ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Λίβανος - Καζέρτα - Βάρκιζα - Βρυξέλλες του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Μέχρι πριν από λίγο καιρό η ρητορική του Τσίπρα αντανακλούσε την προσωπική ιδεολογική αντίφασή του, με το ένα πόδι συνέχιζε να λειτουργεί ως αριστερός ακτιβιστής, ως επικεφαλής ενός κόμματος διαμαρτυρίας, και με το άλλο ως κυβερνήτης ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιο επώδυνη και δύσκολη στην επίλυσή της κρίση της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Η συμφωνία στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης συνιστά εκ των πραγμάτων όχι μόνο πολιτική στροφή, αλλά και το σημείο μη επιστροφής στη διαδικασία μετάλλαξης του ίδιου και του ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση Τσίπρα αυτοπροβάλλεται ως θύμα εκβιασμού και δεν αποδέχεται την ιδιοκτησία του 3ου μνημονίου, αλλά δηλώνει αποφασισμένη να το εφαρμόσει. Αυτό εκ των πραγμάτων θα μεταλλάξει ιδεολογικοπολιτικά και τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τον εκκαθαρισμένο από τους διαφωνούντες ΣΥΡΙΖΑ.

Στις τελευταίες συνεντεύξεις και δηλώσεις του έχει υιοθετήσει όρους, και επιχειρήματα τα οποία ήταν το ρητορικό οπλοστάσιο των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά. Μέχρι προσφάτως το μνημονιακό στρατόπεδο κατηγορούσε για λαϊκισμό τον Τσίπρα. Τώρα, είναι ο πρωθυπουργός που χρησιμοποιεί την τόσο αγαπητή σε κάθε εξουσία ιδεολογική αυτή μορφή.

Όπως χαρακτηριστικά είπε: «Αν έκανα αυτό που έλεγε η καρδιά μου, να τα βροντήξω και να φύγω, την ίδια μέρα θα έπεφταν τα τραπεζικά καταστήματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό. Και σε 48 ώρες θα τέλειωνε η ρευστότητα. Το σημαντικότερο ήταν ότι σε 48 ώρες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αποφάσιζε το επιπλέον κούρεμα των εγγυήσεων ενδεχομένως θα απαιτούσε και τα δάνεια που έχουν δοθεί. Πράγμα που θα σήμαινε αρχικά την κατάρρευση της Eurobank, ακολούθως ενδεχομένως της Εθνικής και ίσως στην πορεία του συνόλου των τραπεζών. Κατάρρευση θα σήμαινε όχι ότι θα κουρεύονταν οι αποταμιεύσεις, αλλά ότι δεν θα υπήρχαν αποταμιεύσεις».

«Δεν έχουμε τίποτα να σας πούμε έτσι που όλα προταθήκανε, έτσι που όλα λύσαν τους αρμούς».

Με τον τρόπο αυτό, όμως ουσιαστικά επαναλαμβάνει όσα έλεγαν οι προκατοχοί τους για να δικαιολογήσουν τις δικές τους μνημονιακές επιλογές. Επιλογές τις οποίες ο ίδιος, όταν ήταν στην αντιπολίτευση, είχε καταγγείλει με βαρύτατες εκφράσεις.

Τώρα προκαλεί τους εσωκομματικούς επικριτές του, οι οποίοι συνεχίζουν να λένε αυτά που και ο ίδιος έλεγε παλαιότερα: «Εάν κάποιος πιστεύει ότι ο Τσίπρας στις 12 του Ιούλη είχε εναλλακτική, την οποία επέλεξε να μην ακολουθήσει, ας βγει να το εξηγήσει δημόσια δίχως λαθροχειρίες. Κι ας μας πει ποιο ήταν αυτό το σχέδιο το οποίο είχα και δεν ακολούθησα».

