ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευρωλιγούρηδες ασελγείς του Μανώλη Σκαρσούλη

0

Με εκπομπές «πολιτισμού» ή «εκπολιτισμού», καμωμένες από άτομα-κοπριά, πρόσωπα της επιλογής μιας εξουσίας που δεν νογάει από πολιτισμό και δεν έχει γούστο, και κάνει ό,τι κάνει απλά «για να χαλεύει ο κόσμος», όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης. Αναφέρομαι σε τηλεπερσόνες που φύτρωσαν εκεί που αφόδευσε ο πολιτισμός κι εκεί, στην αφόδευση πάνω, κάνουν καριέρα.

Ο Τίτος Πατρίκιος σ’ ένα ποίημα του την πέφτει στους δημοσιολογούντες:

Δεν ξέχασα ποτέ τη

σπουδαιότητα της επικαιρικής

ποίησης ούτε της εύληπτης

γραφής.

Να λοιπόν ένας στίχος,

σημερινός, ευκολονόητος και

πανελλήνιος:

«Τι λέτε, ρε μαλάκες;»

 

Ένας Γερμανός κοινωνιολόγος, ο Μαξ Βέμπερ, έγραφε στο βιβλίο του Η πολιτική ως επάγγελμα ότι: «Οι πολλοί αγνοούν ότι η καλή δημοσιογραφική εργασία απαιτεί πνευματικότητα και διανοητική ικανότητα, λησμονούν ότι πρόκειται περί εργασίας εκτελούμενης εν τάχει, κατ’ εντολήν και η οποία θα πρέπει να είναι αμέσου αποδόσεως… Η ζωή του δημοσιογράφου από πάσης απόψεως είναι ηρτημένη από την τύχην και υπό συνθήκας αι οποίαι θέτουν υπό δοκιμασίαν το αίσθημα ασφάλειας, κατά τρόπον ο οποίος αναμφιβόλως δεν σημειούται εις έτερον επάγγελμα…»

 

Απλά θα σημειώσω ότι: Αποστρέφω το πρόσωπό μου, όταν βλέπω τον Γκορμπατσόφ με τη Λουί Βιτόν τσάντα στο ημίφως ενός πολυτελέστατου αμαξιού. Σιχαίνομαι γενικώς τους ομοίους του (Κόπολα πατέρα και κόρη) που κάνουν τέτοιες προκλητικές διαφημίσεις, κι αν τους εγκαλέσεις, σου λένε: «Γιατί όχι;» Απαντώ: Διότι προβάλλεται πάνω σου μια ατιμία. Γιατί χρησιμοποιείται ό,τι ιερότερο έχει ο άνθρωπος, κατά τον Καβάφη, η μορφή του, για να προβληθεί ένα προϊόν. Επιλεκτικά αυτό… Και είναι το προϊόν που πληρώνει αδρά γι’ αυτό. Και βέβαια αποδίδει στο πολλαπλάσιο η επένδυση… Πέραν αυτού, ο «καπιταλίστας» που βρίσκεται πίσω από τη Λουί Βιτόν έχει συντρίψει έναν «αριστερό» ηγέτη, έναν, τέλος πάντων, άνθρωπο της ιστορίας της Ρωσίας. Τον έχει κάνει παγκοσμίως ρόμπα, έναν ξεπουλημένο για μια χούφτα δολάρια.

 

Μου είχε εντυπωθεί ένα «όταν», όταν διάβασα τα περί του υιού της καλόγριας (Εστία 1884): Όταν έπεσε, λέει, ο Καραϊσκάκης πληγωμένος (θανάσιμα όπως αποδείχθηκε) με τον τρόπο που έπεσε, και ενώ το ολέθριον συμβάν είχε διαδοθεί παντού και ορισμένοι δικοί του προσπαθούσαν να του δέσουν την πληγή, εκείνος καθ’ όλη τη διάρκεια και ενώ διατηρούσε ακόμα τις αισθήσεις του, ΔΕΝ ΜΕΤΕΒΑΛΕ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ… Διέμενε ο ίδιος, δημηγορών και ομιλών μεγαλοφώνως με τους παρευρισκόμενους, έως ότου απέθανε!

(Όταν το έμαθε ο Κολοκοτρώνης, που τον είχε σε μεγάλη υπόληψη, αντιγράφω: «Μανθάνοντας τον σκοτωμό του Καραϊσκάκη, τον εμυρολόγησε ωσάν γυναίκα μυρολογίστρα!»)

