλά μου- έτσι λέγαμε στην Κρήτη τις μητέρες των γονέων μας, στο ερημικό κι απομονωμένο τότε, τώρα πάει αμαξιτός δρόμος, χωριό τ’ Άη Βασίλη, Αγαλλιανού. Φοιτούσα στη Τρίτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου άλλου χωριού του Κεραμέ και οδοιπορούσα μια ώρα να πάω το πρωϊ και μια να γυρίσω το βράδυ. Περνούσα και δυό φοβερούς, χωρίς γέφυρες χειμάρους…

Ένα πρωϊ όμως όχι μόνο στο Σχολείο μου δεν ημπορούσα να πάω, αλλά ούτε να σηκωθώ από το κρεβάτι μου. Τα κάτω άκρα μου, τα πόδια μου είχαν πιαστεί και πονούσαν. Ήταν αδύνατο να πατήσω. Τόσο που κρεμόμουν στο λαιμό της λαλάς μου και, στο μέρος όταν πήγαινα! Εκείνη τα χρειάστηκε. Παρακαλούσε την Παναγία γιατί άλλο πράμα δεν μπορούσε να κάμει. Τότε δεν υπήρχαν ευκολίες γιατροί, τηλέφωνα, αυτοκίνητα…

Μέσα στην ανησυχία της σκέφτηκε πως η αρρώστεια μου ίσως είναι «κρυγιόρεμα» (ρευματισμός). Και σ’ αυτή την περίπτωσι ήξερε πως ο μόνος και άριστος γιατρός για όλη την Κρήτη, ήταν ο Άγιος Αντώνιος στο Βένι. Είχε και παράδειγμα: Ο χωριανός μου από το Βάτο που ήταν ΄μήνες ακίνητος από την ίδια αρρώστια, ο Γιάννης Ζερβός με τ’ ονομα, μεταφέρθηκε από τ’ αδέρφια του φορτωμένος σε μουλάρι στην Χάρι του Άγιου και γύρισε πεζός στο σπίτι του, οκτώ ώρες δρόμο ! Δεν έχασε λοιπόν καιρό η λαλά μου. Είχε την εικόνα στο Προσκυνητάρι της, την έφερε προσευχηθήκαμε κι οι δυό προσκυνήσαμε και μ’ έταξε:

- Άγιε μου Αντώνιε κάμε μου το κοπέλι καλά κι εγώ θα το πέψω στη χάρη σου με λαμπάδα σαν το μπόϊ ντου. Θα κάμω και άρτο να βαστά! Ο Άγιος έδειξε το έλεός του. Σε τρείς ημέρες ήμουν τελείως καλά και πήγα όπως και πρώτα στο μακρινό Σχολειό μου !

Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου παράμενα στ’ ορεινό χωριό μου το Βάτο, κοντά στην οικογένειά μου. Έβλεπα (φύλαγα) μια αίγα και δύο προβατίνες που σέρναμε στο σκοινί για το γάλα των, μάζευα ξυλαράκια για την παρασθιά μας, έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά και, καμιά φορά, διάβαζα Ιστορία της Κρήτης από βιβλίο που μου αγόρασε ο πατέρας μου. Σ’ αυτό το διάστημα ακούστηκε πως ο χωριανός μου που γιατρεύτηκε από τον ΄Αγιο Αντώνιο, ο Ζερβός, θα πήγαινε στο Βένι του Αμαργιού που είναι ψηλά, κοντά στην κορυφή ομώνυμου βουνού μέσα σε μεγάλο ερημικό σπηλιάρι που τρέχει Αγίασμα, το Εξωκκλήσι του Αγίου. Θάφευγε το Σάββατο, θα πρόφτανε τον Εσπερινό. Και το πρωϊ της Κυριακής τη λειτουργία. Θα μεταλάβαινε και μετά, την ίδια μέρα, θα γύριζε στο σπίτι του.

Μαθεύτηκε τι προγραμματίζει ο Ζερβός. Και οι άρρωστοι στο χωριό από διάφορες παθήσεις, ιδίως της προχωρημένης ηλικίας αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Βέβαια αυτοί δεν μπορούσαν να οδοιπορήσουν. Θα πήγαιναν καβαλάρηδες σε ζώα. Και θα τους συνόδευαν ανά ένα από τα παιδιά των, παρακάλεσαν και τον από τον πατέρα μου πάππο μου «Ιερέα Μανουήλ» , έτσι υπόγραφε, που ήταν εφημέριος του χωριού, να συντροφεύσει τους προσκυνητές και να εκτελέσει τις Θείες Ακολουθίες. Κείνος δέχτηκε. Και πήρε και μένα στην καπούλα του μουλαριού του για να τελειωθεί το τάξιμό μου.

