(9η συνέχεια από το προηγούμενο)
- Νουριγέ… Ε! Νουριγέ επαδά(1) ’σαι; Θωρώ(2) τη μ-πόρτα σ’ ανοιχτή μα χαντώ(3) δεν είσαι ’πα;
- Έρχομαι, έρχομαι, στο γ-κήπο καταγίνομαι(4), καλώς όρισενε η αφεδιά(5) σου κερά Ζαμπιά, είντα κρατάς ετουδά στη μποδιά σου;
- Ξετρουμισμένη(6) ’μαι ζάβαλε(7) γιατί τουτηνέ η σκουφιδάτη όρθα κράζει βραχνά σα ν-το κούκλη(8) και ’μεις τόχομενε ’πα κακό παρατήρημα, κιανείς απού το σπίτι θα ποθάνει…φτου - φτου χάμε θωρώ και λέω το. Μου λένε να τηνε σφάξω, αλλά κάνει τ’ αυγό και το τρώνε τα κοπέλια μου και τη λυπούμε τη μ-πατέρμη…
Έπιασενε η Νουριγέ την όρθα, άνοιξενε το στόμα τζη, ανασήκωσενε τη γλώσσα και ’ξυσενε έν’ άσπρο φλετζασκούδι(9) απού ’χενε από κάτω, το ντάνισενε(10) με δύναμη και το ξεπάτωσενε. Έβαλενε γιαμιάς αλάτσι στη μ-πληγή εγιάτρψε τη ν-όρθα, τη ν-έβαλενε στη μ-ποδιά τση Ζαμπιάς κι είπε τζη: «Έκοψα τζη τη γ-κόριζα, αρρωσταρέ τανε, μη κακοβάνεις(11) μπλιό και μη ν-αγγελοσκιάζεσαι(12) για τσ’ αθρώπους σου μα δε παθαίνει κιαείς πράμα(13)».
Ομπροχθάλλες(14) ήρθενε στο κονάκι τση Νουριγέ η Κασιδοστελιανή και τηνε παρακάλιενε: «Έλα μπρε να πάμενε στο σπίτι μου να μπούμε στο μαγατζέ(15) να δεις ένα ν-άδικο απού γίνεται. Μιλιούνια(16) μελιτάκοι επρεμαζωχτήκανε και φορτώνουνται απού τ’ αμπάρι το γ-καρπό και κάνουνε δρόμους απού τη ν-αποθήκη ως το σώχωρο και τονε στοιβάζουνε(17) τσι μελιντακοφωλές τωνε».
Όντενε ’φτάξενε στο σπίτι κι είδενε τη γ-καταστροφή η Νουριγέ τσι πρεμάζουξενε ούλους με τη σκούπα, τσι ράντισενε με νερό και των είπενε το ξόρκι:
«Μελίντακα, Μελίντακα, πάρε τα γεννημένα και τ’ αγέννητά σου, κι άμε στα όρη στα βουνά να κάμεις τη φωλιά σου με τον αστοιβιδόκαρπο να βγάνεις τη χρονιά σου».
Μια ν-ταχινή του καλοκαιριού εφωνιάξενε η Φωτεινή του Λιανοστελή τη Νουριγέ να πάει στο περβόλι τζη γιατί γεμίσανε οι φασουλές κλασοπαπαδιές και χαράμις το φασούλι απού βάλενε ακόμη στο τσικάλι τζη.
Η Νουριγέ που δε ν-εχάλανε κιανούς το χατήρι εχαζιρεύτηκενε, έβαλε άθο σ’ ένα καρτσόνι, τον έδεσενε σ’ ένα καλαμάκι και ξεκίνησενε. Όντε ν’ έφταξενε στο περβόλι εράντιζενε τον άθο τσι φασουλές κι έλεγενε το ξόρκι:
«Ο Νενές ψυχομαχεί κι η Νενέ ν-του τόνε κλαίει. Αχ! Νενέ κι αν αποθάνεις τα παιδιά τι θα τα κάνω; Κάθε Πέφτη και Σαββάτο να τα λούεις με τον άθο να τσουρούν να πέφτουν κάτω!»