Επειδή η θέση της Αριστερής Πλατφόρμας είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη, ο πρωθυπουργός σπεύδει να της απαντήσει: «Το να λέμε ότι το μεγάλο ‘‘όχι’’ (στο δημοψήφισμα) ήταν το μεγάλο ‘‘ναι’’ στη δραχμή, αυτό σηματοδοτεί μια λαθροχειρία». Σε αυτό ο πρωθυπουργός έχει δίκιο. Για το δημοψήφισμα ο ίδιος είχε ζητήσει από τον λαό να ψηφίσει «όχι» για να αποκτήσει διαπραγματευτική δύναμη και όχι για να επιστρέψει στη δραχμή. Εκτός αυτού, η έξοδος από την Ευρωζώνη είναι εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση για να προκύψει από καραμπόλα, η ίδια της διολισθήσεως. Ο Κώστας Αρβανίτης τον ρώτησε (στη συνέντευξη Στο Κόκκινο) αν, με βάση το τελικό αποτέλεσμα, άξιζε τον κόπο η πεντάμηνη διαπραγμάτευση. Οι απαντήσεις ήταν αντιφατικές: «Εγώ δεν μετανιώνω ούτε στιγμή για ό,τι έγινε αυτούς τους πέντε μήνες».

Όταν, όμως, πιέστηκε η απάντησή του διαφοροποιείται: «Παρασύρθηκε μετά τις 20 του Φλεβάρη σε μια διαπραγμάτευση η οποία ουσιαστικά ήταν μια διαρκής φθορά… Εκ των υστέρων διαπιστώνω ότι θα ήταν προτιμότερο (να μην παρασυρθούμε), εφόσον ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα φτάναμε εκεί. Αλλά ξέρετε, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Εντούτοις, όμως, επαναλαμβάνω ότι γι’ αυτό το εξάμηνο αισθάνομαι περήφανος για τη μάχη που δόθηκε, αν και έγιναν λάθη».

«Σκάβω με τα νύχια μου αυτές τις ημερομηνίες, μήπως αστράψει κάποτε μια λύση».

«Μπορεί να με κατηγορήσει κανείς ότι είχα λάθος εκτιμήσεις, λάθος υπολογισμούς, αυταπάτες. Σε κάθε στιγμή, όμως, έλεγα τα πράγματα με το όνομά τους». Η ειλικρίνεια, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να είναι κάποιος καλός κυβερνήτης. Οι καλές προθέσεις του Τσίπρα δεν αμφισβητούνται. Όπως στη ζωή, έτσι και στην πολιτική, όμως, ο δρόμος προς την κόλαση είναι ενίοτε σπαρμένος με καλές προθέσεις.

Αυτό που δεν λέει είναι ότι, μη έχοντας το οποιοδήποτε εναλλακτικό σχέδιο, ήταν καταδικασμένος να παρασυρθεί σε μια άνιση διαπραγμάτευση η οποία προκάλεσε μεγάλο κόστος στην οικονομία και στο τέλος της διαδρομής να υποκύψει. Το επιχείρημά του ότι στις 12 Ιουλίου μπροστά του είχε τον γκρεμό δεν τον απαλλάσσει από τις ευθύνες για το γεγονός ότι άφησε τα πράγματα να τον οδηγήσουν εκεί.

Τώρα δηλώνει πως «δεν υποσχεθήκαμε στον λαό υγιεινό περίπατο». Η αλήθεια είναι πως η προεκλογική επαγγελία του έμοιαζε περισσότερο με υγιεινό περίπατο παρά με αυτό που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Ποιος δεν θυμάται τις αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις του ότι θα απαλλάξει την Ελλάδα από το μνημόνιο και θα ακυρώσει αρκετά από τα επώδυνα μέτρα σε συνθήκες οικονομικής ομαλότητας και βεβαίως εντός της Ευρωζώνης. Τα γεγονότα έχουν κρίνει οριστικά και αμετάκλητα εκείνες τις υποσχέσεις.

«Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω. Ανάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους και προσπαθώ ν’ αναστήσω. Τα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές, σε μυστικές συνεδριάσεις».

Η ισχυρή στάση του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα, κόντρα σε θεούς και δαίμονες, κατάφερε να διεθνοποιήσει το πρόβλημα, να απογυμνώσει το σκληρό πρόσωπο των εταίρων… Έφτασε στα όρια της αντοχής και συνοχής την Ευρωζώνη». Μπορεί η τελευταία φράση του να είναι υπερβολική, αλλά σαφές πως το ηχηρό «όχι» έπαιξε σημαντικό ρόλο σε πολλά επίπεδα. Αναμφισβήτητα το 61,3% ήταν ένας πολιτικός θρίαμβος του Τσίπρα. Κατέδειξε ακόμα και στους αντιπάλους του ότι χωρίς αυτόν δεν υπάρχει πολιτική λύση.