Σχηματίστηκε μια φάλαγγα από δώδεκα ηλικιωμένους της δεύτερης και της τρίτης ηλικίας και εφτά νέους συνοδούς. Οι τελευταίοι ήσαν με τα όπλα και τα μαχαίρια των. Αρματωμένοι! Ξεκινήσαμε και καταμεσήμερο φτάξαμε στο οροπέδιο του όρους Κέντρος που λέγεται Γηούς Κάμπος. Εκεί μας έδειξαν τον δρόμο που θ’΄ακολουθούσανε, περάσαμε τις ανατολικές ρίζες του όρους Σωρός, φτάσαμε την τοποθεσία Τοίχους κι απ’ εκεί κατηφορήσαμε στο χωριό Αντάνασσος (Παντάνασσα). Εδώ μας εσταμάτησεν ο αστυνόμος της περιοχής. Ήταν Κρητική Πολιτεία και ευνομία. Απαγορευόταν η οπλοφορία. Στο σπίτι σου μπορούσες να έχεις όσα όπλα και πολεμοφόδια ήθελες

Ο Πάππος μου φρόντισε με διάφορες συζητήσεις και καθυστερήσαμε κάμποσο στην Παντάνασσα. Κι εν τω μεταξύ ο συνετός Αστυνόμος έστειλεν αγγελιοφόρο και ειδοποίησε στις Βολιώνες:

- Αρματωμένοι Αηβασιλειώτες περνούνε μα δεν έχουνε κακό στο νου ντω νε. Πάνε στο Μοναστήρι. Και μη ντωνε μιλήσετε. Κι αυτοί δε θα σασέ πειράξουνε!

Πραγματικά όταν περνούσαμε στσι Βολιώνες, ήταν κλειστά πόρτες και παραθύρια. ακόμη και οι αυλόπορτες. Οι σκύλοι μας εγαυγίζανε περιορισμένοι στις αυλές.

Σε μια απόσταση πεντακόσια μέτρα άμα περάσαμε τις Βολιώνες, είδαμε πέντε ή έξε Τούρκους που σκάφτανε σ’ ένα χωράφι. Μόλις αντιληφθήκανε τους αρματωμένους Χρισθιανούς, το βάλανε στα πόδια. Ο χωριανός μου Κασσαπομανώλης των εφώναξε:

- Μη γλακάτε αγαδάκια. Δε σασέ πειράζομενε. Αυτοί όμως δεν επιστέψανε στη διαβεβαίωση. και γινήκαν άφαντοι.

Σε μένα έκαμε κατάπληξι πως οι Τούρκοι, δεν είχα ιδεί άλλη φορά, μοιάζανε σαν τους άλλους Κρητικούς. φορούσανε στιβάνια, βράκες, μεϊτανογέλεκα. Μόνο τα κεφαλομάντηλα και οι ζώνες των φαίνονταν παρδαλά. Μέχρι τότε πίστευα πως οι Τούρκοι ήσανε σαν το διάβολο που τραβούσεν από το αυτί, η Αγία Μαρίνα, όπως έβλεπα στην εικόνα που είχαμε στο σπίτι μας. Με μακριά ουρά, όρθια και μεγάλα αυτιά, κέρατα, τριχωτό σώμα και δόντια σκύλλινα!

Βραδάκι φτάσαμε στο Βένι. Ο Πάππος μου συνεννοήθηκεν ένα Ιερομόναχο που έμενε εκεί. Κι έπαιξε την καμπάνα του Εσπερινού. Φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε «Ευλογητός». Όταν ήλθε η ώρα, βγήκεν από το Ιερό Βήμα, θύμιαζε την Ωραία Πύλη και απήγγελεν από στήθους, κάπως όμως δυνατά ώστε ν’ ακούεται, τον ΡΓ΄ Ψαλμό. Ήταν πολύ μεγαλοπρεπής. Τα κάτασπρα πλούσια μαλλιά του έπεφταν και κυμάτιχαν στους ώμους του. Η μακριά του γενειάδα συμπλήρωνε την ιεροπρεπή μορφή του. Κι όπως ήταν μέσα στους καπνούς του θυμιατού, έμοιαζε με τον μεφεληγερέτη Δία μέσα στις νεφέλες του ! Η αλήθεια όμως είναι πως ο Πάππος μου ήταν πάντα ωραίος άντρας. Και με τη βράκα, τη σταυρωτή τη σκούφια και τα στιβάνια που φορούσεν έξω από την Εκκλησία, ήταν πολύ εντυπωσιακός.

Αργά έγινε η Απόλυσις του Εσπερινού. Πολλά Ιερά Γράμματα διαβάστηκαν!   Ύστερα, οι γέροντες πήγαν στον ξενώνα που είναι μεγάλο δωμάτιο με σανιδένιο πάτωμα, έφαγαν από τις προμήθειες που κρατούσαν και κοιμήθηκαν. Οι νέοι, πήραν τα ζώα, πήγαν όπου ήσαν βοσκαρές για να τα βοσκήσουν, δείπνησαν εκεί με το ξερόψωμό των. Και κοιμήθηκαν. Εγώ με τον Πάππο μου φιλοξενηθήκαμε στο ευρύχωρο κελλί του Ιερομονάχου.