 

Συνοψίζω το επιχείρημά μου στα εξής: Η τηλεόραση δεν λειτουργεί εν κενώ. Εδώ συμβαίνει το κενό να γεμίζει με κενό, ή αλλιώς με τον ανεγκέφαλο παρουσιαστή ή παρουσιάστρια. Ό,τι χειρότερο μπορεί να επεξεργαστεί το μυαλό των ανθρώπων για τους συνανθρώπους τους βγαίνει στον αέρα σε καθημερινή βάση και από διάφορα «μετερίζια» ως:

  • Συντηρητισμός, καφρίλα, στεμοκεφαλιά, επαρχιωτισμός κ.λπ.
  • Καλλιέργεια κοινωνικού φόβου («χρεοκοπήσαμε», «θα πεινάσουμε»)
  • Επισήμανση εκκλησιαστικού φόβου («σας εκδίδεται ο Κύριος», «απέσυρε τη χάρη του», για την ακρίβεια)
  • Ρατσισμός («πώς είναι έτσι αυτή;», «πάχυνε», «τι είναι αυτό που φοράει;»)
  • Απειλή («μην ανοίξω τα χαρτιά μου…», «μην πατήσω το κουμπί του μαγνητοφώνου, γιατί θα τιναχτείτε όλοι στον αέρα»)
  • Κατινιά («χώρισε η τάδε», «τα ‘φτιάξε με τον τάδε», που θυμίζει τη γνωστή σάτιρα του Λουκιανού Κηλαηδόνη).

 

            Στα δημοσιογραφικά χρονικά θα μείνει, κατά τη γνώμη μου, η πρώτη επίθεση του Στάθη Σταυρόπουλου, από τη στήλη στην Ελευθεροτυπία. Έγραφε: «Είναι πλέον απεχθέστατος, δυσώδης και τρισβάρβαρος ο τρόπος που δημοσιογράφοι-παπαγαλάκια, δημοσιογράφοι-κοράκια, λοβοτομημένα ζωντόβολα, πρασινοφρουροί και πρασινοφρουρούδες επιτίθενται εναντίον των εργαζομένων, με το ιερό μένος χιλίων οικόσιτων δούλων, με τη λύσσα τρισχιλίων ξεπουλημένων συνειδήσεων. ΕΣΑ (της σκέψης), Ες-Ες (των ελπίδων), βασανιστές (των ανθρώπων)». Στη «δευτερολογία» του αναφέρει δύο ονόματα ως «τους κύριους εκπροσώπους στο MEGA, Όλγα Τρέμη και Γιάννη Πρετεντέρη».

 

            «Αυτός ο συνσυασμός, καλά οχυρωμένος από αφεντικά χορηγούς, διαφημιστές, τραπεζίτες και συνενόχους δημοσιογράφους, έχει βλάψει και τον λαό και το πολίτευμα… Οι σταθμοί αυτοί είναι η μαύρη χειρ και η σιδερένια φτέρνα των διαπλεκομένων, είναι εχθροί του λαού… Ντροπή!»

 

            Έγραψε ο Κάρολος Μπωντλαίρ: «Είναι δυνατόν να ξεφυλλίσεις μιαν οποιαδήποτε εφημερίδα, οποιασδήποτε μέρας ή οποιουδήποτε μήνα και χρόνου, χωρίς να βρεις σε κάθε γραμμή τα σημάδια της πιο τρομερής ανθρώπινης διαστροφής, παράλληλα με τις πιο εκπληκτικές καυχησιολογίες εντιμότητας, καλοσύνης, φιλανθρωπίας, και τις πιο αναίσχυντες διαβεβαιώσεις σχετικά με την πρόοδο και τον πολιτισμό; Κάθε εφημερίδα απ’ την πρώτη ως την τελευταία αράδα δεν είναι παρά μια σειρά φρικαλεοτήτων. Πόλεμοι, εγκλήματα, κλοπές, ασέλγειες, βασανιστήρια, εγκλήματα ηγεμόνων, εγκλήματα εθνών, εγκλήματα ατόμων, μια μέθη καθολικής αγριότητας. Και μ’ αυτό το αηδιαστικό ορεκτικό ο πολιτισμένος άνθρωπος συνοδεύει καθημερινά το πρωινό του. Καθετί σ’ αυτόν τον κόσμο εκκρίνει έγκλημα: η εφημερίδα, το τείχος και η όψη του ανθρώπου. Δεν καταλαβαίνω πώς ένα καθαρό χέρι μπορεί ν’ αγγίζει μια εφημερίδα χωρίς να συσπασθεί από απέχθεια…»

