Της Άννας Ελευθεριάδου-Γκίκα
Ιατρού του Νοσοκομείου Ρεθύμνου.
Σκόπευα να σχολιάσω την πολιτική επικαιρότητα. Την κοτσάνα ολκής του Βαρουφάκη ότι δεν είναι δα κι απαραίτητος ο αυτοκινητόδρομος στην Κρήτη. (Μήπως να του έδινε κανείς να δει τα στατιστικά των τροχαίων στο οδικό μας δίκτυο;) Αλλά και την καινοφανή και ανούσια διαδικασία της διαπραγμάτευσης, που είναι μόνο αγωνία των κυβερνώντων για εντυπώσεις. Το δικαίωμα λέει να διαπραγματευόμαστε ενώ η χώρα καταρρέει κάτω από το βάρος 5 μηνών ακινησίας των πάντων).
Τελικά όμως αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας κάτι όμορφο κι αισιόδοξο. Την Τρίτη το μεσημέρι πήγα στην Αργυρούπολη, σε μια κηδεία. Απώλεια συναδέλφου που έχασε τον πατέρα του μετά από πολύχρονη μάχη με τον «οξαποδώ». Ο συνάδελφος είναι ο Οικογενειακός γενικός γιατρός εκεί, της Αργυρούπολης εδώ και 2- 3 χρόνια. Παιδί φιλότιμο, εργατικό, ηθικό. Εξαρχής ήξερα όταν πήγε ότι το χωριό θα τον αγαπήσει. Αυτό που είδα όμως την Τρίτη ήταν εντελώς απρόσμενο και συγκινητικό. Ένα ολόκληρο χωριό στην κηδεία, να δώσει το παρόν και να δηλώσει την συμπαράσταση και την αγάπη του. Ένα μεγάλο ποσό, αντί στεφάνων, που μάζεψαν και έδωσαν για τον εξοπλισμό του Ιατρείου τους. Κι ένας ιερέας στο τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας που μίλησε αυθόρμητα και ειλικρινά, με ζέση και αγάπη για τον Κώστα, τον «Κώστα μας» όπως τον αποκαλούν. Είπε ότι ο εκλιπών πατέρας έφυγε ευτυχής, γιατί μεγάλωσε και έδωσε στην κοινωνία ένα άξιο τέκνο. Ένα γιατρό που συμπάσχει, φροντίζει και νοιάζεται. Ένα γιατρό που πάει στον άρρωστο πριν ο άρρωστος τον αναζητήσει, έτσι ακριβώς είπε.
Συμβολικά, από την άλλη, ο Κώστας διάλεξε την Αργυρούπολη για να ενταφιάσει τον πατέρα του, τον τόπο που δεν τον γέννησε, αλλά τον αγάπησε.
Έφυγα και παρά την έντονη φόρτιση καθώς γνωρίζω χρόνια την οικογένεια κι έχω υπάρξει μάρτυρας της περιπέτειας υγείας και ένας από τους εμπλεκόμενους γιατρούς του θανόντος, ένιωθα ανάλαφρη. Παρά τη θλίψη του συμβάντος και την αίσθηση του κενού που σου αφήνει ένας θάνατος, ήμουν ήρεμη. Γιατί αυτές οι μικρές –φαινομενικά ασήμαντες νίκες της καθημερινής ζωής, των καθημερινών ανθρώπων, μας κάνουν ακόμα να ελπίζουμε.
