Από τον Σίβα Μαλεβυζίου Ν.Ηρακλείου
Πρόσφατα διάβασα το αφιέρωμα του Λεωνίδα Χρηστάκη, εκδόσεις Σπηλιώτη 2003, στον Θέμο Κορνάρο, από την σειρά έκδοσης βιβλίων αγνοημένων συγγραφέων που δεν ήταν αρεστή η πένα τους, στο πολιτικό – θρησκευτικό – κοινωνικό κατεστημένο, πρώτος πόλεμος του κατεστημένου, ο Κορνάρος ήδη από το 1929. Ήταν ένας μαχόμενος, με γενναιότητα για τις ιδέες του άνθρωπος, ελεύθερος και ασυμβίβαστος. Ήθελε πολύ αρετή και τόλμη τα πέτρινα εκείνα χρόνια να τα βάζεις με τους δεσποτάδες και τους προύχοντες. Εμείς μπορεί να τα λέμε και να τα καυτηριάζουμε μεταξύ μας, σιγά σιγά να μη μας ακούσουν, όμως ο Κορνάρος, όρθωνε τ’ ανάστημά του θαρρετά και χωρίς ασπίδα επρότασε το στήθος του. Εικοσιτέσσερα χρόνια και οκτώ μήνες φυλακίσεις, ήταν τα παράσημα των αγώνων του.
Φέτος 30 του Γενάρη εν μέσω των αγροτικών κινητοποιήσεων πήγα στον Σίβα από το Ηράκλειο, να βρω τα ίχνη του. Έχει αποσιωπηθεί τόσο πολύ, που ελάχιστοι ακόμα και συντοπίτες μας τον γνωρίζουν, κι ας είναι ο πιο αληθινός και θαρραλέος αγωνιστής συγγραφέας του τόπου μας.
Στον Σίβα πραγματικά τον βρήκα ολοζώντανο. Στις ζεστές κουβέντες των συγχωριανών του, στον Πολιτιστικό Σύλλογο που φέρει τ’ όνομά του, στην πλατεία όπου είναι στημένη η προτομή, τιμής ένεκεν στο πρόσωπό του, στο νεκροταφείο στο απέρριτο μνήμα του.

Αναφορές στον συγγραφέα
Ο Θέμος Κορνάρος γεννήθηκε το 1905 στο χωριό Σίβα Μεσσαρά της Κρήτης. Πέθανε το 1970 και τάφηκε στην Αθήνα. Η πρώτη ανακομιδή των οστών του έγινε στις Μοίρες 21-4-74 και η δεύτερη σε απέρριτο τάφο στο χωριό του 10-9-2006.
Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αποφεύγει να μας μιλήσει μέσω των γραπτών του για τα παιδικά του χρόνια και παρουσιάζει τα διατρέξαντα της ζωής του από τα τριάντα και μετά, από αρκετά συμφραζόμενα φαίνεται ότι καλόγεροι ήσαν αυτοί που τον κοινώνησαν για τη ζωή των μοναστηριών και του Αγίου Όρους. Ο ίδιος το περιγράφει:
Το Φλεβάρη του 1930 πήγαμε στο Άγιον Όρος. Αφού μείναμε νηστικοί κάμποσες μέρες στη Θεσσαλονίκη, άγρυπνοι, με κομμένα τα γόνατα και με διαρκή διάθεση εμετού από την αδυναμία, πήραμε το δρόμο προς τη Χαλκιδική. Στο Στρατόνι πηγαίναμε να ζητήσουμε δουλειά στα μεταλλεία.
Στο δρόμο συναντούσαμε μπουλούκια μπουλούκια κουρελήδες εργάτες, που μας πληροφορούσαν πως άδικα πηγαίναμε. «Μα το Άγιον Όρος, πάντα έχει δουλειές», πληροφορηθήκαμε. Γι’ αυτό ξεστρατίσαμε από τη Σμίξη. Βραδιασμένα περάσαμε τον Πύργο της Χαλκιδικής και φτάσαμε στη Ρουμάνικη Σκήτη του «Προδρόμου». Στη Γουρουνοσκήτη, όπως τη λένε(..)