 

            Πώς να κάνεις ρεπορτάζ σε μια κοινωνία με τόσα «εγώ» («ξέρεις, ρε, ποιος είμαι εγώ;»), τόσες αυτόνομες προσωπικότητες, που η καθεμία έχει έτοιμο σχέδιο και τη λύση κάθε προβλήματος; Με τόσους ψυχασθενείς να κυκλοφορούν ελεύθεροι, με τόσους κακομαθημένους πολίτες, με τόσα μικρομέγαλα κωλόπαιδα. Με τόσους εχθρούς, δεδηλωμένους ή μη, τόσους «συναδέλφους», τόσους ιδιοτελείς, τόσους φιλόδοξους, τόσους συνασπισμένους, τόσους ενσωματωμένους στο σύστημα, τόσους προκρούστες. Με τόσες φυλές, τόσες φάρες, τόσες φαμίλιες, τόσες κάστες, τόσους συνασπισμένους και τόσους κουμπάρους. Με τόσα αδελφάτα, τόσες μασονίες, τόσες εταιρείες φίλων, τόσες παρέες κολλητών. Με τόσους φιλοχουντικούς, τόσους φασίστες. Με τόσους γκουροοπαδούς, γεροντοεξαρτημένους. Πώς να κάνεις ρεπορτάζ σε κομματικό επίπεδο με τόσα κομματόσκυλα, τόσα κοπρόσκυλα, τόσους εγκάθετους, τόσους τροφίμους; Πώς σ’ ένα αθλητικό με τόσους οπαδούς διαφορετικών ομάδων, τόσους κάφρους, τόσους τραμπούκους;

 

            Σε ότι αφορά, εγώ πάντα απαντούσα στο ερώτημα: «Τι είδες στον αιώνα σου, ποιητή;» Είδα, λοιπόν, ψοφοδεείς επηρμένους, αλαζόνες, τιποτοφιλόσοφους, νεροκουβαλητές της εξουσίας, καθάρματα, χυδαίους τύπους, θλιβερούς γύφτουλες, ανθρωπάκια με έπαρση λόγω και έργω, λαϊκιστές, καρικατούρες του ανθρώπινου είδους, «σκουλήκια της ιστορίας» κατά τον Βολταίρο, που πίστεψαν ότι είναι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, ενώ είναι κομπάρσοι! Είναι η κατηγορία εκείνων που φάνταζαν ολίγοι και λόγω τηλεόρασης κάνανε «μπραφ» και ξεχύθηκαν στην αρένα της. Λες και μια Κίρκη τούς άγγιξε με το ραβδί της κι έγινε εκείνο που φέρεται να είπε ο «Δημιουργός», το «αυξάνεσθε και πληθύνεστε και κατακυριεύσατε την γην».

 

            Εδώ δεν αρκεί να είσαι αφοσιωμένος, θα πρέπει να είσαι πολύ αφοσιωμένος! Μου το είπε κάποιος σε μια αποστολή που έκανα για να διερευνήσω πώς αισθάνονται οι καλόγεροι του Άθω έχοντας πάνω από το κεφάλι τους έναν διορισμένο τύπο σαν τον Σταύρο Ψυχάρη. (Είχε δημοσιευτεί στο Μετρό των Αλαφούζων!) Γιατί σε τούτη τη χώρα, σε τούτο το κράτος είχε συμβεί το αδιανόητο κάποτε: να οριστεί Διοικητής του Αγίου Όρους ο Στ. Ψυχάρης! «Ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται.» Εμένα, που γνωρίζω πρόσωπα και πράγματα, μόνο αυτό μου αρκούσε για να αλλάξω ημισφαίριο, να μεταναστεύσω κάπου αλλού. Αρκεί να μην ακούω και να μη βλέπω αυτό που συνέβη. Γιατί αυτό που συνέβη, δεν το χωράει μυαλό κανονικού ανθρώπου. Μόνο διεστραμμένος εγκέφαλος, σαν κι αυτόν της εξουσίας, θα μπορούσε να διανοηθεί ότι ο Ψυχάρης του Δ.Ο.Δ. θα οριζόταν, θα διοριζόταν από τον Θ. Πάγκαλο, κορυφαίος παράγοντας του Αγίου Όρους, καθιστώντας το δύο φορές… άγιο!

