Άρεσε πολύ στον οστεοφύλακα να κατανέμει κόκαλα νεκρών σε κιβώτια μεταλλικά. Έπαιρνε με περισσή ευλάβεια το κρανίο και τα συνήθη οστά, την ωλένη και τον μηριαίον. Τα σκούπιζε ελαφρά και με ζηλευτή δεξιοσύνη τα τοποθετούσε, την κεφαλή στο μέσον και τα κόκαλα εκατέρωθεν. Ανάμεσά τους έβαζε μπόλικο βαμβάκι. Βεβαίως τα οστά –ιδίως αυτά- δεν θραύονται εύκολα. Όμως, υπό συνθήκες βίας, εσκεμμένης ή τυχαίας, θρυμματίζονται.
Μετά τα τακτοποιούσε στις προθήκες. Ένας τοίχος σεβάσμια οστά. Φρόντιζε πολύ η αίθουσα των μακαριστών αδελφών να μυρίζει λιβάνι και ο καπνός, κυανούς, ελαφρύς και νωχελικός, να αναδύεται ίσαμε την οροφή και από εκεί να διαχέεται ατάκτως στο σεπτό οστεοφυλάκιο. Φρόντιζε, επίσης, να γραφούν αριθμοί στο άνω δεξιό μέρος του μεταλλικού κιβωτίου και όριζε αυτός το μέγεθος της φωτογραφίας του τεθνεώτος. Θεώρησε όμως περιττό να γράφεται το όνομα, διότι οι οικείοι γνωρίζουν, οπότε δεν υπάρχει λόγος να μαθαίνουν και οι άλλοι το όνομα του πάλαι ποτέ περιβάλλοντος τα οστά.
Με πολλά θεολογικά και λεκτικά ιδιοσκευάσματα άψιγης μιμητικής πατερικού και υμνολογικού ύφους επιχειρούσε να παρηγορεί νέες ζωντοχήρες ή και ηλικιωμένες γυναίκες. Τις τελευταίες τις εχειρίζετο ως μέσον προς δοκιμήν προ των επισήμων παραστάσεων.
Συστήματα παρηγοριάς
Μάλιστα είχε κωδικοποιήσει τις αντιδράσεις τις είχε ταξινομήσει σε ένα κλιμακωτό σύστημα και σπανίως έπεφτε έξω, όταν επιχειρούσε το δεύτερο βήμα. λόγου χάριν, το βλέμμα απορίας έδιδε λαβή για περαιτέρω αθώες προσεγγίσεις ενώ ο βαθύς αναστεναγμός, το κλείσιμο των ματιών, το σκύψιμο του κεφαλιού και η ψαύση των χεριών του από την τεθλιμένη, καθώς και άλλες κινήσεις, ανεπαίσθητες ή μη ορατές στους πολλούς, εσήμαιναν ότι αυτή προκλητικώς ενέδιδε.
Τότε το πρόσωπό του Οστεοφύλακος έπαιρνε μια άλλη, εξωανθρώπινη όψη, εγγύτατα της ιδιότητος εκείνων που αφήνουν τεχνηέντως να φανεί ότι επικοινωνούν με οσίους, ένα είδος κυριαρχίας δηλαδή επί των σημείων της ατέρμονος θλίψεως, η οποία όμως στην εξέλιξή της συνεδέετο αλληλοδιαδόχως με καμπυλόσχημους ροδώνες. Ευτυχής ο Οστεοφύλαξ, καθώς εσυναιρείτο με ωραίες μέλαινες, επί τη προφάσει παραμυθίας, αλλά εμφανέστατα με το μέγιστον και το κάλλιστον πάθος, ως αντίστιξη στην άβυσσο του θανάτου.