Μια λογική σκέψη μας δίνει την ευκαιρία να εννοήσουμε ότι ο Θέμος Κορνάρος έζησε στο Άγιον Όρος το λιγότερο δεκαπέντε μήνες. Όμως για τη «Σπιναλόγκα» μια αφήγηση για τον «βράχο των λεπρών» που πλησιάζει τα όρια των αριστουργηματικών κειμένων του Ντοστογιέφσκι, δεν φαίνεται από κανένα στοιχείο πότε είναι γραμμένη –πριν ή μετά το «Άγιον Όρος»; Με μια διεισδυτική ανάγνωση μπορείς να ανακαλύψεις ότι η παραμονή του στη Σπιναλόγκα διάρκεσε περί τις πενήντα μέρες.
Ναι. Αλλά ποια ημερομηνία και για ποιο λόγο;
Το γραπτό για την Σπιναλόγκα –πάντα κατά την γνώμη μου- αποτελεί ανάμνηση μιας παιδικής του «αταξίας» όταν, για λόγους ομορφιάς (ο Θέμος ήταν κατάξανθος με μεταξωτές μπούκλες) στα δώδεκά του χρόνια τον φιλούσε παράφορα στο στόμα μια νεαρή λεπρή, ενώ τα χείλια της ήσαν μελανιασμένα. Πιθανώς αυτό ήταν μια από τις αιτίες που κλείστηκε στο νοσοκομείο της Σπιναλόγκας ώσπου να διαπιστωθεί ότι ήταν υγιής και να τον βγάλουν από το κολαστήριο.
Έγραψαν για το Θέμο Κορνάρο
Μάρκος Αυγέρης:
Ο Θέμος Κορνάρος ήταν ένας από τους καλύτερους και τους πιο γόνιμους πεζογράφους της γενιάς του ’30. Μας άφησε κάπου δυο δεκάδες τόμους μυθιστορήματα, διηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, άρθρα κ.λπ. Ωστόσο πέθανε σαν αφανής κι άγνωστος σ’ έσχατη πενία. Ελάχιστοι πληροφορήθηκαν έγκαιρα το θάνατό του και παρευρέθηκαν στην κηδεία του. Μήνες αργότερα έμαθαν το θάνατό του όσοι τον ήξεραν και τιμούσαν το έργο του και σαν επανόρθωση μιας ενοχής μαζεύτηκαν σ’ ένα μνημόσυνο που έγινε για τον εκλεχτό συγγραφέα.
Ήταν ένας κοινωνικός αγωνιστής, που από πολύ νωρίς είχε ενταχθεί στην κοινωνική προοδευτική κίνηση και είχε προσφέρει σ’ αυτή όλη του τη δραστηριότητα, όχι μόνο την πνευματική εργασία του και τα συγγράμματά του, αλλά και την πολιτική δράση του και γνώρισε όλους τους διωγμούς, εξορίες και φυλακίσεις πολύχρονες. Καταδιώχτηκε όχι μόνο από το φασιστικό καταχτητή, που τον έκλεισε στο Χαϊδάρι, παρά κι από τις ελληνικές αρχές και πρόσφερε πάντα τη θυσία του αδίσταχτα και αδιαμαρτύρητα, πάντα με σεμνότητα, χωρίς καύχηση και χωρίς ιδιοτέλεια. Πρόσφερε τα πάντα χωρίς να λυγίσει ποτέ στην πίστη του και χωρίς να φειδωλευτεί τις ταλαιπωρίες και την προσωπική του άνεση, την προσωπική του ασφάλεια και την οικογενειακή του ειρήνη. Αλλά ποιος θα βρεθεί να δικαιώσει αυτή την αδέκαστη και όλο συνέπεια ζωή του. Στο πρόσωπό του απάνω από το συγγραφέα τιμούμε εδώ την ανδρική αρετή του.
