… Πάει ο ήλιος
πάει κι’ η Αμοργός
τα μάτια του νυχτώνει
κι’ ο έφεδρος Ανθυπολοχαγός
κοιμάται μεσ’ το χιόνι…
Αφιερώνω τούτες τις γραμμές στη μνήμη του θείου μου
ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΑ που έπεσε ως έφεδρος Ανθ/γος στη Β. Ήπειρο κοντά στο Φράταρι της Κλεισούρας-ύψωμα 1220 πολεμώντας το φασισμό.
Μαχόμενος για ένα νέο κόσμο χωρίς πολέμους και αδικίες. Ένα λαό που θα μοχθεί να ψηλώνει τη ζωή την προκοπή, την ειρήνη και κάθε καλό, του πολιτισμού.
Και όμως αλίμονο! Ο φασισμός βρικολάκιασε τα χρόνια που ακολούθησαν. Οι νεκροί που χάθηκαν στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, με πείνα κούραση, τραύματα, ανύπνωτοι, δεν δικαιώθηκαν.
Τα όρνεα της άρχουσας τάξης των βιομηχάνων και τα τσιράκια των –«οι πολιτικοί»-κάθε απόχρωσης, καθώς και οι καλόγεροι επιχειρηματίες, ξεσκίζουν τις σάρκες των λαών. Ξεχάσατε το Βατοπαίδιον; Οι λαοί σήκωσαν στον ώμο τους τα βουνά προσδοκώντας ένα νέο κόσμο, ειρηνικό και χορτασμένο. Και οι πληγές δεν έκλεισαν. Το αίμα δε στέρεψε. Η πείνα και η δυστυχία είναι απλωμένη σε ολάκερη τη γη. Οι καλόγεροι και οι πολιτικοί σφιχταγκαλιασμένοι καταδυναστεύουν και κατέχουν τα πάντα. Και ο λαός στριμωγμένος στο περιθώριο και στην εξαθλίωση.
Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις; Βλέπω τους λαούς παραδομένους στη σφήκα και στο ξινόχορτο, να απομυζούν με ηδονή τα λύματα των καναλιών των βόθρων, και των απόπατων των κοινοβουλίων που έχουν καταντήσει πορνεία συναλλαγής και άντρα κλεφτών, συμμοριτών και συνεργατών των φασιστικών πολυεθνικών εταιρειών του πολέμου, των εξοπλισμών της παραγωγής μπαρούτης και σιδερικών. Συνεργάτες των εμπόρων και μεγαλοβιομηχάνων του αργού θανάτου της νεολαίας. Διορισμένα και καλοπληρωμένα όργανα. Στρατιές ανέργων κάτω από τον εφιάλτη της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας. Ανίερους συμμάχους, πολιτικούς των βιομηχάνων λιγδιάρηδες κοιλαράδες αχόρταστους ανόητους άπληστους παραδομένους στις ηδονές της ύλης και των μεγάλων περιουσιών της κλεψιάς και της απάτης των ιδεολογημάτων να πουλούν και να αγοράζουν με χρυσόβουλα των εχθρών του λαού των Ελλήνων, τη γη και τη θάλασσα. Ξεχάσατε τη Πάτμο; Έχει τεράστια ευθύνη σήμερα ο λαός που ενώ βλέπει το βούρκο, επιμένει να τρώει τις μαγαρισιές και τα κάτουρα που του σερβίρουν και του πουλούν οι αετονύχηδες άρπαγες σοσιαλιστές, χρυσοδάκτυλοι, προδότες του λαού και του τόπου διορισμένοι δωσίλογοι απατεώνες και αδιάφοροι στο κρατικό μηχανισμό της τυπολατρίας και στρεψοδικίας, στα κανάλια και στα πανεπιστήμια, να απλώνουν την άθλια προπαγάνδα τους με κηρύγματα ανοησίας. Πουλώντας φούμαρα και ιδεολογήματα. Και ο λαός αποχαυνωμένος να κάθεται στον καναπέ και να «απολαμβάνει» την τηλεόραση, να ακούει τις ασυναρτησίες και τις αθλιότητες όλων των αεριτζήδων και των τσαρλατάνων που παραμυθιάζουν και αποκοιμίζουν το ποίμνιο των προβάτων