Ο εκλαμπρότατος εμβολεύς
Τώρα ο Οστεοφύλαξ ομοίαζε με καλλιεργητή. Ως εκλαμπρότατος εμβολεύς εφρόντιζε τα σώματα να πληρούνται χυμώδους σποράς. Μηδένα αγεωργήτως. Το σκηνοθετικό πάθος το συνέδεε με τις επισκέψεις που δεχόταν στο γραφείο του και στο διαμέρισμά που διατηρούσε επί τούτου.
«Ο άγιος άνθρωπος, που όλο επικαλείται τα θεία, αφήνοντας τα μύρα καπνούς να τρυπώσουν από τις γρίλιες, αυτός που όλο στενάζει, ο καλός… αυτόν ζητάτε. Στον πρώτο μένει, εκεί. Και προσεύχεται». Η Θεοξένη επιμελώς διέδιδε στους άλλους την ικανότητα του Οστεοφύλακος να παρηγορεί θεοπρεπώς. «Τόσα που είδε και βλέπει ο έρμος…»
Και όταν, ύστερα από στιγμές σιωπής, η κεκαυμένη εξέβαλλε ολολυγμούς από τα βάθη της ψυχής της, η Θεοξένη σήκωνε πάνω από το κεφάλι της το άδειο κάνιστρο που πάντα κρατούσε, σαν τελετουργική πράξη. Μετά, με αργό, ρυθμικό βηματισμό χανόταν στο διάδρομο επαναλαμβάνοντας τις πνιχτές λέξεις που άκουγε:
«Γιατί… Τώρα! Γιατί… Τώρα».
Αυτό το πάθος δεν τον εμπόδιζε να είναι γενικά δίκαιος. Όμως υπήρχαν φορές, τη συναινέσει του κυρ Ανέστη, του πρώην λαθρομετανάστου, που ενέδιδε στην αμαρτία να αδικήσει κάποιον από εκείνους της κάτω σειράς. Μεριμνούσε πάντοτε ώστε να αποκλεισθεί η πιθανότητα να τον κατατρέξουν οι συγγενείς του αδικηθέντος κιβωτιόσχημου. Άλλωστε γνώριζε ποια οστά είχαν αφεθεί στη στοργή και την ασφάλεια του οστεοφυλακίου μήνες ή και χρόνια τώρα χωρίς δάκρυα και αναστεναγμούς.
Εικασίες και σκέψεις
Όταν τον επεσκέφθη ο Σεβασμιότατος δεν προηγήθηκε καμία προειδοποίηση, οπότε το εξέλαβε ως αιφνιδιασμό, με όλα τα φανερά και τα κρύφια του όρου. Επί τούτου ο Μητροπολίτης Αρδιαίας και Δαμασκηνής συνοδεύετο υπό του γενικού γραμματέως της Μητροπόλεως, ενός ιερέως εκ των έσω, της ανεψιάς του Ερμοφάνους και υπό δύο σεβασμίων, φερουσών πένθιμον καλύπτραν προσώπου, ήτις συνεδέετο μετά ελαχίστου γυναικείου πετάσου με ελαφρώς αναδιπλουμένην κόγχην εμπρός.
Ο Οστεοφύλαξ ακολουθούσε σεμνοπρεπώς. Μέσα του όμως ένιωθε ωσάν να συνέβαιναν ανατροπές, να ανοίγονταν χαώδη κενά και αισθάνθηκε να τον πολιορκούν άπειρες σκέψεις και εικασίες. Ο ίδιος ήταν πάντοτε προσεκτικός. Η υπηρεσία του δεν είχε κανένα ψεγάδι. Τα μεταλλικά κιβώτια ήταν τοποθετημένα ακριβοδικαίως.
