(τελευταίο)
Έχαζιρεύτηκενε η Νουριγέ εγέμισενε το καρτσόνι(1) άθο και αντίνταρενε(2) απού τα σώχωρα και ξεπιτύρησενε(3) στο σπίτι τση παπακωστίδενας.
Ανίμενε(4) ν-τηνε η νοικοκερά στη ν-οξώπορτα και τη ν-έσερνε και μπήκανε στο κατώι. Εκλείσανε πόρτες και παραθύρια εχτύπανε η Νουριγέ το καλάμι και λαντούρανε(5) το ν-άθο κι έλεγενε το ξόρκι:
«Πέντε ποντικοί πορνοί, θηλυκοί κι αρσενικοί, πάρετε τα κανιασμένα(6) και τ’ ακάνιαστά σας, να πάτε στα όρη, στα βουνά και στα φαράγγια να τρώτε βόλους και ατριβόλους και τσ’ αγκαραθιές τη ρίζα. Κάθα Πέφτη και Σαββάτο θα σας λούγω με το ν-άθο».
Ένα πηχτό σύννεφο στάχτη ανάγκασενε τσι ποντικούς να πορίσουν όξω απού τσι τρύπες τωνε και χοροπηδούσανε ντελιασμένοι(7) γιατί κατσενε ο άθος στο κορμί ντωνε και τσι κρουβιενε(8).
Το καμενε η κακιώρα κι ένας θροφανός(9) μ-ποντίκαλος επετάχτηκενε και δάγκασενε τη Νουριγέ στο μ-πόδα. Έβγαλενε η άτυχη μια μουγκρέ κι έπεσενε κατάχαμα. Τη ν-ασήκωσεν η παπαδιά, τη βάστανε απάνω τζη και τση ’δινενε κουράγιο.
Ήτανε γαλανή(10) σα ν-τη ν-αποθαμένη, έτρεμενε σα ν-το φύλλο, κι είχενε φοβερούς πόνους. Ειδοποίησενε το ν-άντρα τζη, επρεμαζώχτηκενε ούλο το χωριό, τη μεταφέρανε στο σπίτι τζη κι είχενε δυνατούς πόνους, ρίγη και θέρμες. Ο Γιαννιός έσκυψενε απάνω τζη και τη ν-αναρώτανε είντα γιατρικό να τση δώσουνε να γιάνει; «Δε ν-υπάρχει φάρμακο, πεθαίνω…». Τοτεσιδά ’καβαλίψενε τη φοράδα ο Σηφαλιός του Κωσταντή να πάει στη χώρα να φέρει το πιστήμονα γιατρό να του δώσει φάρμακο να τηνε σώσει! Μέχρι να γιαείρει(11) η Νουριγέ ’χενε αποθάνει…Ο γιατρός του το ξεκαθάρισενε: «Από δάγκωμα αρουραίου δε γλυτώνει κανείς, τρώνε ψοφίμια, δηλητηριώδη έντομα και ζωύφια. Το αίμα τους και το σάλιο τους είναι γεμάτα θανατηφόρα μικρόβια».
Τη γ-κλάψανε, τη νεκροστολίσανε, μα ο παπάς δε ν-ήθελε να τη βάλει στη ν-εκκλησιά και να τση διαβάσει κηδεία.
Οι χωριανοί εστενοχωρούντανε πώς να τη θάψουνε σα ν-το έχνος(12), τη Νουριγέ απού τσι γιάτρευγενε, κι αυτούς και τα ζωντανά ν-τωνε και τα περβόλια ν-τωνε, τωνε ’μάθενε τόσα γιατροσόφια! Επαρακαλέσανε παπάδες απού τα κοντινά χωριά μα κιανείς δε ν-εδέχτηκενε. Ετοιμαστήκανε και πήγανε σ’ ένα σεβάσμιο Ηγούμενο του κοντινού μοναστηριού και τονε παρακαλούσανε: «Η Νουριγέ δε ν-ήτανε χριστιανή, έκανενε όμως μεγαλύτερα καλά απ’ αυτές, για μας επόθανε πάνω στο χρέος».
Ο σοφός μοναχός των είπενε: «Σκέφτεστε μόνο τι θέλετε ’σεις, η Νουριγέ που δε μ-πήγε ποτέ στη ν-εκκλησία θα ’θελε τώρα πεθαμένη μια Χριστιανική ταφή; Το θέλει η ψυχή τζη;»
Ετουτονά δε ν-το ’χανε ντουσουντίσει, έχει δίκιο ο καλόγερος. Οι άντρες εχτίσανε σ’ όβγορο μέρος του κήπου τζη ένα τάφο κι οι γυναίκες την αποβγάλανε με τα μοιρολόγια:
Ήρθες εις το χωριό μας Νουριγέ μου, πεντάρφανη και ξένη καντιφέ μου.
Άφηκες τη μ-πατρίδα σου κερά μου κι ούλους τσ’ εδικούς σου άνομά(13) μου.
Εσύ ’σωσες το Γιάννη μας καρδιά μου, απ’ του Τούρκου το μαχαίρι μυρωδιά μου.
Και σ’ έφερενε στο χωριό ρογδιά μου και σ’ έκαμενε ταίρι αρχόντισσα μου.