Έλλη Αλεξίου
Ο Κορνάρος είχε πλούσιο, πηγαίο τάλαντο, είχε σπάνια οξυδέρκεια στο να επισημαίνει την κάθε κοινωνική αδικία, είχε και τη συνειδησιακή αντίδραση να κάνει την κάθε αδικία του υπόθεση, και να την καταγγέλλει μ’ αντρίκιο θάρρος. Έτσι ο Κορνάρος πήρε τη θέση μέσα στον κόσμο των συγγραφέων εκείνων γενικά, που γίνονται συνήθως οι αδείλιαστοι στηλιτευτές του κακού και οι υπερασπιστές των θυμάτων. Υπήρξε ένας τύπος –τηρουμε΄νω φυσικά πάντα των αναλογιών- συγγενικός του Καϊρη, του Λασκαράτου, του Αλέξανδρου Σούτσου… του Γληνού… που γνώρισαν ποικίλες ταλαιπωρίες και κατατρεγμούς μόνο και μόνο επειδή καυτηρίαζαν τα σαθρά και υπεραμύνονταν με πείσμα, ανυποχώρητοι, των απόψεών τους.
Το έργο του Κορνάρου είναι πλούσιο και καθρεφτίζει ολόκληρη ιστορική περίοδο, σφραγισμένη με εθνικούς αγώνες σκληρούς και αιματοποτισμένους. Μαζί με τη «Σπιναλόγκα» του την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και τον «Άγιον Όρος ή οι Άγιοι δίχως μάσκα». Ακολούθησαν κατά σειρά τα βιβλία: «Ο Αλήτης» 1934, «Καλοί και κακοί» 1940, «Δεν θα πεθάνουμε» 1941, «Δεν σας τους παραδίνομε» 1944, «Δήμιοι και θύματα» 1945, «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» 1945. «Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία» 1946, «Γράμματα από το Μακρονήσι» 1954, «Με τα παιδιά της θύελλας» 1956, «Στάχτες και φοίνικες» 1957, «Αιχμαλωσία της νύχτας» 1957, «Η γη της Ανάστασης» 1959, «Οδός Προμηθέως» 1960, «Το ξεκίνημα μιας γενιάς» 1963…
Στη ζωή του ο Κορνάρος γνώρισε απανωτές διώξεις και πέρασε από ποικίλα κρατητήρια, φυλακές, στρατόπεδα… Έκαμε πολύν καιρό τρόφιμος της παριώνυμης Ακροναυπλίας, έμεινε και έγκλειστος στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και θαύμα είναι πώς βγήκε από κει μέσα ζωντανός.
Βασίλης Ρώτας
Κουμπάρε με χαμόγελο του μόχτου και της φτώχειας,
Θέμο Κορνάρε, μ’ όνομα τρανό ονοματισμένε,
χωρίς καν να υποψιάζεσαι αθώε, πως είσουν δούλος,
δούλος με χρεωμένη ζωή, Κορνάρος πουλημένος,
σε λιανοχαρτονόμισμα γραμμένο τα’ όνομά σου,
θέλω να ψάλω την αντρειά, να υμνήσω την αξιά σου,
που πήρες το χαμόγελο ‘πο τους διακόσιους κρίνους,
λίγο πριν τους θερίσουνε στην αγκαλιά του Μαή,
και το ‘καμες αστροφεγγιά στο ψήλος της πορείας,
παρηγοριά στη νύχτα μας, ελπίδα στον καημό μας.
Σύντροφοι, σύντεχνοι, κουμπάροι,
τώρα τη φήμη καλουργούμε
σε κήπους έρμης φαντασίας,
βγαίνουμε αυτάρεσκοι στον κόσμο,
καμαρωτοί και κορδωμένοι,
σεισώκωλοι χαμογελάμε,
ναζιάρηδες ψηλοτηράμε,
στις ντισκοτέκ κοπροσκυλάμε,
και Θεοδωράκη τραγουδάμε,
σύντροφοι, σύντεχνοι, κουμπάροι.
Είναι γλυκειά η ζωή, κουμπάρε,
αγωνιστή Θέμο Κορνάρε!
Ο Θέμος Κορνάρος, αφηγείται
Δυο της ασφάλειας με πολιτικά με πήραν μαζί τους στο τμήμα. Μόλις με δέχτηκε ο Διοικητής, κατάλαβα. «Δεν συμβαίνει τίποτα. Κουβέντα θέλανε τα παιδιά». Ο Διοικητής μου πρόσφερε καφέ και τσιγάρο.
- Δάσκαλε, μου κάνει, σας θυμούμαι από το Αγρίνιο που ήρθατε και κάνατε διάλεξη.