Είχε επανειλημμένως απορρίψει προτάσεις δωροδοκίας, παρότι γνώριζε ότι ορισμένοι –άπαγε της βλασφημίας!- επεδίωκαν να υποδείξουν, πλαγίως εννοείται, ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να γίνουν αλλαγές στις θέσεις των κιβωτίων. Μάλιστα ο κυρ Ανέστης, ο σιδηρουργός, τον πληροφόρησε ότι αυτοί οι ορισμένοι, συζητώντας με τεθλιμμένους συγγενείς, υπαινίσσονται ως δήθεν δικές τους, αυτού και του Οστεοφύλακος, τις απαιτήσεις διά χρηματισμόν. Οπότε ο ίδιος όφειλε με τη στάση του να διασκεδάζει τις υπόνοιες. Ούτε καν το Μητροπολίτου την παράκληση δεν ικανοποίησε, να δει απλώς –«προς Θεού, απλώς»!- μήπως το κιβώτιο του στρατηγού Μουρκέα μπορούσε να μετακινηθεί οπουδήποτε αλλού, φτάνει να είναι μακριά από εκείνα των γειτνιαζόντων Σέρτη, του ληστού, και Ευλαλίας, της ποιήτριας.
Άφαντος ο Ερμοφάνης
Ο Μητροπολίτης αιφνιδιαστικά ζήτησε τον εκταφέα. Ο οποίος όταν ήρθε ησπάσθη την δεξιάν του Μητροπολίτου, κύπτων ευλαβικώς τον αυχένα. Χωρίς να λάβει οδηγίες, γεγονός που στιγμιαίως εξενεύρισε τον Σεβασμιότατο, με ένα σάλτο έφτασε σχεδόν στην οροφή, μετεωρίστηκε επιδεικτικώς και, μι μια κίνηση μόνον, ανέσυρε τον κιβωτιόσχημο, τώρα 14Δ και άλλοτε κραταιό αργυραμοιβό, Ερμοφάνη.
Οι πενθούσες δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν βαθύ αναστεναγμό και, διά του καρπού μόνον κινουμένου, εσχημάτισαν κυκλοτερώς απείρους σταυρούς ισοϋψείς και ισοπλατείς, καθ’ ην στιγμήν ο Μητροπολίτης έτεινε την χείρα στον αέρα. Με τις μαγικές κινήσεις των δακτύλων του εκταφέα το κιβώτιο άνοιξε. Έχασκεν όμως κενόν! Ο Ερμοφάνης άφαντος! Η μία των πανθουσών λιποθύμησε και μόλις συνεκρατήθη υπό του Σεβασμιοτάτου.
Άπειροι συνδυασμοί, τολμηροί συσχετισμοί, εικασίες, εικασίες αλλά, φευ, το μεταλλικό κιβώτιο έχασκε κι έμοιαζε καταποτήρας έτοιμος να ρουφήξει στο χάος την αξιοπρέπεια του Οστεοφύλακος. Άβυσσος… σαν την ψυχή του αργυραμοιβού. Αλλ’ αυτός πάει… ετελεύτηκε τον βίον και –μόλο που αφίενται αι αμαρτίαι…-μίσος ασίγαστο και διογκούμενο, δηλαδή απολύτως ταιριαστό με το ήθος της τοκογλυφίας, είχε φαίνεται κυριεύσει κάποιο από τα θαύματα του Ερμοφάνους. «Να σαπίσεις στην Κόλαση!»
Να επρόκειτο μήπως περί κλοπής και μόνον; Να ήτο άραγε πράξις εκδικήσεως ή επιβουλής στρεφομένης υπονομευτικώς κατά του άρχοντος της οστεοπόλεως;
Η ανιψιά του αργυραμοιβού
Ενθυμείται ο Οστεοφύλαξ –διότι πώς θα μπορούσε να λησμονήσει;- ότι η κόρη με τους βαθείς αναστεναγμούς ομοίαζεν ασώματος. Όταν όμως τον επεσκέφθη στο γραφείο του και ακολολυθως, αργά το βράδυ, στο διαμέρισμά του, όπου την οδήγησε η φιλεύσπλαχνος Θεοξένη, η περιφερομένη με ένα κάνιστρο κενό, αυτή η τόσο ευπαθής στο άρωμα λιβανιού κόρη ξεδίπλωσε αρετές πρωτόγνωρες. Ναι. Η ανίψια του αργυραμοιβού Ερμοφάνους. Η κεκαυμένη.