 

            Τον όρο «τυραννία του μέσου» τον άκουσα για πρώτη φορά στην αυτοκρατορία που λέγεται Αμερική, και μάλιστα σε παραλλαγές: «η τυραννία της σάχλας», «η τιμωρία του… ‘’αηδού’’», «η τιμωρία του καναπέ» κ.λπ. Το βίωσε και στην αποικία που ακούει ακόμα στ’ όνομα Ελλάδα, και τώρα το καταγράφω εδώ ως διαπίστωση: Δεν χρειάζονται τα τανκς για να επιβληθεί ένα αυταρχικό καθεστώς, τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση. Αρκεί να τη δει ως ερπυστριοφόρο πολεμικό μηχάνημα με την κάννη να σημαδεύει τον εγκέφαλο. Ένα μέσο το οποίο μόνος του ο «πελάτης» πληρώνει και εγκαθιστά στο σαλόνι του, στην κρεβατοκάμαρά του, στο παιδικό δωμάτιο. Και το οποίο σε εικοσιτετράωρη βάση «πολυβολεί», «παίζει» και καταλύει τα πάντα, καίει και γανώνει τον εγκέφαλο, εξοστρακίζοντας κάθε εκπαιδευτική μη φωτογενή προσπάθεια. Κι αυτό συμβαίνει με τη μαγική διαδικασία της μετάδοσης από ένα στούντιο, όπου οι άνθρωποι, αυτοί που βρίσκονται μπροστά στο γυαλί κι αυτοί που δρουν πίσω, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν την ικανότητα να ξεχωρίσουν ποιοτικά τα πρόσωπα τα οποία προβάλλουν.

 

            Η τηλεόραση δείχνει πάντα να είναι γεμάτη κόσμο, να μπαινοβγαίνουν γνωστοί και άγνωστοι, και να συστήνονται ξανά και ξανά, να ανταλλάσσουν επισκέψεις, ενώ στην πραγματικότητα δεν την κατοικεί κανείς. Το «ακατοίκητον», που κατά τον σατιρικό καλλιτέχνη αφορά τον εγκέφαλο της ξανθιάς παρουσιάστριας, έχει να κάνει με το «κουτό κουτί» που κάποτε ήτανε κουτί και τώρα έχει μετασχηματιστεί ευφυώς σ’ ένα φτενό, στενό γυαλί που τα κάνει όλα πιο ψηφιακά, πιο χρωματιστά, πιο ανάγλυφα, πιο ζωντανά, κι ας είναι το «ψυχαγωγικό πρόγραμμα», εν πολλοίς, υπόθεση των πεθαμένων ηθοποιών, του μαυρόασπρου σινεμά, του «παλιού καλού κινηματογράφου», όπως τον λένε, που κάνουν τη μεγάλη τους καριέρα πλέον στη «νέα κακή τηλεόραση». Οι πεθαμένοι δεν πέθαναν ποτέ, κατά τη μάνα μου, που συχνά πυκνά τελευταία αναρωτιότανε βλέποντας μια νεκρή να χορεύει: «Μωρή, πόσο χρονών πρέπει να ‘ναι τούτη; Κοίτα την πώς κρατιέται, μόνο εμείς γερνάμε!».

            Σε ένα αεροπορικό ταξίδι ανά την υφήλιο, με τη συμμετοχή δημοσιογράφων απεσταλμένων των μεγαλύτερων εφημερίδων και περιοδικών απ’ όλο τον κόσμο, διεπίστωσα ότι: Οι πάντες συναινούσαν στο ότι αυτές οι περιοχές του γυναικείου σώματος (το μπούστο, οι γάμπες, τα κωλομέρια κλπ.) δεν είχαν δημιουργήσει κορεσμό και προβάλλονταν κατά κόρον από τα περιοδικά, και κυρίως από τις τηλεοράσεις. Η δημοσιογραφία της αγγλικής εφημερίδας είχε να αντιμετωπίσει το ημίγυμνο «κορίτσι της ημέρας» (ή της εβδομάδας). «Γι’ αυτό αγόραζαν την εφημερίδα», έλεγε ο Εγγλέζος συνάδελφος. «Εμάς μας διάβαζαν παρεμπιπτόντως!» Λέγαμε στις ολονυχτίες μας για το πώς έχουμε ενταχθεί σ’ ένα σύστημα όπου «η ευτυχία του ενός είναι η δυστυχία του άλλου». Ότι αποζούμε όπως οι κεφαλοκυνηγοί που ξεκινούν την ημέρα τους με την εντολή να μη γυρίσουν πίσω αν δεν φέρουν μαζί τους ένα κεφάλι.