Ο Νενές είναι ο κλασοπαπάς και η Νενέ η κλασοπαπαδιά. Η ξορκίστρα επαράγγειλε τση περβολάρισσας κάθε Πέφτη και Σαββάτο να λέει τη γηθειά και να λαντουρά(18) τον άθο.
Η Νουριγέ δε ν-εκάθιζενε σε χλωρό κλαρί, τη μ-πετσοτανίζανε(19) τσ’ αρρώστιες τω ν-αθρώπω, τω ν-οζώ, τω μ-περβολιώ, όι μόνο στο κατωχώρι, αλλά και στα γυρωχώριουλα. Έβανενε ρούχα και παπούτσια καλά, κουκλιωμένη με τη μεταξωτή μαντίλα, ήτανε ψιμηθευτή και αγαπητερή απ’ ούλους.
Εγλάκανε όπου κι αν τη γ-καλούσανε, δε ν-εχάλανε χατήρι, ουλημερνίς κι ουληνυχτίς πασίχαρη εμάθαινε τα γιατρικουλίσματα και τα ξόρκια τω χωριανώ.
Ηλιοβουτήματα θα ’τανε όντε ήρθενε η παπα-Κωστήδενα στο κονάκι τση Νουριγέ κι είχενε καταπιωμένη τη γλώσσα τζη.
- Να σε ξεμιστεύγει ο Θεός καλή μου γυναίκα να μ’ αδιάρεις(20) να ξεκάμομενε τσι μ-ποντικούς απού το σπίτι μου, γιατί ’ναι μεγάλοι σα ν-τα κουνέλια και φοβούμαι πως θα βγούνε απάνω να μου δαγκάσουνε τα κοπέλια. Έρχουνται απού ’να χάλαβρο(21) απού ’ναι δίπλα στο σπίτι μου και πετούνε ψοφίμια, όρθες, κουνέλια οι κουζουλές του χωριού κι εγαμαρίσανε τον κόσμο.
- Δε ν-έεις κάτη κερά παπαδιά;
- Έχω Νουριγέ τρεις σωστούς, μα όντε τσι δούνε τσι φοβούνται και τρυπώνουνε
- Θα ’ρθώ σε μια ουλιά ώρα, κατέω που ’ναι το σπίτι σου, να χαζιρευτώ πρώτας.
1 επαδά = εδώ
2 θωρώ = βλέπω
3 χαντώ = νομίζω
4 καταγίνομαι = ασχολούμαι
5 η αφεδιά σου = ο εαυτός σου
6 ξετρουμισμένη = τρομαγμένη
7 ζάβαλε = κακορίμαλα (Τουρκ zavalli)
8 κούκλης = κόκορας
9 φλετζασκούδι = μικρή ξεσκλίδα ξύλου (φλοίδιον υποκόρ. του αρχαίου φλοιός)
10 ντανίζω = τραβώ με δύναμη
11 κακοβάνεις = βάζω κακό στο νου μου
12 αγγελοσκιάζεσαι = βλέπω προμηνύματα του θανάτου
13 πράμα = τίποτα
14 ομπροχθάλλες = πριν από μερικές μέρες, τις προάλλες
15 μαγατζές = αποθήκη
16 μιλιούνια = αμέτρητοι
17 στοιβάζω = αποθηκεύω
18 λαντουρώ = διασκορπίζω
19 πετσιτανίζω = τραβολογώ
20 αδιάρω = βοηθώ (Βενέτ aidar)
21 χάλαβρο = γκερμισμένο σπίτι
Κρητικές φράσεις
Το χομενε ’πα κακό παρατήρημα = κακό προμήνυμα
Δε ν-εκάθιζενε σε χλωρό κλαρί = δεν ησύχαζενε
Ουλημερνίς κι ουληνυχτίς = όλη μέρα και όλη νύχτα
(συνεχίζεται)
Ζαμπετάκη Ευγενία