Η οστεόπολη έμοιαζε ωσάν να ζούσε στο άχρονο. Μία έλασσων ή ελάχιστη πόλις που δεν είχε τίποτε να κάνει με τις συνηθισμένες. Εκεί ο χρόνος ροκανίζει τους ανθρώπους και φθείρει τα κτίρια. Εδώ όλα ζουν μες στη μακαριότητα της αχρονίας. Όλα εν κενώ οι κιβωτιόσχημοι ίδιοι και απαράλλακτοι. Από την ημέρα της ανακομιδής έως την ημέρα της Κρίσεως ή της συντέλειας του σύμπαντος κόσμου θα είναι ίδιοι και απαράλλακτοι. Αφότου διήλθαν τη μεγάλη πύλη, αφού πέρασαν τις ατραπούς του πυρός και τις στενωπούς των τεράτων, στενάζοντες ή ευθυμούντες, ιδεολόγοι ή ιδεοκτόνοι, ηρωικώς πεσόντες ή αυτοκτόνοι εξ έρωτος ή άλλης ασθενείας βραυβίου, στρατηγοί, πόρναι, αρχιερείς, ερωτιδείς, ποιηταί, όλοι, μα όλοι, εις τα κιβώτιά των. Άπνοοι. Ατάραχοι. Ούτε αδημούντες ούτε ευτυχούντες ή δυστυχούντες και ούτε με άλλα, όσα εν ζωή δοκιμάζει, υφίσταται, εράται ή μισεί κανείς, αποδέχεται, απορρίπτει ή εν ηδονή εγκολπούνται. Ατάραχοι. Εν κενώ.
Γενικός επόπτης κοιμητηρίων
Εχήρευσε ξαφνικά η θέσις του γενικού επόπτου των ελληνορθοδόξων κοιμητηρίων (ΓΕΕΚ). Θέσεις επίζηλος και κραταιά. Διότι ο κ. επόπτης ήτο εν είδος ηγεμόνος. Επόπτευε κοιμητήρια, οστεοφυλάκια και όσα φανερά ή κρυφά σχετίζονταν με αυτά: υπαλλήλους, γραφεία τελετών, ανθοπώλες… Ηγεμόνευε πάντων. Ζώντων και νεκρών. Και εφόσον ο τελευταίος επόπτης ευρέθη άπνους, και μάλιστα με περιβολή όχι ηγεμόνος αλλά εκπορνευομένης μοιχαλίδος –συμβάν το οποίο επιμελώς εσκιάσθη-, τα πράγματα άλλαξαν. Τα τοπικά έντυπα, διά λόγους δικούς των, κάθε τόσον, «κατά ασφαλείς πληροφορίας», έγραφαν διάφορα· διά τούτο αι βολαί επύκνωσαν και τα νέφη συνωθούντο υπέρ την κεφαλήν του Οστεοφύλακος. Ήτο μόνος, άνευ συμμάχου. Και, παρότι οξυδερκής, του έλειπεν το συνωμοτικόν και ήτο εντελώς βέβαιον ότι θα τον υπέσκαπταν αι συστηματικαί διαβολαί.
Διαβολή πρώτη: Η σχεδιασμένη υπό του Οστεοφύλακος έκθεσις φωτογραφιών από παλαιά οστεοφυλάκια, με ιδιαίτερη έμφαση τόσο στο κατασκευαστικό μέρος των οικημάτων όσο και σε αυτό των κιβωτίων, υποκρύπτει διάθεσιν υπονομεύσεως της Ιεράς Μητροπόλεως, της μονής υπευθύνου αρχής διά την κατασκευήν, την συντήρησιν αλλά και την ανάδειξιν των οστεοφυλακίν.