 

            Η αδυναμία του καθενός ν’ αποκτήσει μια στέγη εκπληρώθηκε, και με περίσσια τετραγωνικά. Δεν απέμενε παρά να γίνει ο εξοπλισμός, ο οποίος περιελάμβανε τον «μικρό κινηματογράφο» με τις ταινίες και τα συμπαρομαρτούντα. Έτσι έπεσε η Τροία μετά από δέκα χρόνια πολιορκίας, με τον Δούρειο Ίππο… Και βέβαια με τους πολιορκητές της κοιλιάς, που καθήλωσαν τους οχτρούς τους, τους πιάσανε στα πράσα. «Βλέπανε τηλεόραση. Είχε ένα ριάλιτι πρόγραμμα στο οποίο μιλούσε η Ελένη κι έδειχνε τα κάλλη της και εξιστορούσε με γαργαλιστικές λεπτομέρειες τα του Μενελάου και του Πάριδος, και οι γέροντες ξελιγωμένοι δεν αλλάζανε με τίποτα κανάλι», λένε στο καφενείο ορισμένοι, αστειευόμενοι και μη δεχόμενοι ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο μ’ ένα ξύλινο άλογο, έστω κι αν το λέει ο θείος Όμηρος.

 

            Στο Βαλβαδόρ, με είχανε βάλει να υπογράψω, ανάμεσα στ’ άλλα, ένα επίσημο χαρτί για το που θα παραδοθεί το πτώμα μου στην περίπτωση που… Είχα ρωτήσει αν υπάρχει ελληνική πρεσβεία. Που είπανε όχι, κι εγώ είχα δηλώσει, σαν τον Αντώνη Σαμαράκη, δωρητής σώματος.

 

            Βέβαια εκτός τάξης, και ειδικότερα στους εκκλησιασμούς, ανέκυπταν ζητήματα με τον δάσκαλο πατέρα μου, που ήταν και δεξιός ψάλτης. Σε μια Ανάσταση, όταν κάποιος συγχωριανός του είπε «Χριστός ανέστη, δάσκαλε» κι εκείνος ανταποκρίθηκε με το «αλληθώς ο Κύριος», συνέβη το εξής. Ο εν λόγω στράφηκε σε μένα επαναλαμβάνοντας το «Χριστός Ανέστη», απάντηση όμως δεν έλαβε. Και απομακρύνθηκε θιγμένος.

Ο πατέρας μου θεώρησε τη στάση μου περίεργη: «Γιατί δεν απαντάς, όταν σου λένε οι άνθρωποι ‘’Χριστός Ανέστη’’;»

Εγώ: «Τι να πω;»

Ο πατέρας μου: «Αυτό που λένε όλοι οι άλλοι: ‘’Αληθώς ο Κύριος’’».

Εγώ: «Γιατί, αν το πω εγώ, θα πρέπει να είναι αλήθεια, διασταυρωμένη…»

 

            Έβλεπες ανθρώπους να χορεύουν εν μέση Κατοχή, να στροβιλίζονται υπό τους ήχους των δίσκων των γραμμοφώνων, ήχους που κάνανε περίεργες μείξεις στον αέρα καθώς συναντούσε ο ένας τον άλλο και επειδή λειτουργούσαν μαγικά οι αντίπαλοι που στην Επίδαυρο είναι πολύ έντονοι.

Είχαν τρελαθεί οι Γερμανοί κατακτητές βλέποντας τόσο ευτυχισμένους ανθρώπους να το γλεντάνε υπό το καθεστώς που είχανε εγκαθιδρύσει. Εγώ ήξερα ότι όλα αυτά δεν είναι ευτυχία. Απελπισμένοι άνθρωποι ήτανε, αλλά το ρίχνανε στο χορό για να ξεδώσουν. Και βέβαια, πάνω εκεί ερωτεύονταν και φτιάχνανε οικογένειες, και περνούσαν αυτοί καλά, εν τη δυστυχία τους…».

Πηγή: «ΚΑΛΑ ΝΕΑ, ΚΑΚΑ ΝΕΑ» Βασίλης Καββαθάς,

εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευρωλιγούρηδες ασελγείς του Μανώλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