- Βέβαια. Με τίμησε ο Νομάρχης και ο Ανώτερος της Χωροφυλακής. Εσάς δε σας θυμούμαι. Όμως θυμούμαι που είπα ένα αστείο και γέλασαν όλοι. Πιο δυνατά ο Διοικητής σας. Ένας παχύς. Τότε είπα: «Χαίρομαι που βλέπω τον κύριο Διοικητή να γελά τόσο καλά. Αλλά ξέρω ότι μέσα του θα λέει: ‘Ε, ρε Κορνάρε, να σε είχα σε κανένα μπουντρούμι και τότε θα σούλεγα αν θα γελούσες ή θάλεγες αστεία». Και πάλι γέλασαν όλοι. Και ο Διοικητής.
- Δάσκαλε, μίλησε τώρα ο Διοικητής του τμήματος, διάβασα το βιβλίο σας, «Το Χαϊδάρι». Πόσα τραβήξατε. Φαντάζομαι τι μίσος θάχετε μαζί μας…
- Όχι, όχι. Δεν έχω κανένα παράπονο μαζί σας, κουμπάρε. Κάνατε το χρέος σας, κάνω το χρέος μου. Οι δρόμοι μας είναι διαφορετικοί. Αυτό είναι όλο.
- Κουμπάρε, αυτή η ουλή, στο στίγμα στο μέτωπο, τι είναι;
- Από το στεφάνι, κουμπάρε. Το σφίξανε λίγο περισσότερο, το λάστιχο φαίνεται ήταν παλιό, έσπασε, και το έμβολο χώθηκα στο κρανίο.
- Ε, ρε φουκαρά κουμπάρε, τι τράβηξες για να μάθεις στους ανθρώπους τα δικαιώματά τους.
- Κουμπάρε, να χαίρεσαι να σε βασανίζουν σκληρά. Τότε πεισμώνεις ή λιγοθυμάς από τους πόνους και δε σπας ούτε μιλάς.
- Αν έρθετε στα πράματα εσείς, φαντάζομαι τι έχεις να γυρίσεις πίσω. Τους θυμάσαι όλους τους βασανιστές σου;
- Κουμπάρε, δε σκέφτεσαι σωστά. Αυτά τους λένε να κάνουν, αυτά κάνουν. Εμείς θα τους μάθουμε ν’ αγαπούν και να πονούν τον άνθρωπο. Και τότε θα κάνουν αυτό ακριβώς: ν’ αγαπούν και να πονούν.
- Έχετε δυο ονόματα, μου είπε, Γεώργιος και Θεμιστοκλής. Ποιο είναι το σωστό, ποιο το συνωμοτικό;
- Και τα δυο σωστά είναι. Βαφτίστηκα δυο φορές. Και όταν με ρώτησε πώς έγινε αυτό που δεν επιτρέπεται από τη θρησκεία, του ιστόρησα…
- Και τι του είπες, κουμπάρε;
- Ο παππούς μου, από τη μάνα μου, ήταν Πρόεδρος της Βουλής επί πρίγκιπα Γεωργίου. Και ο παππούς δεν ερχόταν στο σπίτι. Όταν ο πατέρας μου πήρε τα βουνά, ο παππούς μου ήρθε στο σπίτι και με βάφτισε. Ήταν και ο πρίγκιπας. Μου έδωσε το όνομα του πρίγκιπα που ήταν και του πατέρα του. Σαν ο πατέρας μου γύρισε και τόμαθε, μόνο που δε μας έσφαξε, τη μάνα μου κι εμένα. Φώναξε τον παπά και μερικούς από τους συναγωνιστές του. Λέει στον παπά να με αποβαφτίσει και να με ξαναβαφτίσει. «Θα τον πεις Θεμιστοκλή, του πατέρα μου τ’ όνομα». Ο παπάς αρνήθηκε. «Δεν γίνεται, του λέει. Δεν το επιτρέπει η θρησκεία μας». Ο πατέρας μου αγρίεψε. «Και τους νόμους της θρησκείας οι άνθρωποι τους κάνανε σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Τώρα είναι ανάγκη να κάνεις αυτό που σου λέω». Κι επειδή ο παπάς αρνιόταν ακόμη, τον άρπαξε από τα γένια, ακούμπησε και τη χέρα στο μαυρομάνικο. Και… μη θέλοντας ο ζωγράφος και θέλοντας ο βλάχος… πήρα δυο ονόματα».