Διαβολή δευτέρα: Η έκθεσις εις κοινήν θέαν των οστών επωνύμων κομμουνιστών ενέχει πολιτικήν σκοπιμότητα, με απρόβλεπτους συνεπείας διά την Ιεράν Μητρόπολιν και δη διά το σεπτόν πρόσωπον του Μητροπολίτου.
Διαβολή τρίτη: Αι αλλαγαί τας οποίας επιδιώκει ο Οστεοφύλαξ του κυρ Ανέστη, του πρώην λαθρομετανάστου, αποσκοπούν εις ίδιον όφελος.
Διαβολή τετάρτη: Είναι άκρως προτεσταντική η σκέψις περί διοργανώσεως συναυλίας εντός του οστεοφυλακίου ή εις τον αύλειον αυτού χώρον.
Διαβολή πέμπτη: Είναι έργον του Οστεοφύαλκος η εξαφάνισις του κρανίου και των οστών του πάλαι ποτέ εν αμαρτίαις διαβιώσαντος Ερμοφάνους, του αργυραμοιβού.
Διαβολή έκτη: Ο Οστεοφύλαξ διήλθεν την πτωχήν ου αργυραμοιβού ανεψιάν εις το γραφείον του οστεοφυλακίου, ενώ κατεγράφησαν άλλαι πέντε τουλάχιστον επισκέψεις εις την οικίαν του, της θυγατρός του ήρωος Παπαδέα και της χήρας του Αντωνόπουλου, περιωνύμου χίτου.
Ήτος μόνος. Χωρίς σύμμαχο.
Οι διαβολείς χρησιμοποίησαν ψεύδη
Τα σύννεφα συνωθούντο απειλητικώς. Οι σκευωροί παρήλλασσαν τας διαβολάς, προσθέτοντες ή αφαιρούντες ό,τι προς στιγμήν εφαίνετο ικανόν να υποβάλει τον Σεβασμιότατον Μητροπολίτην Αρδιαίας και Δαμασκήνης εις προβληματισμόν και τελικώς να τον πείσει περί της αληθείας, δήθεν, όλων τούτων. Οι διαβολείς, ως είναι το πλέον σύνηθες, εξεμεταλλεύθησαν μικροαδυναμίες και πάθη ιδιωτικά και επ’ αυτών οικοδόμησαν ψεύδη. Ο Οστεοφύλαξ ήτο επικίνδυνος, εφόσον η συμπάθεια και ο έκδηλος του Μητροπολίτου θαυμασμός προς αυτόν προδιέγραφαν πολλά. Πρώτον, την προαγωγήν του εις την θέσιν του επόπτου των ελληνορθόδοξων κοιμητηρίων. Δεύτερον, και φυσικώς απορρέον εκ του προηγουμένου, ο Οστεοφύλαξ θα ανελάμβανε το έργον της εξυγιάνσεως των κοιμητηρίων. Οπότε ήτο ορατός ο κίνδυνος να καταρρεύσει ένα ολόκληρο σύστημα συναλλαγών, εις το οποίον ενεπλέκοντο πολλοί.
Ο αυριανός επόπτης φάνταζε ως ακαταμάχητος απειλή. Διά τούτο και επιμελώς υπέσκαπτον αυτόν, επιννοούντες παραποιούντες και αποστέλλοντες μυστικά έγγραφα εις την Ιεράν Μητρόπολιν, διά να αφυπνίσωσι τους μακαρίως διατελούντας αξιωματούχους, οι οποίοι ναι μεν απελάμβαναν τα αγαθά του συστήματος, άλλοι όμως ενορχήστρωναν, προωθούσαν, δωροδοκούσαν, υπέγραφαν, πλήρωναν, λάμβανα μέτρα προφυλάξεως, υπαινικτικώς απειλούσαν και, όταν επεβάλλετο, πραγματοποιούσαν βίαιες παρεμβάσεις, και γενικώς συντηρούσαν, επ’ αγαθώ πλειόνων, έναν τέλειο μηχανισμό. Οι διαβολείς λοιπόν επινόησαν μέσα και τρόπους χαλκεύσεων με θύμα τον Οστεοφύλακα και αποδέκτη τα Γραφεία της Μητροπόλεως.