Το πρωί στις τρείς εσήμανε ο Πάππος μου τον Όρθρο. Κείνος θα ήτο λειτουργός και σήμερο. Πάρα πολλοί όμως έφτασαν να λειτουργηθούν. Η εκκλησία, ο περίβολος και οι άλλοι γύρω των χώροι γέμισαν ασφυκτικά από χριστιανούς. Και άκουαν με προσοχή, σιωπή, ευλάβεια, κατάνυξι και ανάτασι ψυχής. Ο Ιερομόναχος έψαλλεν όρθιος μπρος στο Αναλόγιο του ψάλτη. Νωρίς ήλθε και άλλος που τον αποκαλούσαν «Αναγνώστη» . Ήτο καλλίφωνος και εγνώριζε καλά τους ήχους. Εγώ στεκόμουν δίπλα των. Διάβασα τον ΡΒ΄Ψαλμό, είπα το «Πιστεύω», το «Πάτερ ημών» και το Απολυτίκιο του Αγίου. Τα ήξερα από το Σχολείο, το σπίτι μας, ο πατέρας μου εγνώριζε να ψάλλη και από την επικοινωνία μου με τον Πάππο μου.

Μου έκαμεν εντύπωση που βρισκόταν στο Εκκλησίασμα μια καλόγρια από Γυναικείο Μοναστήρι του Ηρακλείου. Πλησίασε στο Αναλόγιο και επιχείρησε να ψάλλη. Αλλά ο Ιερομόναχος δεν την εδέχθη. Την έδιωξε. Και την έστειλε να σταθή στο χώρο της Εκκλησίας που ήταν οι άλλες γυναίκες !

Η λειτουργία τελείωσε γύρω στις δέκα. Και άρχισε κι από τους δυό Ιερείς η Μετάδοσις του Αχράντων Μυστηρίων. Η Θεία Κοινωνία. Το πλήθος που είχαν να μεταλάβουν ήτο απέραντο. Και μας έπιασε το μεσημέρι στην Εκκλησία. τότε βγήκαμεν όλοι έξω, πιάσαμε τους διάφορους ίσκιους φάγαμεν ότι μας απόμενε το βράδυ και ξεξουραστήκαμε καμιά ώρα. Μετά, εμείς οι Βαθιανοί φύγαμε γιατί είχαμε μακρινό δρόμο να διανύσωμε. Μας διευκόλυνε πολύ ένας συνεπαρχιώτης μας Εφεντάκης ή Βρέντζος παλιός βοσκός που ήξερε τα μέρη και μας οδήγησε από παράστρατο που παράκαμπτε τα χωριά Βολιώνες και Παντάνασσα και έβγαινε λίγο παρακάτω από το οροπέδιο Γηούς Κάμπος. Κερδίσαμεν αρκετό δρόμο, ήσαν κι οι μέρες μεγάλες και πριν νυχτώσει φτάσαμε στο χωριό μας.

Παρατηρήθηκε με τον καιρό πως όλοι οι άρρωστοι που έλαβαν μέρος στο ευλαβικό αυτό προσκύνημα, θεραπεύτηκαν! Μόνο ο δυστυχισμένος ο Κακαντρέας, έμεινε με τους βασανιστικούς ρευματισμούς του σ’ όλη του τη ζωή! Κι έλεγαν στο χωριό μου πως ο Άγιος δεν θέλησε να τον βοηθήσει γιατί ποτέ δεν πήγαινε στην Εκκλησία. Κι όταν πέθανε η γυναίκα του και τη διάβασαν στον Αη Νικόλα, δεν μπήκε στην Εκκλησία. Απ’ έξω στάθηκε! Ήταν όμως και αδίστακτος κι αδιάντροπος γυναικάς. Όπου συναντούσε γυναίκα, της έκανε επίθεση ή της έλεγε χυδαιότητες κι αισχρόλογα. Αυτές τον απόδιωχναν, τον βλαστημούσαν, τον απόφευγαν, τον εσυχαίνονταν.

Ιστορίας αθιβολή. Στην επίπεδη κορυφή του Βενιού, έκτασης περίπου 200 στρεμμάτων, ήταν κτισμένη η πολιτεία Βήνη, πατρίδα του ποιητή Ριανού, η οποία έφτασε μέχρι την Α΄ Βυζαντινή περίοδο. Με την κατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς κτίστηκε στην κορυφή οχυρωμένη πολιτεία, την οποία κατέστρεψε ο Νικηφόρος Φωκάς το 961 μ.Χ.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Βένι: Σήμα σωμάτων και ψυχών του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