- Τότε, κουμπάρε, ο Διοικητής μου κάνει θλιμμένα.
- Περίεργο! Από τόσο καλή οικογένεια και σεις, δάσκαλε γινήκατε κομμουνιστής.
- Μα ο πατέρας μου ήταν αντάρτης. Αντάρτης είμαι κι εγώ. Την εποχή εκείνη οι άντρες κράταγαν ντουφέκι και μαχαίρι, και πέρναν τα βουνά. Τώρα δεν χρειάζουνται. Φτάνει η γλώσσα. Να λες την αλήθεια χωρίς να φοβάσαι. Οι άνθρωποι σκιάζουνται την αλήθεια και την ελευθερία, όχι γιατί είναι κιοτήδες, μα γιατί αναλαβαίνουν ευθύνες. Η αγάπη, η αλήθεια, η ελευθερία, θέλουν νεφρά γερά να βαστάξουν τις ευθύνες τους.
- Ο πατέρας σας έκανε αγώνα απελευθερωτικό, εσείς τι κάνετε;
- Μα κι εγώ το ίδιο κάνω. Ο πατέρας μου αγωνιζόταν να ελευτερώσει το γεννησιμιό τόπο. Εγώ αγωνίζομαι να λευτερώσω τις ψυχές των ανθρώπων: να τις κάνω περήφανες, να μη φοβούνται την αλήθεια και ν’ αγαπούν τον άνθρωπο.
Γιάννης Μαγκλής αφηγείται
Καπνίζαμε αμίλητοι. Ξαφνικά τον ρώτησα:
- Κουμπάρε, πολλές φορές ήσουνα στην Κεντρική Επιτροπή. Είχες δουλέψει με τον Ζαχαριάδη. Τι άνθρωπος ήτανε;
- Ξυπνός, δραστήριος, θεληματικός, ριψοκίντυνος, αυταρχικός, εγωιστής –μέχρι εγωπάθειας. Όταν τύπωσε τη μελέτη του για το «Δωδεκάλογο του Γύφτου», θυμούμαι, μπήκε στο Γραφείο, είχαμε συνεδρίαση και ήμασταν όλοι εκεί. Σηκώθηκαν, του έσφιγγαν τα χέρια και τούλεγαν εγκώμια. Αφού τέλειωσαν όλα τούτα, στράφηκε σε μένα που ούτε σηκώθηκα, ούτε μίλησα.
- Εσύ, μου κάνει, τι λες;
- Τι να πω; Μόνο τούτο. Μια και αποφάσισες να τυπώσεις βιβλίο κριτικής πάνω σ’ ένα μεγάλο ποίημα, ας ρώταγες δα και κανένα λογοτέχνη που να καταλαβαίνει…
- Μπράβο, φώναξε. Είσαι ο πιο ειλικρινής εδώ μέσα.
- Την άλλη μέρα με είχε πάψει από μέλος της Κ. Επιτροπής.
Χαμογέλασε σβηστά. Σώπαινε, κάπνιζε, έπινε μια γουλιά ούζο.
Ο Θέμος Κορνάρος ήταν ψυχή ευγενικιά από τη φύση της. Γι’ αυτό πίστευε και αγαπούσε τον άνθρωπο. Ήμερος, πολιτισμένος, γιομάτος αισθήματα και ιδέες. Σε τούτη τη χώρα λίγοι άνθρωποι υπόφεραν σαν εκείνον. Αλλά δεν παραπονιόταν. Δεν τον άκουσα ποτές να παραπονεθεί. Είχε πάρει το δρόμο της θυσίας με τη βούλησή του: καρδιά και μυαλό. Όλα τα βιβλία του είναι γιομάτα ανθρωπιά, πόνο, αγάπη. Και αγώνα. Υπόφερε σχεδόν σε όλη τη ζωή του και θυσιάστηκε για την ιδέα του. Γιατί θάρρειε πως τούτη η ιδέα λυτρώνει τον άνθρωπο. Που, για τον Κορνάρο, οι άνθρωποι όλοι ήταν κουμπάροι του.
Πηγή: «Θέμος Κορνάρος» Λεωνίδας Χρηστάκης,
Εκδόσεις Σπηλιώτης