των ευσεβών και ορθοδόξων δήθεν κομουνιστών, διαμαρτυρόμενων που νομίζουν ότι «πιστεύουν». Το πιο σίγουρο όμως είναι η απόλυτη άγνοια, της σήψης και της διαφθοράς που επέβαλαν οι Ρωμαίοι κατακτητές αυτοκράτορες, της Μέρκελ, δημιουργώντας νέους μύθους, νέα ήθη, νέα ιδεολογήματα για μια νέα κατοχή στα ρέπια του μεγαλειώδους αθάνατου και ανυπέρβλητου Ελληνικού πολιτισμού, που θέλουν να αφανίσουν. Βλέπω στις σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη να έρπουν μαύρα ερπετά και να κατατρώγουν τον ελληνικό πολιτισμό. Να αποπροσανατολίζουν τον λαό από τις μεγάλες αξίες τις μεγάλες ανθρωπιστικές ιδέες, με λογύδρια ανόητης προπαγάνδας αποπροσανατολισμού. Αυτά που βλέπουμε σε έξαρση σήμερα, αυτά υπήρχαν από τον καιρό του Ρωμαϊκού μεσαίωνα των καλογέρων και των πολιτικάντηδων, των αξιωματούχων του αυτοκράτορα, του σουλτάνου, του τσάρου του Ρασπούτιν του Ρισελιέ του Πάπα, και του κοτσάμπαση που μεταμορφώθηκε σήμερα σε ¨πολιτικό του κοινοβουλίου» για να υπηρετεί τα παιχνίδια και τις επιδιώξεις των πολυεθνικών. Το κάθε παιδί του φτωχού χωριάτη υπερασπίζοντας τα σύνορα της πατρίδας, από το φασισμό και την υποδούλωση, δεν έπεσε για τις επιχειρήσεις του τάδε βιομηχάνου.
Δεν έπεσε για του εμπόρους των ναρκωτικών. Δεν έπεσε για τους κλέφτες «πολιτικούς» σφογγοκολάριους των καταστηματαρχών της ανθρωπότητας, που κατέχουν τον τόπο και καταδυναστεύουν το λαό. Δεν έπεσε για να μπει ο αδερφός του στη φυλακή. Δεν έπεσε για να ζήσει ο τόπος έναν εμφύλιο που αιμορραγεί μέχρι τα σήμερα.
Δεν έπεσε για να επικρατήσει πάλι ο φασισμός του κοτσάμπαση και του πολιτικάντη που θυμιατίζουν την αυτοκρατορία των μαυραγοριτών της κόκα-κόλας, της ηρωίνης και της Μέρκελ.
Που είναι η γενιά του ’40, να πολεμήσει πάλι το φασισμό. Ποιος θα μας λυτρώσει από τους σωτήρες του υπαρκτού καπιταλισμού, του ψευτοκομμουνισμού και του σοσιαλισμού.
Νεκροί του ’40, ξυπνήστε τους ζωντανούς από το μαστούρωμα του λιβανιού και της κοκαΐνης. Δύσκολο.
Η μεταπολεμική φρίκη, του εμφυλίου, που επέβαλαν οι εξίσου εγκληματίες Εγγλέζοι και Αμερικάνοι αδυνάτισαν το λαό. Του έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα με τα ξερονήσια, τις φυλακές και τα βασανιστήρια.
Τον έριξαν στις τρούπες Φενεού και τις πηγάδες του Μελιγαλά.
Που είναι τα σκολειά, τα πολιτισμικά αγαθά, τα νοσοκομεία, τα γεμάτα χέρια του εργάτη, που ονειρεύτηκαν οι ήρωες. Όταν η πατρίδα μας είχε ανάγκη από σχολειά, νοσοκομεία, εργοστάσια, πολιτισμό, οι σύμμαχοι μαζί με τα τσιράκια των, έχτιζαν φυλακές για να βάλουν μέσα τα νιάτα που αγωνίστηκαν εναντίον του φασισμού, στήνοντας σκόπιμα ένα άθλιο εμφύλιο. Και επειδή σήμερα δεν μπορούν τον λαό να τον κάνουν ζάφτι τούδωκαν τα ναρκωτικά και την ανεργία. Κλέβουν τη σύνταξή του. Να πληρώσει την οικονομική κρίση που αυτοί δημιούργησαν, με τις κάθε λογής κλεψιές και ατιμίες. Με τα ερείπια και τις στρεψοδικίες.
