Γεννήθηκαν όλα την ίδια μέρα, από την ίδια μαμά. Αν και τριδυμάκια όμως, δεν ήταν ίδια στην εμφάνισή τους. Από την κοιλίτσα της μαμάς βγήκε πρώτα ένα άσπρο, ζωηρό και φωνακλάδικο μωράκι, έπειτα ένα πράο, ελαφρώς ζαχαρί και πολύ γλυκό, όπως μαρτυρούσε και το χρώμα του, αρνάκι και τελευταίο ένα μαύρο, κατάμαυρο, νωχελικό και μάλλον κατσούφικο προβατάκι.
Η μαμά προβατίνα, στη θέα του τρίτου παιδιού της, έμεινε άφωνη, παρά τις δυνατές ωδίνες της. Έμοιαζε τρομαγμένη, όμως μετά από λίγα δευτερόλεπτα αποδέχτηκε ό, τι της χάρισε ο Θεός ή η φύση. Οι φόβοι της έφυγαν, οι έντονοι πόνοι της γέννας μειώθηκαν και η αγκαλιά της άνοιξε αμέσως για να χωρέσει και τα τρία της μωράκια…
Τα μεγάλωσε όλα, όσο μπορούσε, με την ίδια στοργή και εντελώς μόνη της, καθώς ο μπαμπάς είχε εξαφανιστεί πολύ πριν τη γέννα. Οι σχέσεις, ωστόσο, μεταξύ των παιδιών ήταν μια δύσκολη υπόθεση. Το άσπρο προβατάκι ζήλευε πολύ και πείραζε συχνά το μαύρο προβατάκι, καθώς είχε νιώσει πολλές φορές ότι η μαμά έδινε μεγαλύτερη προσοχή και αγάπη σε εκείνο. Κάτι, που σε ένα βαθμό ήταν αλήθεια, αφού το μαύρο προβατάκι ένιωθε από τη φύση του πάντα φοβισμένο, πάντα μόνο, πάντα στο περιθώριο, λες και είχε αντιληφθεί το στιγμιαίο τρόμο της μαμάς του τη στιγμή της γέννας. Το ζαχαρί προβατάκι, από την άλλη, φαινόταν το πιο άνετο από τα τρία. Έτσι έδειχνε τουλάχιστον.
Κάποια στιγμή, τα μικρά πήγαν σχολείο. Από την πρώτη μέρα, τα υπόλοιπα προβατάκια κορόιδευαν το μαύρο προβατάκι για το χρώμα του. Δε το άφηναν σε ησυχία, το πείραζαν πολλές φορές με άσχημο τρόπο, ενώ το έμπλεκαν χωρίς να φταίει και έβρισκε τον μπελά του. Εκείνο, αντί να αντιδρά, βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη μοναχικότητά του. Τα αδέρφια του έμοιαζαν να μη δίνουν σημασία, αν και το ζαχαρί προβατάκι πάντα παρακολουθούσε διακριτικά το τι συνέβαινε. Ευτυχώς, οι περισσότεροι δάσκαλοι το πρόσεχαν και το επιβράβευαν, καθώς ήταν πολύ καλός μαθητής. Ήταν το μόνο πράγμα, που ένιωθε ότι κάνει καλά. Άλλοι δάσκαλοι, πάντως, δεν έβλεπαν με θετικό μάτι τη διαφορετικότητά του…
Ένιωθε και ήταν το μαύρο πρόβατο. Η μαμά του το προστάτευε, αλλά δεν αρκούσε. Εκείνη δούλευε όλη μέρα για να βγάλει χρήματα και δεν είχε την ευχέρεια να είναι πλέον πάντα δίπλα του, όταν τη χρειαζόταν. Έπρεπε, λοιπόν, να σταθεί περισσότερο στις δυνάμεις του, γιατί και τα αδέρφια του έδειχναν πως αδιαφορούσαν. Ήταν λιγομίλητο και δεν είχε φίλους. Τη φωνή του ελάχιστοι την ήξεραν ακριβώς πως είναι, καθώς, ακόμη και στο μάθημα, περισσότερο με τα γραπτά του έδειχνε το πόσο ικανό είναι. Η φωνή του όμως δεν άργησε να γίνει γνωστή σε όλους…
Μια μέρα, τα πειραχτήρια οι συμμαθητές του, του έστησαν μια πολύ κακόγουστη πλάκα. Ενώ είχε χτυπήσει το κουδούνι, κανείς μαθητής δεν είχε μπει στην αίθουσα και όλοι περίμεναν απ’ έξω. Η πόρτα της τάξης ήταν μισάνοικτη. Το μαύρο προβατάκι παραξενεύτηκε, αλλά με τη συνέπεια που το διέκρινε, αποφάσισε να σπρώξει την πόρτα και να μπει πρώτο στην αίθουσα. Ξαφνικά, ένας μεγάλος κουβάς με ασβέστη έπεσε πάνω του, κάνοντάς το σχεδόν ολόασπρο.
«Έγινες επιτέλους ένας από μας! Χαχαχα! Πως σου φαίνεται βρωμιάρη;», του φώναξε ο αρχι-πλακατζής της τάξης. Ξαφνικά, τα ως τότε αδιάφορα αδέρφια του πετάχτηκαν μπροστά στον πλακατζή, με το άσπρο προβατάκι να τον απωθεί και το ζαχαρί να τον κοιτάζει απειλητικά. Ήταν η πρώτη φορά που υπερασπίζονταν το αδερφάκι τους. Ένα αυθόρμητο αίσθημα υπεράσπισης της οικογένειας είχε ξυπνήσει μέσα τους, όπως όταν η αγέλη συντάσσεται για να προστατεύσει τα μέλη της.
Το μαύρο προβατάκι, πονεμένο και από τον κουβά που είχε χτυπήσει το κεφάλι του, σηκώθηκε και προχώρησε μπροστά από τα αδέρφια του. Η γλώσσα του λύθηκε, ελευθερώθηκε και άρχισε να παράγει λέξεις, πολλές λέξεις: «Νιώθω πολύ καλά που είμαι ένας από σας. Και ξέρεις γιατί; Διότι κατάλαβα ότι εσύ δε νιώθεις καλά, που εμείς οι δύο είμαστε ίδιοι και ίσοι. Εσύ δε νιώθεις καλά που εγώ φαίνομαι διαφορετικός. Εσύ δε νιώθεις καλά, που, αντί να σου απαντήσω στη ‘‘φοβερή και τρομερή’’ πλάκα σου και τα καθημερινά πειράγματά σου, τα δέχομαι, τα ανέχομαι και δεν αντιδρώ. Εσύ δε νιώθεις καλά που εγώ είμαι κατάμαυρος, γιατί εγώ ξεχωρίζω και όχι εσύ. Και πάλι, εγώ σου λέω ότι είμαστε ίδιοι και ίσοι. Όταν το καταλάβεις αυτό, εγώ εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω να γίνουμε φίλοι. Σε ευχαριστώ και για τα αδέρφια που μου ‘‘χάρισες’’ ξανά σήμερα».
Ήταν ίσως η μεγαλύτερη σε διάρκεια κουβέντα που είχε ξεστομίσει. Έκτοτε δεν ξαναφοβήθηκε, δεν ξανάνιωσε μόνο του, δεν αισθάνθηκε ποτέ ξανά αδικημένο. Θα ήταν πάντα το μαύρο πρόβατο και επιτέλους το είχε αποδεχτεί και το ίδιο. Κι έζησε αυτό καλά κι όλοι γύρω του και μαζί του καλύτερα…