«Σε σχέση με το ερώτημα Α (για το τελεσίγραφο Γιούνγκερ), αυτό που ήρθε μετά το δημοψήφισμα είναι παρόμοιο με αυτό που απέρριψε ο ελληνικός λαός… Όμως στο ερώτημα Β (για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας), είναι η μέρα με τη νύχτα. Είχαμε πέντε μήνες, 10 δισ. και πέντε αξιολογήσεις. Τώρα έχουμε 83 δισ. συν την ισχυρή δέσμευση για το ζήτημα του χρέους (…) Άρα το δημοψήφισμα έπαιξε τον ρόλο του».

Μπορεί ο Τσίπρας να μην αποδέχεται την ιδιοκτησία του 3ου μνημονίου, αλλά το υπερασπίζεται σθεναρά. Δεν περιορίζεται μόνο στην υπόσχεση για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους μέχρι το τέλος του 2015. «Εάν δεν υπήρχε πολιτική αλλαγή, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να έχει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% το 2015 και 4,5% από το 2016 και μετά… Σήμερα έχει την υποχρέωση να φτάσει το 2018 σε 3,5%. Το 2015 μπορεί να έχει και μηδέν και μείον και το 2016 να έχει 1%, το 2017 να έχει 1,5%-2,5% ανάλογα με την οικονομική κατάσταση… Η διαπραγμάτευση γλίτωσε την ελληνική οικονομία πάνω από 15 δισ.».

Ιδιαίτερη έκφραση δίνει και στην πολιτική. Χαρακτηρίζει τη συμφωνία «πύρρειο νίκη των δανειστών, μια μεγάλη ηθική νίκη της Ελλάδας και της κυβέρνησης της Αριστεράς και έναν επώδυνο συμβιβασμό». Πιστός στη φιλόδοξη αποστολή που έχει αναθέσει στον εαυτό του να αλλάξει την Ευρώπη, δηλώνει σε κάθε ευκαιρία ότι «η Ευρώπη δεν είναι ίδια μετά τη 12η Ιούλη».

«Όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου, να τις τακτοποιούν σε μια θυρίδα. Σωπαίνω».

«Μέσα από ένα σχέδιο που πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε γρήγορα, να ανασυνταχτούμε για να αντεπιτεθούμε. Και θα είναι σχέδιο της Αριστεράς αυτό. Δεν μπορεί να είναι σχέδιο ούτε της Δεξιάς ούτε της σοσιαλδημοκρατίας. Το σχέδιο της Δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας είναι να λένε ότι το μνημόνιο, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το εφεύρουμε. Εμείς λέμε ότι το μνημόνιο είναι λάθος συνταγή. Οι συσχετισμοί ήταν ετεροβαρείς και αναγκαστήκαμε να το δεχτούμε. Δίνουμε τη μάχη να το ανατρέψουμε, να απεγκλωβιστούμε σταδιακά».

Για να πείσει, όμως, χρησιμοποιεί και ένα δεύτερο επιχείρημα, ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να διαχειριστεί την αναπόφευκτη μνημονιακή λιτότητα κατά τρόπο που θα επιβαρύνει πολύ λιγότερο τα μικρομεσαία στρώματα. «Διαχωρισμός ανάμεσα σε μια προοδευτική πολιτική και μια συντηρητική πολιτική μέσα στο στενό πλαίσιο της Ευρωζώνης δεν υπάρχει».

Ο Τσίπρας επαγγέλλεται το άνοιγμα μετώπου εναντίον της εγχώριας ολιγαρχίας, έχοντας συνείδηση πως αυτή συγκινεί όχι μόνο τα μέλη και τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας. «Εάν θεωρήσουμε ότι οι ξένοι ευθύνονται για όλα τα δεινά στον τόπο, βγάζουμε λάδι την ολιγαρχία που οδήγησε τη χώρα στον γκρεμό… Το σχέδιο μας πρέπει να αναπροσανατολιστεί. Σχέδιο μάχης και σύγκρουσης με την ολιγαρχία».

Χαρακτηριστικός είναι και ο τρόπος που μιλάει πλέον για τον ρόλο της Αστυνομίας, την οποία αποκαλεί «Δημοκρατική Αστυνομία». Αναφερόμενος στα πρόσφατα επεισόδια, αναρωτήθηκε: «Τι πρέπει να κάνει η δημοκρατική αστυνομία όταν υπάρχει ένας καταιγισμός βομβών μέσα σε μια διαδήλωση που κινδυνεύουν οι διαδηλωτές να καούν ζωντανοί: Πρέπει να το αφήσεις να εξελιχθεί μέχρις ότου καεί άνθρωπος;».