Θέ μου και γινήκανε τση γης οι αντρειωμένοι που πήγαν οι αγώνες, τα δάκρυα, η πείνα το κρύο, οι αρρώστιες, οι καημοί, η εξαθλίωση, η φτώχεια, η γύμνια. Για να κορδώνονται οι λιγδιάρηδες και τα όρνεα του κοινοβουλίου, οι συμμορίτες της κλεψιάς της απάτης και της ψευτιάς.
Η σκέψη είναι ανάθεμα για την ψεύτικη πολιτική, και για κάθε ολοκληρωτισμό. Κατάφεραν να αφαιρέσουν τη σκέψη από το λαό και ιδιαίτερα από τους νέους. Γέμισαν και γεμίζουν το κεφάλι του λαού με άχυρα. Ο λαός έπαψε να σκέφτεται. Ο θάνατος έφτασε. Όλα είναι ήσυχα όπως στο νεκροταφείο. Ο ενταφιασμός ξεκίνησε. Περιμένουμε αυτόν που θα βάλει την ταφόπλακα.
Στις 28 του Οκτώβρη πραγματοποιήθηκε προσκύνημα στους τάφους γνωστών και αγνώστων ηρώων του 40 αλλά και στους άταφους νεκρούς, της Βορείου Ηπείρου.
Οι δάφνες φύτρωσαν πάνω στα άταφα κορμιά τους για να θυμιάζουν τη θυσία και τον άνισο αγώνα εναντίον του επίβουλου φασισμού.
Ο γίγαντας Ιεράρχης ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ανάστησε τους νεκρούς- όσους μπόρεσε – για να δείχνουν το χρέος προς την πατρίδα και να διδάσκουν στους κατοπινούς τους δρόμους του αγώνα όταν ο τόπος βρίσκεται σε ανάγκη όπως σήμερα. Που τον ξεπουλούν προδότες σε ξένους, και εξαθλιώνουν με χίλιους όσους τρόπους το λαό, μέχρι να τον εξαφανίσουν. Να εκτελέσουν το σχέδιο τους.
Οι προδότες «πολιτικοί» άξεστοι αγράμματοι απολίτιστοι και ανιστόρητοι, φυσικό είναι να ξεχνούν και να μην θέλουν να μάθουν τα γεγονότα του Οκτώβρη του 1940 στα χιονόδοξα όρη της Βόρειας Ηπείρου.
Οι ντόπιοι Έλληνες που ζουν σήμερα σ’ αυτά τα χιονόδοξα βουνά, κρατούν τη μνήμη, άκαυτη και ζωντανή και προσμένουν πότε οι συμμορίτες «πολιτικοί» θα φιλοτιμηθούν να βάλουν τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά, σε μνημούρι, να μη χαθούν στη λήθη του χρόνου, και στη φθορά της γης.
Πότε θα ακούσουν τη φωνή του χρέους και του λαού. Ο Μέγας Αναστάσιος άνοιξε το δρόμο διάπλατα για να πορευτούν στο δρόμο, της τιμής αυτοί οι ανάξιοι και πανάθλιοι που κλέβουν τα όνειρα του λαού. Δεν έχουν δικαίωμα να κλέβουν και την Ιστορία, το λαό και την πατρίδα για την οποία άφησαν τα κορμιά τους οι ήρωες στα καταράχια και στα χιόνια, πεινασμένοι, κακοπορεμένοι, νηστικοί, σακάτηδες γυμνοί και ξεκαλίκωτοι, αφού οι «πολιτικοί» της εποχής είχαν αφήσει σχεδόν, το λαό και το φαντάρο και πάλι άοπλο και πεινασμένο.



