Ένα δίλημμα που απασχολούσε, πάντοτε, ιστορικά τους ανθρώπους, ξεχωριστά ως οντότητες, αλλά και τις κοινωνίες ως ενιαίο σύνολο, είναι το εάν θα έπρεπε να ταχθούν με την παράδοση ή την πρόοδο. Να διατηρήσουν αυτό που βρήκαν έτοιμο, ως ρίζα, από τους πατεράδες και τους παππούδες τους ή να αλλάξουν ό,τι τους δόθηκε και να τολμήσουν το διαφορετικό, το οποίο, όπως κάθε τι άγνωστο, μπορεί να είναι καλύτερο, αλλά και πολύ χειρότερο από το υπάρχον. Και είναι αυτό ακριβώς το δίλημμα που ευθύνεται, εδώ και αιώνες, για τον διαχωρισμό των ατόμων και την ομαδοποίησή τους σε κατηγορίες πολιτικοκοινωνικών και ιδεολογικών παρατάξεων.
Πάνω στο αρχέγονο αυτό ερώτημα έχουν αναπτυχθεί πάμπολλες συζητήσεις και θεωρίες με χαρακτηριστικότερη αυτή του Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος υποστήριζε πως, όσοι απλώς συντηρούν την παράδοση, αποτελούν τους «ισχυρούς χαρακτήρες». Αλλά αυτοί το μόνο που μπορούν να επιτύχουν είναι απλώς να διατηρήσουν όσα ήδη επικρατούν. Αντιθέτως, ισχυρίζονταν ο ίδιος, οι «αδύναμοι χαρακτήρες», εμφανίζουν την τάση, λόγω της ευαίσθητης φύσης τους, να χάνονται, συνήθως από την αυτοκαταστροφή. Εάν, ωστόσο, ένας από τους χίλιους αυτούς αποφασίσει να δράσει, αν «τα πάρει στο κρανίο» για να γίνω πιο κατανοητός, τότε, εξαιτίας της δημιουργικότητας και της ανιδιοτέλειας που διαθέτει, είναι ικανός να φέρει την πρόοδο.
Στο σημείο αυτό - και δικαίως - τίθεται ένα ακόμη ζήτημα. Ποια δηλαδή η σημασία της αφετηρίας, η οποία, προερχόμενη από τη σκέψη, κινεί το σώμα, τη συμπεριφορά και, τελικώς, οδηγεί στην πράξη ή την απραξία. Θα πρέπει να μας ενδιαφέρει το κίνητρο ή απλώς το αποτέλεσμα; Είναι ή όχι επιθυμητές ή έστω δικαιολογημένες οι πράξεις εκείνες των ανθρώπων που, έχοντας καλή πρόθεση, επιφέρουν την καταστροφή; Προτιμούμε ή όχι τα κακόβουλα άτομα, τα οποία για να εξυπηρετήσουν το προσωπικό τους συμφέρον οδηγούν στο κοινό καλό;
Όπως επιτάσσουν οι κανόνες της γραφής, μετά από κάθε πρόλογο, είθισται να ακολουθεί το κυρίως σώμα του κειμένου που επεξηγεί, λίγο πριν έρθει ο επίλογος να αποχαιρετίσει τον αναγνώστη. Για να συσχετίσω τα προαναφερόμενα με αυτά που οφείλουν να ακολουθήσουν, την ακατάσχετη φλυαρία μου με τον τίτλο του άρθρου, έχω την υποχρέωση να γίνω επιτέλους πιο πρακτικός και δυστυχώς - με όλο τον σεβασμό - πιο σκληρός.
Αναφέρομαι σε αυτή την παρεξηγημένη έννοια της κρητικής παράδοσης που, εδώ και αιώνες, έχτισαν άνθρωποι απλοί, ταπεινοί, αγρότες και κτηνοτρόφοι του ευλογημένου από τον Θεό αυτού τόπου, που δεν ανέχτηκαν ποτέ νταβατζήδες στο κεφάλι τους. Οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι αν και ταλαιπωρημένοι, στερημένοι από τις δυσκολίες που έφερναν οι εκάστοτε συγκυρίες της εποχής, υπήρξαν πάντοτε αγνοί, καταδεκτικοί, φιλόξενοι, άνθρωποι της παρέας που δεν παρεξηγούσαν, που αγαπούσαν τη ζωή και τον συνάνθρωπο. Που ήταν Κρητικοί με όλη τη σημασία της λέξης, που χαιρόσουν να πιεις μαζί τους μια κούπα κρασί ή μια ρακή και να συζητήσεις. Μιλώ για όλους όσους αψήφισαν τους εαυτούς τους και τα θέλω τους για την ιδέα της όποιας τιμής και της ελευθερίας. Που θυσίασαν τις υποσχόμενες ζωές τους πλάθοντας μαντινάδες, που τραβούσαν τα όπλα για το σωστό και το δίκαιο κι όχι για να το παίξουν καπετάνιοι ή επειδή μέθυσαν και έτυχε να τα κουβαλούν πάνω τους.
Αναφέρομαι στον εγωισμό, ο οποίος δυστυχώς χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος των σύγχρονων Κρητικών και κυρίως των νεαρών (από το «εγώ, εγώ, εγώ» της κάθε πρότασης που εκφέρουν, μέχρι τον αλαζονικό τρόπο που οδηγούν το αυτοκίνητo ή το μηχανάκι τους), για την αγένεια και την ασέβεια που επιδεικνύουν απέναντι στις γυναίκες. Μιλώ για όλους όσους νομίζουν πως, αν αφήσουν μούσια, φορέσουν μαύρα ρούχα και πάρουν ένα αγροτικό, δικαιούνται να εκπροσωπούν τους προγόνους και τον μύθο που αυτοί φέρουν. Για όλους όσους εκμεταλλεύονται με εμπορικούς καθαρά όρους το όνομα και την κληρονομιά της Κρήτης, για αυτούς που δεν χρειάστηκε ποτέ να προσπαθήσουν γιατί είδαν το σπίτι που έτυχε να γεννηθούν να γίνεται ξενοδοχείο με αποτέλεσμα να κάθονται και να τα κονομάνε, για όλους αυτούς που έχουν παρερμηνεύσει την έννοια της παλικαριάς και της ανδρειοσύνης. Που κουβαλούν πάνω τους, μαζί με την μπουνταλέ τους, και ένα χειροποίητο μαχαιρι για να κόβουν το...απάκι.
Το σήμερα είναι η παράδοση. Το σήμερα και ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε είναι το παρελθόν και το μέλλον. Η κρητική παράδοση δεν είναι κάτι το στατικό, το οποίο έχει διαμορφωθεί και μας χαρίζεται. Η Κρητική παράδοση είναι εδώ, ζώσα, καθημερινή όπως η βιολογική μας ανάγκη να φάμε, να ερωτευθούμε. Εάν θα πρέπει να δικαιολογήσουμε κάτι, θα πρέπει να δικαιολογήσουμε την ενότητα και τη συνοχή του κάθε χθες με το κάθε σήμερα και αύριο. Εάν θα πρέπει να δικαιολογήσουμε κάτι, θα πρέπει να διαμορφώσουμε στις πιο μικρές, στις πιο καθημερινές στιγμές της ζωής μας την κρητική παράδοση του μέλλοντος.