Νυχτερινή επίσκεψη στον λήσταρχο
Αυτά και άλλα τον έφεραν ένα βράδυ στο οστεοφυλάκιο. «Δεν μπορεί» σκέφτηκε. «Γίνονται διάφορα περίεργα».
Καθώς κατευθυνόταν προς το οστεοφυλάκιο, προσπέρασε το φύλακα, ο οποίος απόρησε, αλλά ούτε που ρώτησε κάτι. Η μεγάλη μακρόστενη αίθουσα είχε ελάχιστο υποκίτρινο φωτισμό. Βαδίζοντας αργά, περιέφερε το βλέμμα του από δαπέδου έως οροφής. Τα πάντα εντάξει. Στέκεται μπροστά στους επιφανείς. Εγγίζει τους οίκους των. Μικροί και ασήμαντοι, ανυπεράσπιστοι. Εκεί είναι και ο λήσταρχος Παπακυριτσόπουλος. Ο λήσταρχος των ορέων της Αττικής.
Όταν άνοιξε το κιβώτιο, σαν από κάποια δύναμη ωθούμενος, έμεινε κατάπληκτος. Ο λήσταρχος είχε καταθρυμματιστεί! Μόνον οι σιαγόνες παρέμεναν ανέπαφες. Πότε έγινε αυτό; Μήπως επί του προκατόχου του; Ποιος παραβίασε τον οίκο του Παπακυριτσόπουλου, του οποίου το όνομα αντηχεί ακόμα στα βράχια της Αττικής; Ποίος εισήλθε λάθρα εις το οστεοφυλάκιον; Ποίος, τέλος πάντων, θραύει τας κεφαλάς;
Βεβαίως εδώ και χρόνια κανείς δεν επισκεπτόταν τον Παπακυριτσόπουλο.
Ένα τόλμημα συντηρεί τη μνήμη του, όταν συνήντησε την σύυγον του άγγλου προξένου και, ενώ ήτο έτοιμος να την διέλθει, ενεφανίσθη διωκτικόν άγημα τσολιάδων. Οπότε ο λήσταρχος έπραξε το απίστευτον: έλαβε θέσιν και εν αυτώ επυτοβόλει τους διώκτας του και αλληλοδιαδόχως εισέδυε εις την σφαδάζουσαν και εκβάλλουσαν ηδονάς και ληστρικά επιφωνήματα σύζυγον του άγγλου προξένου.
Στην ιεράν μονήν Αγίου Γεωργίου, κατέφευγεν ο λήσταρχος όταν τον περιέσφιγγεν ο κλοιός των διωκτών του.
Εξαιρετικώς όμως το αγγλικό προξενείο ήθελε να αναλάβει ως μοναδικός χρηματοδότης, διότι όπως ομολόγησε ανώτερος διπλωμάτης στον ομόθυμο του συγγραφέως, δικηγόρο Ιωάννη Καραχάλιο, ο λήσταρχος Παπακυριτσόπουλος επρόκειτο να καταγραφεί επισήμως στην διπλωματική Ιστορία της Αγγλίας. «Μα πώς το έκαμεν αυτό;» διερωτάτο συνεχώς ο διπλωμάτης. «Πώς ημπορούσεν ο λήσταρχος να πυροβολεί τους διώκτας του και ταυτοχρόνως να διέρχεται την κυρία προξένου;
Πηγή: «Ο Οστεοφύλαξ» Μάριος Μιχαηλίδης,
εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