Η κομματική νεολαία, που είναι ο σημαιοφόρος της κατεστημένης κομματικής μυθολογίας, μετά τη μνημονιακή συμφωνία έχει και έναν πρόσθετο λόγο να πνέει μένεα. Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, που στο πολιτικό γονίδιό του είναι κόμμα διαμαρτυρίας, σε κόμμα εξουσίας είναι επώδυνη και αναπόφευκτα συνοδεύεται από εσωτερικά ρήγματα.

Τώρα που στον «μικρό ΣΥΡΙΖΑ» του 4% οι φωνές αμφισβήτησης του Τσίπρα και κριτικής προς την κυβερνητική πολιτική έχουν προσλάβει διαστάσεις, ο πρωθυπουργός ανακαλύπτει τη διάκριση μεταξύ «κομματικού και κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ». «Έχουμε την αναντιστοιχία να έχουμε ένα κόμμα 30.000 μελών με μια κοινωνία που το στηρίζει τριών εκατομμυρίων... Η συζήτηση για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ανοίξει, να αντιστοιχηθεί με την κοινωνική βάση είναι μια συζήτηση που κακώς δεν την κάναμε τόσο καιρό».

«Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου και ‘συ αφομοιώθηκες.

Από πολύ καιρό επισημάνει μια ιδεολογικοπολιτική αντίφαση ανάμεσα στον «μικρό» και στον «μεγάλο» ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσα στον κομματικό μηχανισμό και στο 36,5% που κατέστησε τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα. Όσο ο Τσίπρας ήταν ο εκφραστής της κομματικής γραφειοκρατίας, ηθελημένα (υπό την επήρεια του δόγματος περί πρωτοπορίας) παρέκαμπτε αυτή την αντίφαση και την ανάγκη πολιτικής αντιστοίχισης.

Με τη διαφοροποίηση των διαφωνούντων στη Βουλή, ο πρωθυπουργός θυμήθηκε και τα προβλήματα που δημιουργούν οι οργανωμένες τάσεις στο κόμμα. Αναφερόμενος σε αυτό το μοντέλο, είπε ότι «μπορεί να λειτουργεί πολυσυλλεκτικά και θετικά όταν ένα κόμμα βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Όταν ένα κόμμα, όμως, ασκεί κυβερνητική εξουσία και αυτό το μοντέλο μεταφέρεται και στο Κοινοβούλιο, δεν μπορεί να λειτουργήσει και να είναι αποτελεσματικό…

Ο πρωθυπουργός έχει δίκιο όταν λέει πως «δεν μπορεί να μεταφέρεται ο πολυκεντρισμός και εντός της κυβέρνησης και εντός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας». Όταν, όμως, υπάρχει αυτό το καθεστώς στο κόμμα, πώς περίμενε ότι θα άλλαζε μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές; Ούτε επιτρέπεται να επικαλείται το καταστατικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας για να ζητάει από τους διαφωνούντες να παραδώσουν την έδρα τους όταν κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα.

Κατά τα άλλα, ο Τσίπρας έχει απόλυτο δίκιο πως «δεν μπορεί να υπάρχει αλά καρτ κυβερνητική πλειοψηφία». Όπως επίσης ότι «δεν μπορείς να λες εγώ καταψηφίζω τις προτάσεις της κυβέρνησης και τη στηρίζω ταυτόχρονα». Την ερμηνεία αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης, όπου υπάρχει αντιπολιτευόμενη συμπολίτευση, τη δίνει ο ίδιος: «Υπάρχει μια διαφορά στρατηγικής. Εγώ τη σέβομαι. Γι’ αυτό και δεν ζητάω να υπάρξουν κυρώσεις».

Όλα δείχνουν πως η οριστικοποίηση της διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ είναι ζήτημα χρόνου, παρότι και οι δύο πλευρές την προωθούν, χωρίς να θέλουν να τη χρεωθούν. (όπερ και εγένετο).

Η 20η Φεβρουαρίου προηγήθηκε της 12ης Ιουλίου

Πηγή: Δημοσιεύσεις οικονομικών άρθρων (Λυγερός)

Παρεμβολές: Μιχάλη Κατσαρού «Κατά Σαδδουκαίων»

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Λίβανος - Καζέρτα - Βάρκιζα - Βρυξέλλες του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