Ξένη σε θεωρούσαμενε βουνό μου, αλλόθρησκη κι άπιστη δροσιό μου.
Μούτε τη καλημέρα μας καλή μου, δε σου τη χαλαλίζαμ’ ακριβή μου.
Εκρύβουσουνε τσ’ ερημιές χρυσή μου, γιατί μας εφοβούσουνε άτυχή μου.
Κι όταν εμείς σου χτίσαμενε νια μου, κονάκι να κονέψεις μυγδαλιά μου.
Τοτεσιδά κατούμωσενε(14) κυρά μου, ο φόβος στη γ-καρδιά σου ρήγισσά μου.
Κι άνοιξες πόρτα και καρδιά ματζουρανόριζα μου και τσ’ άρρωστους εκδέχουσουνε μεγάλη γιάτρισσά μου.
Και με ματζούνια και γητειές χαρά μου και γιατρικά απ’ τη φύση λεμονιά μου.
Απόδιωχνές τα κακά καλή μου και την υγειά μας χάριζες ακριβή μου.
Μα όντενε λαβώθηκες πονεμένη μου, εμείς δε σε γιατρέψαμε χαϊδεμένη μου.
Γιάντα δεν ήβρες φάρμακο να γιατρευτείς κερά μου, μον’ άφηκες το Χάρο να σε πάρει γιάτρισσά μου.
Ένας είναι ο δημιουργός του κόσμου Νουριγέ μου κι είν’ ένας κι ο Παράδεισος Του ανθέ μου.
Για τα γιατρικουλίσματα πρεπιά μου και για τσι καλοσύνες σου, κοπελιά μου.
Θα πάεις στο μ-Παράδεισο αγαθή μου, στο περβολάκι του Θεού ακριβή μου.
Εκειά θα καταγίνεσαι αιώνια κερά μου, να κάνεις γιατροσόφια των αγγέλω ρήγισσά μου.
Ώφου πληγές απ’ άφηκενε εδά ο μισεμός σου, πως θα τονε βαστάξομενε το ν-αποχωρισμό σου;
1 καρτσόνι = κάλτσα
2 αντίνταρενε = επέρασενε απέναντι
3 ξεπιτυρώ = ξετρυπώνω
4 ανιμένω = περιμένω
5 λαντούρανε = σκορπούσε
6 κανιασμένα = καχεκτικά
7 ντελιασμένοι = λυσσασμένοι (από το Τουρκ deli = τρελός)
8 κρούβομαι = δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω
9 θροφανός = καλοθρεμμένος
10 γαλανή = ωχρή
11 γιαείρει = να γυρίσει
12 έχνος = ζώο
13 άνομά μου = αλίμονο μου (χρησιμοποιείται σαν επιφώνημα)
14 κατούμωσε = υποχώρησε
Κρητικός Λαϊκός Θρήνος
του Ν. Αγγελή Κρήτη Λαογραφία σελίδα 63
Όταν πεθάνει κανείς, μαζεύονται οι περισσότερες γυναίκες του χωριού στο σπίτι του νεκρού και ’κει αρχίζει το μοιρολόι. Οι στενοί συγγενείς του νεκρού (σύζυγος, κόρες, αδερφές) πονούν βαθιά και πάνω στον πόνο τους κάνουν και μερικά παράξενα πράγματα. Θέαμα φριχτό για μια τόσο θλιβερή στιγμή. Οι γυναίκες προσφέρουν ό,τι πολυτιμότερο έχουν στον αγαπημένο τους νεκρό. Κόβουν τις όμορφες πλεξούδες και τις αποθέτουν πάνω στο φέρετρό του. Έπειτα με κοπετούς, τραβήγματα των μαλλιών, γρατζουνίσματα στο πρόσωπό τους αρχίζουν το μοιρολόι. Εξυμνούν την ομορφιά, την παλληκαριά, τις αρετές και τα κατορθώματα του νεκρού και πολλές φορές παραβλέπουν τις τυχόν κακίες του.
Όλα αυτά μπορεί να τα χαρακτηρίσει κανείς σαν άριστο επικήδειο, που πλέκεται με κοπετούς και δάκρυα. Συγκεκριμένα δεν έχουν κανένα ειδικό μοιρολόι που να το λένε για όλους τους νεκρούς. Άλλο λένε για το νέο και τη νέα - και για τους δυο το μοιρολόι αποκορυφώνεται και λαμβάνει μορφή τραγωδίας - άλλο για το γέρο και τη γριά και άλλο για το παιδί.
Συνήθως τα μοιρολόγια είναι αυτοσχέδια. Είναι δημιουργήματα μιας κακής στιγμής, του φριχτού θανάτου. Δεν μπορεί να τα συγκρατήσει κανείς την ώρα που τα λένε, πολύ δε περισσότερο να κάθεται δίπλα στο φέρετρο και κρατώντας χαρτί και μολύβι να γράφει τα μοιρολόγια. Αυτό δεν αρμόζει με τα έθιμα της Κρήτης. Γι’ αυτό τα περισσότερα μοιρολόγια τα σκεπάζει η λήθη με το πέπλο της.
Ζαμπετάκη Ευγενία
